Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μάνος Βαβαδάκης: Με την κρίση οι καλλιτέχνες έχουμε παραδοθεί στο εύκολο

Οι "Ανθρωποφύλακες" του Περικλή Κοροβέση στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

Της Μάνιας Ζούση

“Ο άξονας στον οποίο βασίζεται η παράσταση ‘Ανθρωποφύλακες’ είναι η διπλή ιδιότητα του Περικλή Κοροβέση, από τη μια αγωνιστής, βασανιζόμενος και αντιστασιακός κι από την άλλη ηθοποιός. Αυτό είναι ένα κομμάτι βαθύτατου συγκλονισμού για μένα. Ότι ένας ομότεχνος περνά όλα αυτά τα βασανιστήρια από τη Χούντα και σχεδόν κανένας από τους συναδέλφους του δεν ενδιαφέρεται για αυτόν. Και διαφεύγει στη Σουηδία για να γλιτώσει από το καθεστώς”. Αυτά εξηγεί ο ηθοποιός Μάνος Βαβαδάκης, σκηνοθέτης της παράστασης που, βασισμένη στο εμβληματικό βιβλίο, παρουσιάζεται Δευτέρα και Τρίτη στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.

Ο Νέστορας Κοψιδάς που υποδύεται τον Κοροβέση, έχοντας δίπλα του τους Θεοδώρα Γεωργακοπούλου, Ειρήνη Γεωργαλάκη, Ελένη Ζαχοπούλου και Άρη Λάσκο, αφηγείται τη διαδικασία μέσα από μια προσπάθεια ανασύνθεσης των γεγονότων. Στη σκηνή βρίσκεται ένας τεράστιος άσπρος καμβάς, που σιγά - σιγά γεμίζει με σημειώσεις, ενώ ο πρωταγωνιστής ηχογραφεί τον εαυτό του, σαν να προσπαθεί να γράψει ξανά το βιβλίο, κι ανασυνθέτει όλες τις λεπτομέρειες, προσπαθώντας να τις βάλει σε τάξη. Στο φόντο προβάλλονται εικόνες από τα καλλιτεχνικά επίκαιρα της εποχής.

“Μέσα από μια πορεία συναντήσεων και εξομολογήσεων με τον Περικλή Κοροβέση, που προηγήθηκαν, φτάσαμε σήμερα στην παράσταση. Το βιβλίο, στο οποίο έχω μείνει πιστός, είναι μια ελάχιστη καταγραφή για όλα όσα πέρασε. Γράφοντάς το προχωρά σε μια πολιτική πράξη, επιλέγοντας επωνύμως να βγει μπροστά από τους υπόλοιπους συναγωνιστές του και να μιλήσει για τα βασανιστήριά του χωρίς να σκέφτεται το κόστος” υπογραμμίζει ο νεαρός σκηνοθέτης, θυμίζοντας πως οι “Ανθρωποφύλακες” καταλήγουν να γίνουν βασικό όπλο στο Συμβούλιο της Ευρώπης πετυχαίνοντας την αποπομπή της Ελλάδας από αυτό το 1969. “Πάνω σε αυτήν την πορεία πατά και ο πρωταγωνιστής μου, προσπαθώντας να υπογραμμίσει στους θεατές ότι αυτό που έγινε υπάρχει πάντα η πιθανότητα να ξαναγίνει. Οι θεατές έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους θέση απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, δηλαδή το τι θα επέλεγαν αν έπρεπε να αντισταθούν απέναντι σε έναν τέτοιον τυφώνα”.

“Θα ήθελα πολύ να είμαι Περικλής”

Εντυπωσιασμένος από τη γνωριμία του με τον Περικλή Κοροβέση, ο Μάνος Βαβαδάκης προτάσσει ως αρετές τη δύναμη αλλά και το χιούμορ του. “Το χιούμορ του τον έσωσε, κάτι που φαίνεται και στην παράσταση, η οποία έχει επενδύσει σε αυτό. Είναι εκπληκτικό το πώς δεν σταματάει στιγμή να κάνει χιούμορ με τον εαυτό του. Ακόμη και τότε που βασανίζεται, το μυαλό του καταφεύγει στο χιούμορ για να μην παραδοθεί εντελώς στα χτυπήματα. Δεν πιστεύει ούτε ο ίδιος πόσο δυνατός στέκεται απέναντι στα βασανιστήρια. Θα ήθελα πολύ να είμαι Περικλής” σχολιάζει.

Από τη νέα γενιά καλλιτεχνών, με πολιτική κι ανήσυχη σκέψη, ο Μ. Βαβαδάκης δεν διστάζει να παραδεχτεί πως επιλέγει να σκηνοθετήσει έργα που εμπεριέχουν ένα πολύ προσωπικό ερώτημα, το οποίο τον απασχολεί ως καλλιτέχνη, ποια δηλαδή είναι η θέση του στην κοινωνία και αν αυτό που προσφέρει μετατοπίζει ή όχι τον θεατή. “Οι καλλιτέχνες έχουμε παραδοθεί πλήρως στους θεατές μας. Σκέφτομαι, σε όλες τις δύσκολες καταστάσεις, στην κρίση που λέμε συνεχώς ότι περνάμε, ποια είναι η θέση μας ως καλλιτέχνες, αλλά κυρίως ως πολίτες. Έχουμε παραδοθεί στο εύκολο, σε αυτό που πιστεύουμε ότι θα είναι πιο εύκολα προσβάσιμο στον θεατή μας. Αυτό που αγαπώ στον Περικλή είναι ότι παραμένει ένας ενεργός πολίτης και με τη στάση του και τις επιλογές του και τον τρόπο ζωής του, ένα ενεργό κύτταρο της κοινωνίας” υπογραμμίζει.

Ο Μάνος παρομοιάζει τον Κοροβέση με τον πάσχοντα Χριστό και τον μάρτυρα. “Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να συνθλίβεται από γρανάζια που δεν μπορεί να ελέγξει κι από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγει, αλλά παραμένει ενεργός και αντιστεκόμενος, είναι λίγο σαν τον Χριστό, σαν έναν μάρτυρα. Και σε αυτό το βιβλίο ο Περικλής μοιάζει λίγο με τον Χριστό πάσχοντα. Πάσχει γνωρίζοντας πως όταν τελειώσει το μαρτύριό του θα μετατρέψει αυτή τη διαδικασία σε ανάσταση για έναν ολόκληρο λαό, κάτι που είναι εμφανές στο βιβλίο. Μόλις τελειώνουν τα βασανιστήρια κι αρχίζουν οι φυλακίσεις, είναι ξεκάθαρο ότι θέλει την εμπειρία του να την κάνει όπλο για να πολεμήσει το καθεστώς. Δεν θα παραμείνει στη σιωπή, κάτι που κάνει σχεδόν αμέσως, διαφεύγοντας στο εξωτερικό με τη βοήθεια της Αμαλίας Φλέμιγκ, και γράφει το βιβλίο στη Σουηδία και στη γλώσσα της χώρας”.

Ο Βαβαδάκης ανέτρεξε σε αρχεία της εποχής, μελέτησε πολύ και αναφέρεται στο σύστημα βασανισμού και ανακρίσεως, “που υπήρξε απόλυτα τρομακτικό. Οι βασανιστές δεν ήταν σχιζοφρενείς, ούτε είχαν μανία απέναντι στα θύματά τους, αλλά εκτελούσαν τις οδηγίες που είχαν για όλα τα στάδια, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός καφκικού σύμπαντος από το οποίο δεν μπορούσες να ξεφύγεις” λέει. “Σαν εκείνο που αναφέρει ο Περικλής κατά τη δεύτερη ημέρα της ανάκρισής του, όταν εμφανίζεται ο περίφημος βασανιστής Βασίλης Κραβαρίτης κι ενώ δεν έχουν ποτέ συναντηθεί έως τότε και δεν γνωρίζονται, του συμπεριφέρεται σαν να τον ξέρει πολύ καλά. Τον ρωτά τι κάνει κι αν τον θυμάται. Στην απορημένη απάντηση του Κοροβέση ότι δεν τον γνωρίζει, ο Κραβαρίτης απαντά: ‘Δεν θυμάσαι που στις 3 Δεκεμβρίου του 1962, στο λεωφορείο για Πατήσια, διάβαζες Αυγή; Πολύ πιθανόν”, απαντά εκείνος, ‘διάβαζα Αυγή τότε’. ‘Ξέρουμε τα πάντα για σένα Κοροβέση από τη μέρα που γεννήθηκες’, είναι η απάντηση του Κραβαρίτη”!

Δείτε όλα τα σχόλια