Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο αντιστασιακός Κώστας Καλυβιώτης: Από τον Αϊ-Στράτη μέχρι την Ερμού, μια ζωή δρόμος

Δίπλα του πάντα η "Αυγή"

Ο ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΥΒΙΩΤΗΣ Κατάφερε να επιζήσει από τα βασανιστήρια και την εξορία. Έφτιαξε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις με είδη ραπτικής στη χώρα

«Κάθομαι και αναπολώ όλα αυτά που πέρασα και πέρασα μια ζωή ωραία, με αγώνες σωστούς» έχει να λέει ο αντιστασιακός Κώστας Καλυβιώτης, ο «Αντρέας» της ΕΠΟΝ, όπως ήταν το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε για να προστατευτεί. Έναν μήνα πριν κλείσει τα 98 του χρόνια, τον επισκεφθήκαμε στο σπίτι του στην Πλάκα, ένα από τα πιο κομψά και καλοδιατηρημένα στην περιοχή, σχεδιασμένο από τον Αλέξανδρο Νικολούδη (Μέγαρο Λιβιεράτου, Σαρόγλειο Μέγαρο κ.ά). Εκεί μας δόθηκε η δυνατότητα να ανατρέξουμε στο παρελθόν και να έρθουμε σε επαφή με τη ζωή ενός επαναστάτη που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο κίνημα της αντίστασης απέναντι στους ναζί και στη διάδοση της ΕΠΟΝ.

Δίπλα του πάντα η "Αυγή"

Συναντηθήκαμε στο σαλόνι. Έναν χώρο γεμάτο ιστορικά κειμήλια με φωτογραφίες από σημαντικές συναντήσεις και στιγμές, όχι μόνο για τον Κ. Καλυβιώτη, αλλά για την Αντίσταση. Ο ίδιος βρίσκεται πλέον καθισμένος σε καροτσάκι, όχι όμως και καθηλωμένος. Παρακολουθεί σταθερά την επικαιρότητα και συζητά συχνά με αριστερούς και δεξιούς παλιούς του φίλους. Στο ξύλινο καροτσάκι που έχει δίπλα του, εκτός από φάρμακα, έχει πάντα εφημερίδες, την "Αυγή" και την "Καθημερινή". Για την "Αυγή" θυμάται ότι πήρε το όνομά της από ένα τυχαίο συμβάν στο οποίο βρέθηκε μπροστά. «Συζητούσαν στα γραφεία της εφημερίδας και ενώ έψαχναν ποιο όνομα θα της δώσουν, ρωτήθηκε κάποια στιγμή ο Τάκης Τλούπας τι κάνει η αδερφή του η Αυγή». Από εκείνη την ερώτηση γεννήθηκε η έμπνευση για το όνομα της εφημερίδας σύμφωνα με τον Κ. Καλυβιώτη, ένα όνομα γεμάτο αγάπη, όπως εκείνη που είχε για την αδερφή του ο ιστορικός φωτογράφος από τη Λάρισα.


Ο Κώστας Καλυβιώτης στις εκδηλώσεις της Απελευθέρωσης στα Γιάννενα το 1944

Δούλεψε και περπάτησε παντού

«Περπάτησα όλη την Ελλάδα από μικρό παιδί. Από την Ξάνθη πάνω μέχρι την Πελοπόννησο. Πιο κάτω δεν υπήρχε» λέει ο Κ. Καλυβιώτης μιλώντας για την προσπάθειά του να διαδώσει τότε τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, πηγαίνοντας με τα πόδια από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό.

Αντίστοιχα πολλές με τις διαδρομές ήταν οι δουλειές που έκανε μικρός. «Δούλεψα σε κουρεία, έφυγα γιατί μ' έδειρε, γιατί είδα τα στραβά. Σε τυπογραφείο έφυγα γιατί έδειρα τον τυπογράφο. Σε μπακάλικο έφυγα γιατί μας έβαζε να κατουράμε και να πετάμε το κάτουρό μας στο πετρέλαιο και το πουλούσε. Δούλεψα μετά σ' ένα φαρμακείο, που με υποχρέωνε ο φαρμακοποιός να πηγαίνω το βράδυ στην κλινική του Παπαδημητρίου, να βγάζω τους πεθαμένους απ' την πίσω πόρτα» αφηγούταν στους Σπύρο Σακελλαρόπουλο και Γεωργία Ιμσιρίδου για το περιοδικό του Μουσείου Μπενάκη το 2011, όταν και μπορούσε να μιλήσει με μεγαλύτερη άνεση, καθώς η υγεία του βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση. «Όλα αυτά ήταν ένα σχολείο για μένα. Γνώρισα τύπους διάφορους εκεί μέσα, με δίδαξαν πολλά πράγματα. Έβλεπα το καλό και το άσχημο ανάμεσα στους ανθρώπους» συμπλήρωνε.

Η πρώτη σύλληψη στα 16 του

Γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1921 στο χωριό Συκούριο του Νομού Λαρίσης και είχε γονείς καπνεργάτες. Ο πατέρας του Στάθης Καλυβιώτης ήταν ανάμεσα σε εκείνους που δημιούργησαν τον Σοσιαλιστικό Όμιλο, που υποστήριζε τη θέση για μηδενική αποζημίωση των τσιφλικάδων κατά την απαλλοτρίωση των κτημάτων. «Ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής χωρίς να είναι μέλος του κόμματος».

Βαδίζοντας στα αγωνιστικά χνάρια των δικών του, κράτησε αντίστοιχη στάση. Έζησε τη φυλακή, την εξορία, τα βασανιστήρια, χωρίς να προδώσει ποτέ τον αγώνα και τους συντρόφους του. Η πρώτη φορά που τον συνέλαβαν ήταν μόλις στα 16 του χρόνια. Δούλευε ως εμποροϋπάλληλος και ήταν ο μόνος που δεν γραφόταν στην ΕΟΝ, τη νεολαία του Μεταξά.

Εκείνη την περίοδο είχε ενταχθεί στην ΟΚΝΕ, τη νεολαία του ΚΚΕ. Ακόμη όμως δεν γνώριζε πολλά για την οργάνωση, μέχρι που άρχισε να γαλουχείται δίπλα σε ισχυρές προσωπικότητες του χώρου, όπως τη Βάσω Παπαρήγα (γυναίκα του Μήτσου), τους Γιάννη Γουλιμάρη και Σπύρο Καλοδίκη.


Πανθεσσαλική Συνδιάσκεψη της ΕΠΟΝ στην οικία Κουτούλα στην οδό Ιάσωνος στη Λάρισσα το 1945

Η εικόνα που δεν ξέχασε και η ΕΠΟΝ

Το 1942 είχε βρεθεί με εντολή του κόμματος στην Αθήνα και στο Παγκράτι, όπου στις αρχές του Φλεβάρη θα αποφασιζόταν η δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων σε όλη τη χώρα. Εκτός από την ιστορική απόφαση, θα του εντυπωνόταν για μια ζωή η εικόνα που αντίκρισε στην Πανεπιστημίου. «Και να περνάω στον δρόμο και να βλέπω τους πεθαμένους. Φλεβάρης '42... Πεθαμένους. Να τους μαζεύουν στα καρότσια...».

Με την επιστροφή του στη Θεσσαλία και στον Βόλο συγκρότησαν υπό την καθοδήγηση του Γ. Γουλιμάρη και της Βάσως Παπαρήγα τους πρώτους πυρήνες αντίστασης σε όλη τη Θεσσαλία. Με τη Β. Παπαρήγα έστησαν και το πρώτο τυπογραφείο. Ακολούθησε νέα αποστολή για τη συγκέντρωση νέων ανθρώπων και τη δημιουργία οργανώσεων στα Γιάννενα. «Όπου πηγαίναμε, λέγαμε στον δάσκαλο να ανοίξει το σχολείο. Όσα παιδιά υπάρχουν. Δεύτερον, οργανώναμε τα συσσίτια. Οργανώναμε την αλληλεγγύη. Αυτό ήταν το έργο της ΕΠΟΝ».

Τον Φλεβάρη του 1943 δημιουργήθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, γνωστότερη σε όλους ως ΕΠΟΝ. Ο Κ. Καλυβιώτης τη χαρακτηρίζει ως τη σπονδυλική στήλη της Εθνικής Αντίστασης. Συνολικά από την ΕΠΟΝ πέρασαν 600.000 νέοι και νέες, από τους οποίους 1.300 έχασαν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών.


Στη σκάλα γιουγκοσλαβικού αεροπλάνου ο Κ. Καλυβιώτης με αντιπρόσωπο της Γιουγκοσλαβίας στο 1ο Βαλκανικό Συνέδριο Αντιφασιστικής Νεολαίας στα Τίρανα, 1945

Νέα σύλληψη και ξύλο

Οι διώξεις σε βάρος των αριστερών συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση από τους ναζί. Το 1945 ο Κ. Καλυβιώτης συνελήφθη στην Καρδίτσα ως στέλεχος της ΕΠΟΝ. Εκεί, όπως αφηγούταν στους Σπ. Σακελλαρόπουλο και Γ. Ιμσιρίδου, τον έσωσε, όσο κι αν μοιάζει οξύμωρο, ένας χωροφύλακας. «Πρώτα με τάραξαν στο ξύλο. Το τι ξύλο έφαγα, παιδιά, δεν λέγεται. 'Πάρ' τον' λένε σε έναν ενωμοτάρχη 'και ξέρεις'. Ξέρεις σημαίνει ότι το βράδυ... Με έβαλαν σε μια ταράτσα κι αυτός έβγαλε τη χλαίνη του και την έριξε πάνω μου. Βράδυ τώρα κι όπως ήμουν από το ξύλο χάλια, σπασμένα όλα, περίμενα ότι θα έρθουν να με πάρουν. Αυτός κάθισε εκεί όλη τη νύχτα. Τα χαράματα γυρίζει και μου λέει 'Μη φοβάσαι. Εσύ δεν είσαι ο γιος του μπάρμπα Στάθη;' 'Ναι' του λέω. 'Ο πατέρας σου εμένα μ' έσωσε'. Ο πατέρας μου, για να ζήσει, έκανε πολλά. Κι έκανε κι ένα φάρμακο για το στομάχι... Λέει 'Μου έκανε καλά το στομάχι'. Δεν με πήραν και το πρωί ειδοποιεί μια κοπέλα να 'ρθει να μου φέρει ρούχα και φάρμακα.

Διαφυγή στο σπίτι του Χατζιδάκι

Στη συνέχεια κατάφερε να δραπετεύσει από τον Πειραιά όπου τον είχαν μεταφέρει για να τον στείλουν στη συνέχεια εξόριστο στην Ικαρία. Κοιμήθηκε τρεις μέρες στο σπίτι του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος κι εκείνος συμμετείχε ενεργά την περίοδο της κατοχής στην Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ.


Ο Κ. Καλυβιώτης στην Αθήνα το 1948

Το τσιγάρο με τον Λουντέμη

Το 1948 τον συνέλαβαν ξανά στην Αθήνα έπειτα από προδοσία και τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Δεν μίλησε. Έμεινε κρατούμενος για τρία χρόνια στις φυλακές Αβέρωφ, ακολούθησαν λίγοι μήνες ελευθερίας και νέα σύλληψη, στην οποία προσπάθησαν να τον εμπλέξουν με την υπόθεση Μπελογιάννη. Τελικώς κατέληξε εξόριστος στον Αϊ-Στράτη. Εκεί γνώρισε πολλούς, ανάμεσά τους και τον Μενέλαο Λουντέμη. «Ο Λουντέμης ήταν ένας τύπος μποέμ, λέγαμε μεταξύ μας όλες τις βλακείες. Κόβαμε το τσιγάρο στα τέσσερα και το βάζαμε στην καρφίτσα για να καπνίσουμε".


Εξόριστοι Θεσσαλοί στον Αϊ-Στράτη το 1951

Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1956 έμαθε ότι τον αφήνουν ελεύθερο. Σύντομα θα αποκτούσε επαφή με τον κόσμο της ραπτικής και θα έχτιζε τον δικό του κόσμο γύρω από αυτή, φτάνοντας να δημιουργήσει αλυσίδα με είκοσι καταστήματα σε όλη τη χώρα, στα οποία βρήκαν μεροκάματο από κομμουνιστές μέχρι και χωροφύλακες που τον καταδίωκαν.

"Είναι κομμουνιστής, μην αγοράζετε από αυτόν"

Με την οικογένειά του να ζορίζεται οικονομικά, είχε μάθει από πολύ μικρός πώς να τα βγάζει πέρα. Παρότι αγαπούσε πολύ τα γράμματα, αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο στα μισά τη Γ' Δημοτικού για να δουλέψει. Σύνηθες για την εποχή. «Έχεις γερές πλάτες, από τώρα αναλαμβάνεις εσύ το φορτίο για την οικογένεια» του είχε πει ο πατέρας του βαριά άρρωστος νοσοκομείο όταν εκείνος ήταν μόλις 8 χρόνων.

