Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η αναγέννηση του ρωσικού κινηματογράφου

Η Βικτόρια Μιροσνίτσενκο στην ταινία «Beanpole» του Καντεμίρ Μπαλάκοφ

«Beanpole» του Καντεμίρ Μπαλάκοφ

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΕΡΖΗ

 

Πολλοί είχαν σπεύσει να προεξοφλήσουν το τέλος του ρωσικού κινηματογράφου στα χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Κι όμως, τα πιο πρόσφατα στοιχεία ανατρέπουν εντελώς αυτή την εκτίμηση. Δεν είναι μόνο οι θεωρούμενες «ποιοτικές» ταινίες που αποσπούν βραβεία στα διεθνή φεστιβάλ, είναι και η προσέλευση των θεατών στις αίθουσες: Τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, του 2018, καταγράφουν ότι ο αριθμός των θεατών στις αίθουσες ήταν ο υψηλότερος των τελευταίων 25 χρόνων, φτάνοντας τα 56 εκατομμύρια. Ένα ακόμη εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η κινηματογραφική βιομηχανία στη Ρωσία αναπτύσσεται με τριπλάσιο ποσοστό σε σύγκριση με την «πραγματική» οικονομία.

Αυτή τη χρονιά υπάρχει μια σπουδαία ταινία από τη Ρωσία το «Beanpole» του Καντεμίρ Μπαλάκοφ (αναμένεται να προβληθεί σύντομα και στις ελληνικές αίθουσες). Είναι η ρωσική υποψηφιότητα για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, ενώ ήδη έχει διακριθεί στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, όπου απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας και το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών, στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Γεννημένος το 1991 στο Νάλτσικ, που βρίσκεται σε μια αυτόνομη περιοχή του Βόρειου Καυκάσου, ο Μπαλάκοφ θα σπουδάσει κινηματογράφο στο πανεπιστήμιο της πόλης που γεννήθηκε, στη σχολή που ίδρυσε και διευθύνει ο Αλεξάντρ Σοκούροφ, ο οποίος θα γίνει ο μέντοράς του και παραγωγός της πρώτης ταινίας του νεαρού Μπαλάκοφ: Πρόκειται για το εντυπωσιακό ντεμπούτο του 2017, το φιλμ «Οι δικοί μου άνθρωποι», που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα της περιοχής, η οποία είναι μωσαϊκό διαφορετικών πολιτισμών. Πρόκειται για την ιστορία μιας απαγωγής για λύτρα: Μια εβραϊκή οικογένεια της περιοχής έχει συγκεντρωθεί για να γιορτάσει έναν αρραβώνα, όταν πληροφορείται την απαγωγή, από μια συμμορία Τσετσένων... Σε αυτή την κλειστή κοινότητα Εβραίων, η ανάμειξη της αστυνομίας είναι εκτός συζήτησης και θα υποχρεωθούν να αναζητήσουν τρόπους για να συγκεντρώσουν τα χρήματα. Ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας είναι «Tesnota», που σημαίνει «περιορισμός». Είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί σε αυτή την οικογένεια, σε αυτή την κλειστή κοινότητα, με τον απόηχο του πολέμου της Τσετσενίας... Η ταινία απέσπασε πολλά διεθνή βραβεία και άνοιξε τον δρόμο για την κινηματογραφική καριέρα του Μπαλάκοφ.

Η νέα του ταινία, το «Beanpole», εκτυλίσσεται στο Λένινγκραντ του 1945. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, αλλά η πόλη είναι κατεστραμμένη και οι άνθρωποι τσακισμένοι. «Ξεφτισμένα» χρώματα κυριαρχούν στην πειστική ανασύσταση της εποχής, και δύο νέες γυναίκες βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησης: Κατά πρώτο λόγο η Ίγια, μια ψιλόλιγνη κοπέλα, που μοιάζει με «beanpole», στέκα του μπιλιάρδου. Είχε πολεμήσει και η ίδια στο μέτωπο. Τώρα φροντίζει τους τραυματίες του πολέμου στο νοσοκομείο της πόλης. Αλλά κάθε τόσο «παγώνει» από τις μνήμες του πολέμου, αποκόβεται από τους γύρω της. Στο μικρό της διαμέρισμα ζει με ένα μικρό παιδί, μόνο που σύντομα θα πληροφορηθούμε πως δεν είναι δικό της... Είναι της καλύτερης φίλης της, της Μάσα, που παρέμεινε στις γραμμές του πολέμου, όταν η Ίγια αποσύρθηκε για να θεραπευτεί...
Με τη λήξη του πολέμου, η Μάσα θα επιστρέψει αλλά η χαρά της επανένωσης σημαδεύεται από ένα καταστροφικό γεγονός που θα οδηγήσει τις δυο γυναίκες σε μια σχέση ακραίας αλληλεξάρτησης... Η ταινία του Καντεμίρ Μπαλάκοφ έρχεται να προστεθεί στη σπουδαία παράδοση αντιπολεμικών, ουμανιστικών ταινιών που μας έδωσε για δεκαετίες ο σοβιετικός κινηματογράφος, ταινιών όπως το συγκλονιστικό «Έλα να δεις» (1985) του Ελέμ Κλίμοφ, «Η μπαλάντα ενός στρατιώτη» (1959) του Γκριγκόρι Τσουχράι, «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» (1962) του Αντρέι Ταρκόφσκι, «Το ημίχρονο του θανάτου» (1960) του Εβγκένι Καρέλοφ και πάρα πολλές ακόμη...

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το ρωσικό σινεμά έχει κρατήσει (μέσα από αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις φυσικά) όσα γόνιμα στοιχεία κληροδότησε η σοβιετική παράδοση. Η «έκρηξη» των φορμαλιστικών αναζητήσεων που έλαβαν χώρα στη δεκαετία του 1920 δεν ήταν εύκολο να εκμηδενιστεί στα χρόνια που ακολούθησαν. Ο δημοφιλέστερος όλων των δημιουργών στις πρώτες δεκαετίες του σοβιετικού κινηματογράφου, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, περικλείει στο έργο του τις αντιφάσεις εκείνης της περιόδου. Στόχος ήταν μια τέχνη «ικανή να γκρεμίσει τον κόσμο τού χθες για ένα καλύτερο αύριο», κυρίως με μια διαφορετική άρθρωση της αφήγησης, με το μοντάζ των ατραξιόν (όρος που προέρχεται από το θέαμα του τσίρκου αλλά και των αυτοσχέδιων παραστάσεων εκείνης της περιόδου), που έχει στόχο την πρόκληση έντονων ερεθισμάτων στους θεατές. Όπως παρατηρεί σε σχετική μελέτη του ο θεωρητικός Πασκάλ Μπονίτσερ, «ο Χιτσκοκ περιγράφει το δυτικό παρανοϊκό υποκείμενο του βιομηχανικού πολιτισμού, ενώ ο Αϊζενστάιν ακολουθεί μια γραφή μη-γραμμική, που παραπέμπει σε ένα πληθυντικό υποκείμενο», αμφισβητώντας εντέλει το μοντέλο που οικοδομείται ακριβώς εκείνα τα χρόνια στην Αμερική, μέσα από το χολιγουντιανό σύστημα παραγωγής... Και ο Ντζίγκα Βερτόφ, στο μνημειώδες «Ο άνθρωπος με την κινηματογραφική μηχανή» (1929), ανασυνθέτει τον χώρο, τον χρόνο, την κίνηση, επιτρέποντας στην κινηματογραφική τεχνική να αποκωδικοποιήσει αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά μας, στην καθημερινή ζωή...

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Αφήστε, κ. Μητσοτάκη

Πραγματικά εντυπωσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με όσα δήλωσε στη Βουλή εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Παραπονέθηκε ότι, ενώ βρισκόταν απέναντι στον Τούρκο Πρόεδρο, ο Αλ. Τσίπρας έκανε απρεπείς δηλώσεις εις βάρος του.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο