Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Φ.Σιώτας - Θ. Γκόνης: Η αδιαφορία του κράτους προς τους ανθρώπους τού πολιτισμού δείχνει απαξίωση

Σαφώς ο πολιτισμός στη χώρα μας πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει, να δημιουργεί και να παράγει δηλαδή νέα έργα, οπότε ας αναλάβουν άπαντες και άπασες που έχουν οποιαδήποτε σχέση μαζί του τις ευθύνες τους...

Γνωρίσαμε τον Θεσσαλονικέα Φώτη Σιώτα αρχικά ως έναν εξαίρετο δεξιοτέχνη του βιολιού (και της βιόλας), με εκλεκτές δισκογραφικές και συναυλιακές συνεργασίες, κυρίως με ονόματα από τη βορειότερη πλευρά τής χώρας μας, αλλά συχνά και από την Αθήνα. Από μια στιγμή και μετά συμμετείχε σ’ αυτές όλο και περισσότερο και ως ερμηνευτής και όχι μόνο εκτελεστικά κι αυτό οδήγησε σε αρκετές άλλες στις οποίες μόνο τραγουδούσε χωρίς να παίζει.

Παράλληλα, διατηρεί το αυτοσχεδιαστικό / πειραματικό οργανικό δίδυμο (με τον κιθαρίστα Κώστα Παντέλη) Sancho 003 και τα τελευταία περίπου δύο χρόνια και το κουαρτέτο Σωτήρες, στο οποίο για πρώτη φορά είναι ο βασικός ερμηνευτής.

Ακριβώς γι’ αυτό όμως μας εξέπληξε διπλά με την πρώτη καθαρά προσωπική δισκογραφική εργασία του, την οποία επίσης υπογράφει εξολοκλήρου συνθετικά, αφενός γιατί περιέχει αμιγέστατα λαϊκά τραγούδια και αφετέρου γιατί όλα τα τελευταία είναι σε στίχους μόνο ενός γνωστού και καταξιωμένου στιχουργού. Αυτός δεν είναι άλλος από τον θεατρικό σκηνοθέτη και ηθοποιό Θοδωρή Γκόνη, ενώ στον δίσκο, που έχει τον μακροσκελή τίτλο «Τα δεύτερα, γιατί κουράστηκαν τα πρώτα», ο Φώτης Σιώτας μοιράζεται την ερμηνεία με την Ιουλία Καραπατάκη και τέλος συμμετέχουν ερμηνευτικά οι Δήμητρας Γαλάνη και Σωκράτης Μάλαμας και ο νεότερος Γιάννης Διονυσίου.

Αν λάβουμε υπόψη και ότι ο Φ. Σιώτας έκανε μια ενορχήστρωση για ένα αρκετά πολυμελές σύνολο εγχόρδων, πρόκειται για μια αληθινά διαφορετική από τις περισσότερες ομοειδείς της εργασία, για την οποία μας μίλησαν οι δύο δημιουργοί της.

 

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
 

* Κατ’ αρχάς, μια απορία που είχα πάντα για σένα. Πώς και γιατί ένας εξαίρετος εκτελεστής του βιολιού, όπως ξέραμε όλοι, άρχισε ξαφνικά να τραγουδά; Ή μήπως δεν ήταν τόσο ξαφνικά;

ΦΩΤΗΣ ΣΙΩΤΑΣ: Τη μουσική τη γνώρισα σε μικρή ηλικία με το τραγούδι, μέσα στις χορωδίες. Στα σχήματα που συμμετείχα στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του ’90 είχα και την ιδιότητα του τραγουδιστή. Αλλά και μετά, στις συναυλίες με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Σωκράτη Μάλαμα. Είναι παλιά η σχέση μου με το τραγούδι...

 

* Πώς γνωριστήκατε με τον Θ. Γκόνη και προέκυψε στη συνέχεια ο δίσκος;

Φ.Σ.: Τον Θοδωρή τον γνωρίζω από το θέατρο. Έχουμε συνεργαστεί στο παρελθόν σε παραστάσεις που ανέβηκαν στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, στο οποίο είναι διευθυντής. Μου αρέσουν πολύ οι στίχοι του. Κάποια στιγμή, μου ήρθε η επιθυμία να φτιάξω κι εγώ τραγούδια με τον λαϊκό τρόπο κι έτσι ανταμώσαμε ξανά.

 

* Τι σε έκανε στην πρώτη προσωπική εργασία σου ως ερμηνευτής, την οποία μάλιστα υπογράφεις και συνθετικά, να την κάνεις με έναν και μόνο στιχουργό και γιατί συγκεκριμένα τον Θ. Γκόνη;

Φ.Σ.: Μου αρέσει να υπάρχει ένα «θέμα». Μου αρέσουν οι δίσκοι στους οποίους ο στιχουργός είναι μόνο ένας. Είναι σαν ένα βιβλίο, σαν μια παράσταση. Πρέπει να πεις την ιστορία με αρχή, μέση και τέλος.

 

* Αντίστοιχα, Θοδωρή, έχεις συνεργαστεί με πολλούς και εκλεκτούς συνθέτες. Ποια θεωρείς τη σημαντικότερη διαφορά τού Φ. Σιώτα από τους υπολοίπους και τι έκανε ενδιαφέρουσα τη συνεργασία μαζί του;

ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΚΟΝΗΣ: Δεν είναι η διαφορά, είναι η συγγένεια που υπάρχει με την κοινότητα, τη συντεχνία όχι μόνο αυτών που είχα την τιμή να βρεθώ μαζί τους αλλά και όλων των άλλων -που εκτιμώ και σέβομαι στο ελληνικό τραγούδι-, η οποία κάνει τη συνεργασία μας με τον Φώτη όχι μόνο ενδιαφέρουσα αλλά και ουσιαστική.

 

* Φώτη, ποια είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά τής στιχουργίας του Θοδωρή αλλά και ποιο το μεγαλύτερο προτέρημά της κατά τη γνώμη σου;

Φ.Σ.: Στις ιστορίες του Θοδωρή οι χαρακτήρες από έναν παλιό κόσμο μεταφέρονται άτακτα στο σήμερα με όχημα το χιούμορ και την αρχοντιά. Αυτό είναι που επίσης με γοητεύει.

 

* Τι σημαίνει ο ασυνήθιστα μακροσκελής και λίγο αινιγματικός ίσως τίτλος του δίσκου;

Θ.Γκ.: Ο τίτλος είναι μονολεκτικός. Ο υπότιτλος χαριτολογεί λίγο παιχνιδιάρικα. Ίσως να θέλει να πει -δεν ξέρω αν το καταφέρνει τελικά- πως και τα ταπεινά, τα μικρά και «δεύτερα» έχουν το δικαίωμα να μπουν κι αυτά στο «γήπεδο», να δοκιμαστούν δίπλα στα μεγάλα, τα πρώτα, γιατί κι εκείνα, τα άριστα δηλαδή, κάποια στιγμή κουράζονται και κουράζουν.

 

* Υπάρχει κάποια κεντρική ιδέα ή άλλο στοιχείο ίσως που να συνδέει τα τραγούδια ή είναι απλά μια σειρά στίχων την οποία έγραψες για τη συγκεκριμένη εργασία;

Θ.Γκ.: Ναι, υπάρχει μια σκέψη, μια αρχή, μια μέση και ίσως και ένα τέλος. Είναι ένας δρόμος, όλα μαζί κάνουν μια διαδρομή. Έτσι κι αλλιώς, στην κυριολεξία όλα έχουν γραφτεί περπατώντας έναν δρόμο. Από κει τα έκοψα, από κει τα μάζεψα. Έσκυψα και τα μάζεψα ένα - ένα, όλα μαζί.

 

* Αλήθεια, Φώτη, αισθάνεσαι περισσότερο συνθέτης τού δίσκου, ερμηνευτής του ή εξίσου και τα δύο και είναι αλληλένδετα για εσένα;

Φ.Σ.: Αισθάνομαι περισσότερο... εργάτης. Ήταν μια ωραία περιπέτεια να φτιάξω αυτά τα τραγούδια με μια μεγάλη ορχήστρα και να τα ηχογραφήσουμε ζωντανά. Χρειάστηκε πολύς χρόνος και κόπος για να οργανωθεί το όλο εγχείρημα. Μάλλον θα έλεγα λοιπόν ότι είμαι «άπειρος μάστορας με πατέντα»!

 

* Τι σε έκανε να μην ερμηνεύσεις όλα τα τραγούδια ο ίδιος, αλλά να εμπιστευθείς κάποια στην Ιουλία Καραπατάκη και γιατί συγκεκριμένα οι συμμετοχές των Δ. Γαλάνη, Σ. Μάλαμα και Γ. Διονυσίου, πέραν βέβαια της φιλίας που προφανώς σε συνδέει με τον δεύτερο;

Φ.Σ.: Κι όμως, η βασική ερμηνεύτρια είναι η Ιουλία Καραπατάκη. Για τη φωνή της έγραψα τα περισσότερα τραγούδια. Οι τρεις συμμετοχές, εκτός από τιμητικές για μένα, «φώτισαν» τα συγκεκριμένα τραγούδια έτσι όπως ακριβώς τα φανταζόμουν.

 

* Τι σε ώθησε να ενορχηστρώσεις αυτά ειδικά τα τραγούδια για ένα σχήμα εγχόρδων, κυρίως βιολιών επί της ουσίας; Ή ήταν κάτι που είχες κατά νου να κάνεις και απλά εφάρμοσες σ’ αυτή την περίπτωση;

Φ.Σ.: Αφού έγραψα τα τραγούδια με μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι, τα άκουγα μέσα μου με αυτόν τον ήχο. Ίσως να οφείλεται στην αγάπη μου για τις μεγάλες ορχήστρες της δεκαετίας του ’30 στην Ελλάδα, τις ορχήστρες από την Αργεντινή και το Κάιρο αλλά και τους δίσκους του Μάνου Χατζιδάκι και του Gil Evans.

 

* Υπάρχουν σκέψεις για τη συνολική παρουσίαση των τραγουδιών του δίσκου όταν αρχίσουν και πάλι να πραγματοποιούνται συναυλίες;

Φ.Σ.: Είναι πολύ δύσκολο να ξαναβρεθούμε είκοσι πέντε μουσικοί για να παρουσιάσουμε τα τραγούδια έτσι όπως ηχογραφήθηκαν. Όχι όμως και αδύνατο... Ψάχνουμε τρόπους για να το ξαναζήσουμε.

Θ.Γκ.: Μακάρι! Συζητάμε τρόπους και χώρους και ελπίζουμε. Όμως δεν βιαζόμαστε. Τώρα «τραγουδάει» η ζωή και πρέπει να το ακούσουμε το τραγούδι της. Κάτι θέλει να μας πει ο καιρός μας.

 

* Πώς βιώσατε, προσωπικά και σαν άνθρωποι του πολιτισμού, το διάστημα της καραντίνας και τι έχετε να πείτε για τη στάση της συντεταγμένης Πολιτείας απέναντι στα οικονομικά προβλήματά σας τα οποία προέκυψαν εξαιτίας της επιδημίας;

Φ.Σ.: Υπάρχει φόβος, πανικός θα έλεγα. Από την Πολιτεία δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο, είμαστε αόρατοι. Θα πρέπει να στηριχθεί οικονομικά όλος αυτός ο κόσμος. Η αδιαφορία τού κράτους προς τους εργαζομένους στο ακρόαμα και το θέαμα δείχνει απαξίωση. Είναι σαν να μας λένε ότι «όσοι/ες ασχολείστε με την τέχνη είστε διακοσμητικοί, δεν είστε παραγωγικοί».

Θ.Γκ.: Όπως όλος ο κόσμος, κι εγώ προσπάθησα να φροντίσω λίγο τις αναμνήσεις μου μια και είχα περισσότερο χρόνο μέσα στην καινούργια αυτή φυλακή. Δεν νομίζω πως ποτέ στην Ιστορία του κόσμου η «Πολιτεία» νοιάστηκε πραγματικά για την τέχνη και τα γράμματα. Γι’ αυτήν ήταν και είναι κάτι το περιττό. Ουσιαστικά με τον τρόπο της -χωρίς να το συνειδητοποιεί- ορίζει και το τι είναι τέχνη, τι είναι πολιτισμός, πώς η τέχνη, ο πολιτισμός, αρχίζει από εκεί που το περιττό γίνεται αναγκαίο.

 

* Και τα πιο άμεσα σχέδια, κοινά σας αλλά και τα προσωπικά;

Φ.Σ.: Ετοιμάζουμε καινούργια τραγούδια με τον Θοδωρή. Σχέδια υπήρχαν, αλλά προς το παρόν έχουν πάει περίπατο. Τώρα πορεύομαι μέρα με την ημέρα και ευχαριστιέμαι τις στιγμές μου.

Θ.Γκ.: Έχουμε ξεκινήσει να γράφουμε έναν νέο κύκλο τραγουδιών που γενναιόδωρα μας χάρισαν τα «δεύτερα». Παράλληλα, εργάζομαι στην Καβάλα, πρέπει να οργανώσουμε το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Φιλίππων, και είναι αρκετά δύσκολη η στιγμή, αλλά πάντα υπάρχει ο τρόπος. Προχωράμε!

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πίσω από το παραπέτασμα της γελοιότητας

Είναι το λιγότερο αστεία και γραφικά τα κυβερνητικά στελέχη, όταν βγαίνουν στα κανάλια να εξηγήσουν ότι το πακέτο των 37 δισ. η Ελλάδα το κέρδισε με το σπαθί του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τις εξαιρετικές διαπραγματευτικές του δυνατότητες και με τις λαμπρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο