Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια διαδρομή, από τον Σακελλάριο ώς σήμερα

«Ο τελευταίος αντάρτης»

Το νεοελληνικό θεατρικό έργο: «Αλλοίμονο στους νέους» και «Ο τελευταίος αντάρτης»

 

Του Λέανδρου Πολενάκη

 

Ανάμεσα στα λεγόμενα “εμπορικά” ελληνικά θεατρικά έργα της δεκαετίας '50-'60, που άλλοτε λοιδορείται άκριτα συλλογικά και άλλοτε επαινείται καθ' υπερβολήν, πολλά από τα οποία έγιναν σενάρια πετυχημένων ταινιών ή μεταπήδησαν από την οθόνη στη σκηνή με μια ευκολία που κάτι σημαίνει και με χαρισματικούς, πάντα λαϊκούς ηθοποιούς, σε έξοχους διαλόγους αλλά και με μια ροπή στο εύκολο, βεβιασμένο “χάπι εντ” (η “ράχη” των αστών θεατών δεν άντεχε περισσότερη πραγματικότητα), μπορούμε να συναντήσουμε αρκετά μικρά αριστουργήματα. Πρέπει, κάποτε, να ασχοληθούμε σοβαρά, ξεχωρίζοντας την ήρα από το σιτάρι. Κατά τη γνώμη μου, οι δύο κορυφαίοι δημιουργοί της περιόδου αυτής ήταν ο Ασημάκης Γιαλαμάς, σπουδαίος, επίσης, παραγνωρισμένος πεζογράφος, και ο Αλέκος Σακελλάριος. Ρώτησα κάποτε τον πρώτο, γιατί πάντα αυτό το βεβιασμένο τέλος, στα έργα και στις ταινίες του. Μου απάντησε, “Δεν θέλαμε να πικραίνουμε άλλο τον κόσμο, που ήταν ήδη πικραμένος.” Ωστόσο υπήρχε και η δρακόντεια προληπτική λογοκρισία του τότε καθεστώτος. Αμερικανικής επίνευσης.

Ο Αλέκος Σακελλάριος ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σκηνοθέτης και πολλά άλλα. Δέσποσε στην ελληνική σκηνή και στον κινηματογράφο, για πολλές δεκαετίες.

 

Η ελληνική εκδοχή του «Φάουστ»

Το «Αλλοίμονο στους νέους» του Σακελλάριου (σε συνεργασία με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο) είναι μια πετυχημένη ελληνική εκδοχή του «Φάουστ» του Γκαίτε, μετασκευασμένου «α λα ελληνικά» σε μια γλυκόπικρη σύγχρονη αστική κωμωδία, με το απαραίτητο , βέβαια, και χωνευτικό «αίσιο τέλος».

Υπόθεση: Ο Ανδρέας και ο Αγησίλαος είναι δύο εύποροι ηλικιωμένοι αστοί, ανύπανδροι, αλλά ερωτευμένοι με τη Ρίτα, τη νεαρή γειτονοπούλα τους, κόρη της κυρίας Ελένης. Ο Ανδρέας, που πιστεύει ότι μόνον τα νιάτα φέρνουν την ευτυχία και όχι τα χρήματα, σαν άλλος Φάουστ και με τρόπο μεταφυσικό... συμφωνεί με τον διάβολο να του πουλήσει την ψυχή του και να τον ξανακάνει νέο, για να μπορέσει να διεκδικήσει τη Ρίτα. Με επιτίμιο να μείνει φτωχός.

Όμως, ο πλούσιος και ηλικιωμένος Αγησίλαος πολιορκεί στενά τη Ρίτα, τάζοντάς της μια άνετη ζωή. Από δίπλα ο Μανώλης, το αίσθημά της, δεν την αφήνει ποτέ μόνη.

Το φινάλε είναι αναμενόμενο, ο φτωχός αλλά τίμιος Μανώλης κερδίζει την καρδιά της Ρίτας, τέλος καλό, όλα καλά. Επιπλέον ο Ανδρέας ξυπνάει από τον ύπνο που τον είχε πάρει στην καρέκλα του, για να διαπιστώσει ότι όλα ήταν ένα όνειρο. Οι μικροαστοί θεατές ας κοιμούνται ήσυχοι. Δεν γίνονται αυτά στην πραγματικότητα.

Την τελική ανατροπή ο Σακελλάριος δεν τολμά να την κάνει: Ο Ανδρέας ξυπνώντας, να διαπιστώσει ότι είναι και γέρος και φτωχός. Επειδή το στοίχημα το κερδίζει πάντα ο διάβολος.

Η παράσταση στο “Κόρονετ”, σε σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη, με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, τρέχει σαν τούρμπο μηχανή, με μια δεμένη, καλοκουρδισμένη, αεικίνητη ομάδα παλαίμαχων και νέων ηθοποιών που συνεργάζονται άψογα. Ο έμπειρος Κοσμάς Ζαχάρωφ είναι στιβαρός, ο Σπύρος Μπιμπίλας σε τέσσερις (4) σπαραξικάρδιους ρόλους δίνει ρέστα, οι Γιώργος Γαλίτης, Φωτεινή Ντεμίρη, Στράτος Χατζηηλίας εξαιρετικοί και η νεότατη Νεφέλη Κουλούρη, ένα ανατέλλον αστεράκι.

Αυτά στη φωτισμένη βιτρίνα της νεοελληνικής αστικής τάξης. Ας δούμε, όμως, τι συνέβαινε στο σκοτεινό κομμάτι της σήραγγας, στα πέτρινα χρόνια.

 

Μια αληθινή ιστορία του Εμφυλίου

Δίνω τον λόγο στην παράσταση του έργου «Ο τελευταίος Αντάρτης», μια αφήγηση του 93άχρονου σήμερα Τάκη Σάντρα, στο θέατρο «Άβατον» του Μεταξουργείου, που μπορεί να ακουστεί σαν υπόγεια μουσική υπόκρουση, αν όχι σχόλιο, σε όσα η πέννα τού διόλου ανυποψίαστου και πολιτικά ενημερωμένου Αλέκου Σακελλάριου θέλησε να μας πει, από το δικό του μετερίζι.

Το έργο μάς διηγείται την αληθινή ιστορία της τελευταίας ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού, στο Γράμμο. Πέντε ιστορίες γυναικών μαχητριών της ομάδας. Διωγμένες από εχθρούς και φίλους. Διατρέχουν οριζόντια τη δεκαετία της φωτιάς, 1940-1949. Τη σκηνική σύνθεση συμπληρώνει ηχητικά η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Τάκη Σάντρα, τελευταίου μέλους της ομάδας που διέφυγε.

Η παράσταση, με τις καλές Τ.Μ. Δεληγιάννη, Μ. Καρύδη, Π. Κεφαλά, Χ. Μπελιούλα, Λ. Ορφανουδάκη (θα τις ήθελα λίγο πιο «τσαλακωμένες», όσοι έχουν δει φωτογραφίες των γυναικών του Δ.Σ. στην τελευταία του φάση καταλαβαίνουν), φωτίζει τραγικά μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της νεότερης ιστορίας μας.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις