Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Περιμένοντας τον Γκοντό" στο Μουσείο Μπενάκη

Η Νατάσα Τριανταφύλλη επανέρχεται στον χώρο όπου πριν τρία χρόνια σκηνοθέτησε την Αντιγόνη του Σοφοκλή, έχοντας ενδιαμέσως ανεβάσει τους Αδελφούς Καραμάζοφ στο Θέατρο Τέχνης, ολοκληρώνοντας έτσι μια άτυπη τριλογία που περιλαμβάνει τρία ορόσημα του ανθρώπινου πνεύματος.

Οι ρίζες ενός δέντρου σκεπάζουν το αίθριο του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς. Φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Νεκτάριο Διονυσάτο, αποτελεί μέρος της σκηνογραφίας της Εύας Μανιδάκη. Κάτω από αυτές τις ρίζες, που μοιάζουν να έχουν εκτιναχθεί στον αέρα αλλά ταυτόχρονα και να σκεπάζουν τη "σκηνή" σαν να ήταν φύλλωμα, εκτυλίσσεται ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του 20ού αιώνα: το Περιμένοντας τον Γκοντό, το πρώτο θεατρικό έργο που δημοσίευσε και παρουσίασε στη σκηνή ο Σάμιουελ Μπέκετ.

Η Νατάσα Τριανταφύλλη επανέρχεται στον χώρο όπου πριν τρία χρόνια σκηνοθέτησε την Αντιγόνη του Σοφοκλή, έχοντας ενδιαμέσως ανεβάσει τους Αδελφούς Καραμάζοφ στο Θέατρο Τέχνης, ολοκληρώνοντας έτσι μια άτυπη τριλογία που περιλαμβάνει τρία ορόσημα του ανθρώπινου πνεύματος.

Σε έναν χώρο που ορίζεται από τους φωτισμούς του Σκοτ Μπόλμαν, συνεργάτη του Μπομπ Γουίλσον, με τη μουσική της Μόνικα να εντάσσει, εν είδει τραγουδιού, αλλά και ελαφρώς ειρωνικού σχολίου, τις σκηνικές οδηγίες του Μπέκετ στο κείμενο της παράστασης, ο Βλαντιμίρ του Λάζαρου Γεωργακόπουλου και ο Εστραγκόν του Δημήτρη Μπίτου συναντώνται, όπως και χτες, όπως και αύριο, σε αυτόν τον αινιγματικό και εκτός κόσμου τόπο, όπου θα περιμένουν αυτόν που "δεν θα 'ρθει απόψε, αλλά αύριο σίγουρα".

Χρησιμοποιώντας εξπρεσιονιστικούς τόνους, σκηνοθεσία και ερμηνείες αναδεικνύουν το κωμικό στοιχείο του έργου (ο ίδιος ο Μπέκετ άλλωστε, στην αγγλική μετάφραση του έργου, του έδωσε τον χαρακτηρισμό "τραγικωμωδία"). Ο Αινείας Τσαμάτης, ερμηνεύοντας τον Λάκι, εικονογραφεί πλήρως τον μπεκετικό χαρακτηρισμό, ειδικά στον καταιγιστικό μονόλογό του, όταν διατάσσεται "να σκεφτεί", ενώ αντίθετα ο Αντώνης Αντωνόπουλος επιμένει μονοδιάστατα στον αυταρχικό αφέντη, χωρίς να αναδεικνύει τα μπουφόνικα χαρακτηριστικά του Πότζο.

Χρησιμοποιώντας τον χώρο της εισόδου του Μουσείου ως παρασκήνιο, η σκηνοθέτις καταφέρνει να ανταποκριθεί στις σκηνικές οδηγίες του Μπέκετ (είσοδος του Πότζο και του υπηρέτη του κ.λπ.), "νικιέται" όμως από την ηχητική ακαταλληλότητα του χώρου, η οποία επιβάλλει τη χρήση μικροφώνων, η οποία οδηγεί αρκετά αντιθεατρικό αποτέλεσμα...

Πάντως η Νατάσα Τριανταφύλλη αναδεικνύει με άριστο τρόπο την κυκλικότητα που χαρακτηρίζει το κείμενο: η εντύπωση που αφήνει η παράσταση είναι πως οι δύο πράξεις του κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι τρεις, τέσσερις... αενάως επαναλαμβανόμενες, ποικιλμένες με ανερμήνευτα, αινιγματικά επεισόδια.

 

Δείτε όλα τα σχόλια