Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το κλειδί της "Μήδειας"

Η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά στη «Μικρή Επίδαυρο»

Η αρχαιοελληνική τραγωδία έχει ως άξονα τα «οικεία κακά», τις αιματηρές ενδοοικογενειακές συγκρούσεις. Στον κύκλο των Ατρειδών δεσπόζει το θέμα της μητροκτονίας (Ορέστης), ενώ στον κύκλο των Λαβδακιδών το θέμα της πατροκτονίας (Οιδίπους). Το τρίτο θέμα, της παιδοκτονίας, που είναι συνήθως «βουβό» στην τραγωδία, θα εξετάσουμε στη συνέχεια αναλύοντας τη «Μήδεια».

Και οι δυο πιο πάνω άνδρες ήρωες καταλήγουν, μετά από μακρόχρονη περιπλάνηση, ικέτες στην Αθήνα. Η διαδικασία μετεξέλιξής της από πελασγική και αριστοκρατική σε δημοκρατική, ανδρική ιωνική πόλη, ολοκληρώνεται, σε επίπεδο συμβόλων, με την αθώωση του μητροκτόνου Ορέστη από τον Άρειο Πάγο. Ο πατροκτόνος Οιδίπους έρχεται στα στερνά του στην Αθήνα, ως ικέτης, για να εγγυηθεί άλλη μια φορά τη δημοκρατική συνθήκη.

Αξιοποιώντας το υλικό των δύο δραμάτων του Σοφοκλή ο Φρόυντ διατύπωσε τη γνωστή θεωρία του «Οιδιπόδειου», που δεν θα αναλύσουμε εδώ. Η γαλλική ανθρωπολογική σχολή, με κύριο εκπρόσωπο τον διαπρεπή ελληνιστή Ζαν Πιέρ Βερνάν, προβάλλει αντίλογο πειστικό: «Αυτή η απόδειξη (του Φρόυντ) έχει όλη τη φαινομενική αυστηρότητα ενός συλλογισμού βασισμένου σε φαύλο κύκλο. Μια θεωρία που γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας ξεκινώντας από κλινικές περιπτώσεις και σύγχρονα όνειρα, βρίσκει την 'επιβεβαίωσή' της σε ένα δραματικό έργο μιας άλλης εποχής (...) Το κλειδί αυτής της τραγωδίας δεν βρίσκεται στο 'όνειρο πολλών ανδρών ότι κοιμήθηκαν με τη μητέρα τους', αλλά στο τραύμα της έκθεσης του Οιδίποδα ως βρέφους από μια φονική μάνα».

Ποιο είναι, λοιπόν, το κλειδί της «Μήδειας»; Ο ποιητής για πρώτη φορά τολμάει να εκθέσει ανοιχτά, σε πλήρες φως, το μέχρι τότε «κρυφό θέμα» της τραγωδίας, την παιδοκτονία, που κρύβεται πίσω από την πατροκτονία και τη μητροκτονία. Εγκαθιστά ως απόλυτη τραγική πρωταγωνίστρια την παιδοκτόνο μάνα. Στο κέντρο, μάλιστα, του, τότε «διαφωτισμένου» κόσμου, την Αθήνα, όπου θα καταφύγει η Μήδεια μετά τον φόνο των παιδιών της. Αλλά μια Αθήνα που έχει «κυλήσει», λόγω του Πελοποννησιακού Πολέμου, από ένα άστυ θεσμικά συντεταγμένο, πίσω στον άγριο, ασύντακτο, προ της εποχής του Θησέα, προ-ιωνικό εαυτό της. Επάνω στην κορύφωση του παιδοκτόνου ελληνικού εμφυλίου πολέμου, ο Ευριπίδης γράφει τη «Μήδεια» ως μάθημα «εσαεί»: ότι η παιδοκτονία, υποτίθεται «ίδιο μόνο των βαρβάρων», κάλλιστα μπορεί να θάλλει και να ευδοκιμεί μέσα στην «καρδιά» του πολιτισμένου ελληνικού κόσμου. Το πληγωμένο σώμα της γυναίκας - Μήδειας εδώ ταυτίζεται ολοκληρωτικά με το σπαραγμένο κείμενο - σώμα της τραγωδίας. Είναι μια ενσώματη, έμφυλη τραγωδία από σάρκα και αίμα.

Χρησιμοποιώντας την «πήλινη» μετάφραση του Μίνου Βολανάκη, «εμπλουτισμένη» με ετερογενή αποσπάσματα από άλλης εμβέλειας χωρία (του Χάινερ Μίλερ και του Παζολίνι, ασύμβατα μεταξύ τους) η «δραματουργική επεξεργασία» και η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά στο «Μικρό Θέατρο» της Επιδαύρου (κίνηση Χρήστου Παπαδόπουλου), θέλοντας να δώσει απαντήσεις (από ανδρική, ψυχολογίζουσα σκοπιά), σε ερωτήματα που ο ποιητής αφήνει σκοπίμως αναπάντητα, όπως «σε ποια σημεία έχει δίκιο η ηρωίδα και σε ποια άδικο; Πότε υποκρίνεται και πότε όχι; (λες και αυτό είναι το θέμα, να «αναθεωρήσουμε» σήμερα τη δίκη της), επιδίδεται σε ατελείωτα σχόλια επί σχολίων χάνοντας την αληθινή Μήδεια.

Επιχειρεί να στήσει μια παράσταση «μεταδραματική», «δι' απαγγελίας» με το «δρώντων», κλεισμένο σε στεγανά κουτάκια, αλλά μάλλον δεν ξέρει πώς να το κάνει και, προκειμένου να ελέγξει τη ροή του συναισθήματος, να κρατήσει μια απόσταση από τα πράγματα, απαγορεύει «διά ροπάλου» στους ηθοποιούς του, που μοιράζονται όλα τα πρόσωπα (Γιώργος Γάλλος - Μήδεια, Χρήστος Λούλης - Ιάσων - Κρέων - παιδαγωγός - Αιγέας, Μιχάλης Σαράντης - χορός, Άγγελος - Τροφός), να υποδυθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι μια ισότονη ως ρυθμός και επίπεδη ως ύφος, άσαρκη αναιμική παράσταση ενός έργου κατ’ εξοχήν αιματώδους και σαρκικού, ως σκιά του εαυτού του. Αυτή είναι μια άλλη «Μήδεια» από άλλα κλίματα και ήθη φερμένη, «πολιτικώς ορθή», εγκεφαλική, σχεδόν φλεγματική, ψυχρή. Η εμπαθής δική μας Μήδεια δεν έχει ανάγκη από τέτοια «κόσμια» συμπεριφορά. Ενώπιον του κοινού, γυμνώνει και συνθλίβει τα στήθη της.

Τα μαύρα, επίσημα σύγχρονα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη), τα στοιχειώδη σκηνικά (Έλλη Παγεωργακοπούλου), οι στοιχειακοί φωτισμοί (Αλέκος Αναστασίου) και η αντίστοιχη μουσική (Κεργκομάρ), προφανής παραγγελία της σκηνοθεσίας.

Δείτε όλα τα σχόλια