Έκανε όλες τις δουλειές που μπορούσε. Όπως όταν εξασφάλισε δυο δεκάρες από θείο του για να πάρει ένα κουτάκι καραμέλες και να το πουλήσει. Ή ακόμη όταν κουβαλούσε τις αποσκευές κάποιου επιβάτη από το καράβι όποτε ερχόταν και να πάρει ένα χαρτζιλίκι. Εκείνη η ευρηματικότητα και κυρίως το πείσμα για ζωή δεν πήγαν στράφι.

Όταν βγήκε από την εξορία το '56 ζήτησε δουλειά από ένα φίλο του με υφασματάδικο στην Ερμού, τον Θάνο Κομίτσα. «Αλλά πού να με πάρει να πουλάω 'μόδα' τέτοια που ήταν τα χάλια μου. Αδύνατος, καταπονημένος, με ένα βουλγάρικο τεράστιο παλτό» δήλωνε τον Ιούνιο του 2008 στο περιοδικό "Γυναίκα" που ιδρύθηκε από τον αγαπημένο του φίλο Ευάγγελο Τερζόπουλο. Η συνέντευξη είχε δοθεί στην Κατερίνα Χτενέλη και είχε φιλοξενηθεί στο πρώτο τεύχος της νέας περιόδου του περιοδικού.

Ο Θ. Κομίτσας του είχε αναθέσει να πάρει ένα τόπι ύφασμα και να βγει στον δρόμο να το πουλήσει. Με τον καιρό και την επιμονή του κατάφερε να μπει στις καλύτερες μπουτίκ, ξεπερνώντας και το εμπόδιο ότι αρχικά τον έπαιρναν από πίσω οι χωροφύλακες και φώναζαν στον κόσμο να μην αγοράσει γιατί είναι κομμουνιστής. «Η πιο αριστοκρατική μπουτίκ ήταν η Maripal στην οδό Σκουφά 10. Ιδιοκτήτριες ήταν οι Μαίρη Παπαμιχαήλ, Μουρτζοπούλου και Έμμα Δοξιάδου. Πήγαινα και ξαναπήγαινα στη Maripal με ένα τσουβάλι στον ώμο με τα εμπορεύματά μου, ώσπου μια μέρα κατάφερα να πάρω μια παραγγελία. Αυτό ήταν! Παπαμιχαήλ και Δοξιάδου με έβαλαν στα καλύτερα σπίτια της Αθήνας».

Η συνέχεια τον βρήκε σε ένα μικρό υπόγειο στην Ερμού 6. Εκεί έφτιαξε το πρώτο του κατάστημα που είχε μπροστά έναν πάγκο και πίσω μια ντουλάπα. Πίσω από την ντουλάπα ήταν το στρώμα που κοιμόταν. Το μαγαζί ήταν και το σπίτι του. Το υπόγειο επισκέπτονταν, εκτός από μεγάλες μοδίστρες, και μεγάλες ηθοποιοί. Η Βουγιουκλάκη και η Καρέζη. Για τη διαδρομή της ζωής του έγραφε η Κατερίνα Χτενέλη: «Από τον Αϊ-Στρατή μέχρι την Ερμού είναι μια ζωή δρόμος».

Από τη δεκαετία του 1960 κιόλας ο Κ. Καλυβιώτης είδε την επιχείρησή του να μεγαλώνει πολύ. Εκτός από την Ερμού, άνοιξαν μαγαζιά στην Κοδριγκτώνος στη Βικτώρια, στους Αμπελόκηπους, στο Κολωνάκι και αλλού. «Την Αθήνα ξέρετε πώς την ξέρω, σαν την παλάμη μου αν την πιάσω έτσι...» μας λέει την ώρα που κλείνει το χέρι του σε γροθιά. Λες και βρισκόταν μέσα της η πόλη και δίνοντας την εντύπωση πως μπορεί να τη διπλώσει στα δύο αρμονικά.

Γραφείο άνοιξε ακόμη και στο Παρίσι. Ήταν γραφείο αγορών που έφτασε να απασχολεί ογδόντα εργαζόμενους. Ανάμεσά τους εργάζονταν ο Θανάσης και η Αλέκα Παπαρήγα, που έμειναν στην επιχείρηση για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Με την κοινωνία όρθια

Το έργο της σημερινής κυβέρνησης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015 κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Η κοινωνία ήταν σε τέτοιο βαθμό επιβαρυμένη από τα καταστροφικά μέτρα της προηγούμενης...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο