Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μέσα από τους δρόμους της καρδιάς

"Ένας εχθρός του λαού" στο "Στούντιο Μαυρομιχάλη"

 

Του Λέανδρου Πολενάκη

 

Ο αναίτια κατασυκοφαντημένος πνευματικός ελληνικός 19ος αιώνας, έγραφα στο προηγούμενο σημείωμα - εισαγωγή στον "Εχθρό του λαού”, μας έδωσε μια από τις διεισδυτικότερες και εντελέστερες μελέτες για τον Ίψεν και για το έργο του. Πρόκειται για το δοκίμιο του Βιζυηνού “Ερρίκος Ίψεν”, που φωτίζει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας του και τις ριζοσπαστικές θέσεις που πήρε ο συγγραφέας απέναντι στα ζέοντα προβλήματά της, αντιμέτωπος με τα ισχυρά κατεστημένα ιδεολογικά κ.ά. μορφώματα.

Έτσι ο παραγνωρισμένος στην ποιητική του υπόσταση και λοιδορούμενος από το ελλαδικό ακαδημαϊκό κατεστημένο Βιζυηνός, ξένος και αποσυνάγωγος, που κέρδισε εν τέλει την αναγνώριση χάρις στο πεζογραφικό έργο του πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα, συναντάει τον εξίσου αποσυνάγωγο στην πατρίδα του Ίψεν μέσα από τους δρόμους της καρδιάς:

“Ως ήτο επόμενον”, μεταφέρω από Βιζυηνό, “το ακαθέκτως προοδευτικόν, το θορυβώδες και τουτ' αυτό επαναστατικόν του νέου Ίβσεν πνεύμα εδημιούργησεν εις αυτόν πολλάς και παντοίας αντιδράσεις δυσαρεστούσας και πικραινούσας αυτόν εν παντί έργω και αξιώματι. Τα δράματά του απηγορεύοντο υπό της λογοκρισίας, πάσα δε αυτού πρόθεσις, όσο καλή και εάν ήτο, διεβάλλετο υπό των συκοφαντών, ούτως ώστε να του αφαιρείται πάσα ελευθερία δράσεως. Διά τούτο εξεπατρίσθη εκουσίως το 1864 αποδημήσας εις Ρώμην. 'Δεν έχω καμμίαν ικανότητα', έγραφε προς ένα φίλον του, 'να είμαι πολίτης συντηρητικός (σ.σ.: το κρατάμε αυτό). Και αφού δεν έχω ικανότητα προς τούτο, δεν αναμιγνύομαι μ' αυτούς'".

Γίνεται φανερό από τα πιο πάνω ότι ο “Εχθρός του λαού” διαθέτει έντονο βιωματικό στοιχείο. Ο γιατρός Θωμάς Στόκμαν, που παλεύει μόνος εναντίον όλων για να εξυγιάνει την κοινωνία καθαίροντάς την από το ψέμα και την υποκρισία, είναι ο Ερρίκος ΄Ιψεν. Ο Στόκμαν από πολλούς έχει ταυτιστεί με τον νιτσεϊκό Υπεράνθρωπο, αλλά δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Επειδή ο ήρως του Ίψεν αγαπάει τον άνθρωπο και δεν θέλει να τον καταργήσει για χάρη μιας αφηρημένης οντότητας, όπως ο νιτσεϊκός.

Πιο πολύ πηγάζει από τον Δόν Κιχώτη του Θερβάντες, που θέλει να σώσει τον κόσμο και η αφέλειά του τον κάνει επιφανειακά να μοιάζει με κωμικό ενώ στην ουσία δεν είναι. Έτσι ο Στόκμαν, με το απότομο ξύπνημά του από τις ψευδαισθήσεις, μοιάζει μόνο με ήρωα κωμωδίας, ενώ ανήκει πράγματι στη χορεία των τραγικών. Ο ίδιος επιλέγει για τον εαυτό του την εικόνα του Χριστού με το φραγγέλιο όχι του ειρηνοποιού (πέμπτη πράξη.) Είναι ένα μαχόμενο πολιτικό έργο ενάντια στον άκαμπτο, απολιθωμένο δογματισμό, από όπου και αν προέρχεται.

Η παράσταση του “Εχθρού” στο “Στούντιο Μαυρομιχάλη” σε σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή, στην έγκυρη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, είναι από τις εντελέστερες ως ήθος και ως διάνοια των προσώπων. Παίζει επιδέξια με το είναι και με το φαίνεσθαι του κεντρικού ήρωα Στόκμαν και της φαμίλιας του τανύζοντας το νήμα από το δονκιχωτικά κωμικό ώς το σοβαρό και τραγικό.

Οι ρόλοι του Στόκμαν, της γυναίκας, της κόρης τους δίνονται μεταβατικά, από την αθώα νευρόσπαστη ξύλινη μαριονέτα έως τον σκεπτόμενο άνθρωπο, απέναντι στο αναίσθητο “τσιμεντένιο” μπλοκ των εκπροσώπων της εξουσίας και των λακέδων τους, οργανωμένο κάθετα: ο βιομήχανος, ο εκδότης, ο δημοσιογράφος, ο τυπογράφος!

Η Στέλλα Κρούσκα είναι σπουδαία και αναδεικνύει το σκοτεινό πρόσωπο της εξουσίας ως σύγχρονης γυναίκας - πολιτικού (και μουσική επιμέλεια.) Ο Φώτης Μακρής επεξεργάζεται στις λεπτομέρειες και προβάλλει πρισματικά τον αντιφατικό Στόκμαν, “άνθρωπο για όλες τις εποχές”. Η Μαριέλλα Δουμπού (κόρη) είναι μονολεκτικά έκτακτη, η Κλεοπάτρα Τολόγκου δίνει καίρια και λιτά την παραδοσιακή φύση - θέση της ταγμένης γυναίκας.

Ο Γιώργος Κυριαζόπουλος φτιάχνει μια οικεία φιγούρα πολυπράγμονος "δημοσιογράφου". Ο Νίκος Αργυριάδης μια ανάλογη μορφή διαπλεκόμενου συγγενούς. Ο Άρης Λεοντόπουλος μια εξίσου γνώριμη εικόνα της “σιωπηλής πλειοψηφίας” που σκοτώνει. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μαρίας Μπανάκη στηρίζουν τη διαχρονικότητα. Οι φωτισμοί (Νίκος Βλασόπουλος) πείθουν.

Θα κλείσω, ωστόσο, με ένσταση σοβαρή: Η τελευταία σκηνή, όπου ο απελπισμένος Στόκμαν ανοίγει ένα σχολείο για τους περιθωριακούς και απόκληρους, αποτελεί τη συμπύκνωση όλου του έργου και δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να παραλειφθεί.

 

Δείτε όλα τα σχόλια