Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ενα αληθινό βιβλίο για την αλληλεγγύη

ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ

Η Δήμητρα Νούση είναι διευθύντρια του ΚΥΑΔΑ - του Κέντρου Υποδοχής και Αλληλεγγύης Δήμου Αθηναίων. Σ' αυτό τον δημοτικό θεσμό, δηλαδή στους ανθρώπους της ανάγκης που καταφεύγουν στην οδό Πειραιώς και συνωστίζονται στην «αυλή των καταραμένων», είναι αφιερωμένη από τον Αύγουστο του 2011.

Η Δήμητρα Νούση είναι διευθύντρια του ΚΥΑΔΑ - του Κέντρου Υποδοχής και Αλληλεγγύης Δήμου Αθηναίων. Σ' αυτό τον δημοτικό θεσμό, δηλαδή στους ανθρώπους της ανάγκης που καταφεύγουν στην οδό Πειραιώς και συνωστίζονται στην «αυλή των καταραμένων», είναι αφιερωμένη από τον Αύγουστο του 2011. Εκεί προσφέρει χρόνο, ψυχή, πίστη, επινοώντας καθημερινά τρόπους για να πολλαπλασιάζει τα ελάχιστα υλικά εφόδια με τα οποία ο Δήμος Αθηναίων τροφοδοτεί το Κέντρο. Την εμπειρία της καταγράφει σ' ένα αληθινό βιβλίο για την Αλληλεγγύη με τίτλο «σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς».

Με λαμπρές σπουδές και πλούσιο βιογραφικό, προσγειώθηκε στο κέντρο της πόλης, δυο βήματα από την Ομόνοια, εκεί όπου κυκλοφορούν οι φτωχοί της πόλης -ντόπιοι και μετανάστες. Σε στενή συνεργασία με τον πρόεδρο του ΚΥΑΔΑ Γιώργο Αποστολόπουλο, ο οποίος, δυστυχώς, αντικαταστάθηκε, μοίρασε και μοιράζει τροφή και αγάπη, παίρνοντας αντίδωρο αγάπης από παιδιά, ενήλικες και ηλικιωμένους, που ζουν δραματικές μέρες, ξεχασμένοι από ένα κοινωνικό κράτος σε κατάρρευση.

«Η πόλη καταστρέφεται σχεδόν κάθε βδομάδα... Μια πάμφτωχη ξεπεσμένη χώρα ήταν ταυτόχρονα οικοδέσποινα αυτών που ήταν πιο πεινασμένοι από τους δικούς της. Το κέντρο της Αθήνας πολλές φορές ήταν έρημο... Συχνά στο κέντρο υπήρχαν μόνο δακρυγόνα, αγανάκτηση και συσσίτιο...».

Η Δήμητρα Νούση αγωνίστηκε για να υπάρχει φαγητό, τρόφιμα για το σπίτι, ρούχα και σχετικά είδη, φάρμακα, γλυκά, παιχνίδια, χρώματα ζωγραφικής για τα παιδιά - να θυμούνται ζωγραφίζοντας τις πατρίδες τους, τον πόνο που δοκίμασαν και ανακουφίζουν στιγμιαία η καλοσύνη, η τρυφερότητα, ο σεβασμός.

Αγωνίστηκε πρωτίστως για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων. «Μια δημόσια δομή δεν έχει τη φυσιογνωμία μιας φιλάνθρωπης αδερφότητας... Το συσσίτιο ήταν το μόνο μέρος της Ελλάδας που ένιωθαν πολίτες. Εκεί μέσα είχαν υπόσταση. Είχαν απαίτηση και δικαίωμα να προβάλουν αυτήν τους την απαίτηση».

Στο βιβλίο οι σιτιζόμενοι αποκτούν πρόσωπο. Μια νωπογραφία συγκεκριμένων ανθρώπων αποτελεί ταυτόχρονα μια νωπογραφία ανθρώπινων καταστάσεων εκείνων που εκσφενδονίστηκαν από ένα τακτοποιημένο ή ταραχώδες παρελθόν σ' ένα απελπιστικό παρόν κι ένα άγνωστο μέλλον.

Αν και στριμωγμένη από την αδυσώπητη γραφειοκρατία, η καλή νεράιδα του ΚΥΑΔΑ προσηλώθηκε στην Αργυρούλα, τη Σόνια, τον Μαχντί, τη Ράινα, τη Νίνα, τον Παντελάκη, τη Φάτμα, που ζωγράφιζε τόσο ωραία και δεν ήθελε να φύγει στη Γερμανία, αλλά να μείνει εκεί κοντά στην κυρία.

Ο καιρός περνά γρήγορα στην «αυλή των καταραμένων». Και η Δήμητρα Νούση προσαρμόστηκε στον ευγενή αγώνα καθημερινού δρόμου. «Τώρα πια δεν τρέμουν τα χέρια μου ούτε γυρνάω αλλού το βλέμμα μου. Βρήκα τη θέση μου ανάμεσα σε όλα αυτά τα απελπισμένα βλέμματα».

Δεν ήταν όμως μόνη. Οι εργαζόμενοι δούλευαν εθελοντικά, ώρες πολλές εκτός ωραρίου, για να καταλήξουν στην απόλυση και την ανεργία. Είχαν βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης, του ανθρώπου που τολμά να δει κατάματα τον εαυτό του στη θέση του άλλου. Οι δωρεές στο ΚΥΑΔΑ έγιναν πολλές χάρις στη συλλογική ενεργοποίηση. Μεγάλες δωρεές που έφταναν με διακριτικότητα, μικρές προσφορές από το περίσσευμα καθημερινών ανθρώπων και από τους ίδιους τους εργαζόμενους.

Οι δημοσιογράφοι κατέφθαναν από όλο τον κόσμο. Η ματιά των περισσότερων ήταν στερεοτυπική. Ήθελαν να επιβεβαιώσουν αυτά που πίστευαν. Ήθελαν να δουν με τον μεγεθυντικό φακό τα θύματα της κρίσης και να τα προβάλουν. Η διευθύντρια δεν άντεχε τον θρήνο της καταστροφής. «Ο θρήνος που ζούμε δεν έχει τίποτε τραγικό, δεν οδηγεί σε καμιά κάθαρση. Η τραγικότητα έχει μέσα της αντίσταση, πόνο και κάθαρση».

Το βιβλίο της Δήμητρας Νούση είναι αφήγηση και μαρτυρία με βαθύ πολιτικό περιεχόμενο. Δεν περιγράφει μόνο, ερμηνεύει, αξιολογεί, παίρνει θέση. Το κείμενο, όπως και το καθημερινό της έργο, αποτυπώνουν μια ενσυνείδητη στάση ζωής. Μιλώντας γι' αυτούς που επιβάλλουν την εξοντωτική πολιτική τους, δίκην τιμωρίας ενός ένοχου λαού, λέει: «Καθένας που εξοντώνεται εκτελείται. Εγώ ακόμη παρακολουθώ εκτελέσεις. Η προσωπική μου αντίσταση είναι να αρνηθώ την ενοχή. Ο πολιτισμός της ενοχής δεν με αφορά. Προτιμώ τον πολιτισμό της ευθύνης»

 

«Μ' αγαπάς κυρία;»

«Σ' αγαπώ Φάτμα»

«Σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς κυρία»

και η αντιστροφή ή η ταύτιση

«Μ' αγαπάς Αργυρούλα;»

«Σ' αγαπώ κυρία»

«Σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς Αργυρούλα»

info:

Δήμητρα Νούση "σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς. Μια ιστορία από την καρδιά της Αθήνας"

εκδ. Πατάκη, σελ. 248, τιμή: 10,70 ευρώ.

Δείτε όλα τα σχόλια