Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δεκέμβρης 1944 στην Αθήνα. Η απόπειρα ανατίναξης του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρεταννίας

Από την άφιξη του Τσώρτσιλ στην Αθήνα

Για τον Δεκέμβρη του '44 αιωρείται ακόμη, ύστερα από τόσα χρόνια, ένα διπλό ερώτημα: Αν το ΚΚΕ σκόπευε να καταλάβει δυναμικά την εξουσία, γιατί δεν το έκανε τότε που μπορούσε να το κάνει, όταν δηλαδή, αποχωρώντας οι Γερμανοί, απελευθέρωναν τη χώρα;

Για τον Δεκέμβρη του '44 αιωρείται ακόμη, ύστερα από τόσα χρόνια, ένα διπλό ερώτημα: Αν το ΚΚΕ σκόπευε να καταλάβει δυναμικά την εξουσία, γιατί δεν το έκανε τότε που μπορούσε να το κάνει, όταν δηλαδή, αποχωρώντας οι Γερμανοί, απελευθέρωναν τη χώρα; Και αν ο σκοπός του δεν ήταν η δυναμική κατάληψη της εξουσίας, τι το έκανε ν' αλλάξει γνώμη για να το επιχειρήσει τον Δεκέμβρη του '44 στην πιο ακατάλληλη στιγμή και από πιο δυσχερή θέση; Ερωτήματα στα οποία οι ερευνητές των ιστορικών εκείνων στιγμών δεν έχουν δώσει μια ενιαία απάντηση, κυρίως για τη βεβαιότητα με την οποία η τότε ηγεσία του ΚΚΕ οδηγούσε το όλο κίνημα στην ήττα.

Ωστόσο όμως, στις μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβρη του 1944, υπήρξαν απίστευτες στιγμές τόλμης, αυταπάρνησης και ηρωισμού από τους μη γνωρίζοντες τις μύχιες σκέψεις της ηγεσίας μας ΕΛΑΣίτες. Μία από αυτές τις στιγμές, είναι και εκείνη της υπονόμευσης του ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρεταννίας στην πλατεία Συντάγματος, όπου είχαν την έδρα τους ο Σκόμπι και η κυβέρνηση Γεωρ. Παπανδρέου και όπου διέμεναν ή είχαν κρυφτεί και άλλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες, για την οποία όμως οι πηγές είναι περιορισμένες, συγκεχυμένες και σε πολλά σημεία αντιφάσκουσες.

Πάντως, την ιδέα του εγχειρήματος πρέπει να την είχε ο Σπύρος Καλοδίκης, β' γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας του ΚΚΕ (Ακροναυπλιώτης, δραπέτης το 1940 από το σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου, οργανωτής των μεγάλων διαδηλώσεων της Κατοχής στην Αθήνα - δολοφονήθηκε το 1947 από όργανα της Ασφάλειας στους δρόμους της Λάρισας), η οποία, μέσω του α' γραμματέα της ΚΟΑ Βασίλη Μπαρτζιώτα (Φάνη) και του καπετάνιου του α' Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας Σπύρου Κωτσάκη (Νέστορα) έφθασε στους βασικούς τοτινούς κουμανταδόρους του κόμματος Γ. Σιάντο και Γ. Ιωαννίδη, που την ενέκριναν, και όχι στην Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ που είχε την ευθύνη των όλων επιχειρήσεων της Αθήνας. Και η ευθύνη του εγχειρήματος, με τον σχεδιασμό του και την εκτέλεσή του, ανατέθηκε στον ίδιο τον Σ. Καλοδίκη.

Ο Καλοδίκης συνεργάστηκε με τρεις πολιτικούς μηχανικούς. Τον Ευγένιο Καστραβέλη, μηχανικό του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος προμηθεύτηκε από την υπηρεσία του τα κατάλληλα σχέδια και χάρτες των υπονόμων της Αθήνας (έχει πεθάνει πριν από το 1990), τον Δημήτρη Γκίκα, καπετάνιο Λόχου Μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας Αττικοβοιωτίας, πολοτικό μηχανικό του μικρού Πολυτεχνείου (έχει εξαφανισθεί, όπως έχει γράψει ένας αντάρτης με τα στοιχεία Θόδωρος Φ., που είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση) και τον Κίμωνα Ταπεινό, διμοιρίτη του ίδιου λόχου Μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας (έχει και αυτός πεθάνει πριν από το 1990). Επίσης, συνεργάστηκε και με τον Λευτέρη Φράγκου, στρατιωτικό διοικητή του παραπάνω λόχου, καθώς και με τον γραμματέα της Αχτίδας του ΚΚΕ της περιοχής Μεταξουργείου Μπάμπη Γρηγοριάδη.

Η επιχείρηση εκτελέστηκε από επιλεγμένους εθελοντές αγωνιστές, έμπιστους και εχέμυθους, στους οποίους βέβαια δεν είχε γνωστοποιηθεί ο στόχος. Και συγκεκριμένα: 1) από μια ομάδα επτά ανταρτών του Μηχανικού της ΙΙ Μεραρχίας, μεταξύ των οποίων και οι Θόδωρος Φ., Δ. Γκίκας και Κ. Ταπεινός, που προανέφερα, 2) από αρκετούς ΕΛΑΣίτες της περιοχής Μεταξουργείου της Αθήνας και μερικούς του σπουδαστικού Λόχου Λόρδος Μπάϋρον. Στους τελευταίους και οι γνωστοί μου Παγκρατιώτες σπουδαστές του Πολυτεχνείου Κώστας Τερζάκης και Άγγελος Ζυγουράκης και 3) από ένα τμήμα 18 ανταρτών - δυναμιτιστών του Μηχανικού ΕΛΑΣ Ολύμπου (του Αντώνη Αγγελούλη - Βρατσάνου) με στρατιωτικό διοικητή τους τον Χρήστο Χολέβα (Μηλιώνη) και καπετάνιο τον Γιάννη Ντούρα (Ακούραστο).

Ο ακριβής αριθμός των μετασχόντων στο εγχείρημα δεν έχει προκύψει από πουθενά, αλλά ένας από αυτούς, ο Νίκος Κυριακίδης, στέλεχος του ΚΚΕ στην περιοχή, έχει γράψει ότι μέσα στον υπόνομο κατέβηκαν 150 περίπου άνδρες του ΕΛΑΣ για να μεταφέρει ο καθένας τους από ένα κιβώτιο εκρηκτικής ύλης και τα άλλα υλικά, καθώς και μερικά στελέχη με τους μηχανικούς.

Για την είσοδο στον υπόνομο οι πληροφορίες διχάζονται. Ο Ν. Κυριακίδης λέει ότι μπήκανε από ένα φρεάτιο της οδού Λένορμαν, μακριά από το Μεταξουργείο, επειδή οι Εγγλέζοι εντόπισαν τη συγκέντρωση των ΕΛΑΣιτών εκεί στο Μεταξουργείο, ρίξανε ένα βλήμα, σκοτώθηκε μάλιστα ένα μέλος της Αχτιδικής Επιτροπής, και κατόπιν τούτου, η Αχτιδική Επιτροπή αποφάσισε να γίνει η επιχείρηση από άλλο σημείο. Ενώ, όπως έχουν γράψει ο Θόδωρος Φ., και ο Σπύρος Κωτσάκης, το φρεάτιο βρισκόταν στο Μεταξουργείο και μάλιστα -όπως με βεβαίωσε ο φίλος μου Αγγ. Ζυγουράκης-, ο οποίος μου αφηγήθηκε την περιπέτειά του γύρω στο 1970, λίγα χρόνια πριν πεθάνει - βρισκόταν πίσω από το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα της οδού Πειραιώς, το οποίο στην Κατοχή είχε μετατραπεί από τους Γερμανούς σε φυλακές.

Στα θεμέλια του ξενοδοχείου μεταφέρθηκε μεγάλη ποσότητα δυναμίτιδας σε κιβώτια. Άλλοι λένε 1,5 τόνος, άλλοι 1 τόνος και άλλοι 800 ή 700 οκάδες. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης εκατοντάδες μέτρα ηλεκτροφόρου καλωδίου σε κουλούρες, σκάλα για το κατέβασμα στο φρεάτιο και άλλες μικρότερες μέσα στον υπόνομο για τα ανεβοκατεβάσματα της πορείας της, ηλεκτρικοί φανοί, λαδοφάναρα, κεριά και πινακίδες με τόξα πορείας για να μη χαθούν οι αγωνιστές μέσα στον δαίδαλο των διακλαδώσεων, ένα δε φορτηγό αυτοκίνητο με μια ηλεκτρογεννήτρια για την πυροδότηση περίμενε έξω από το φρεάτιο.

Η επιχείρηση ξεκινά!

Η επιχείρηση ξεκίνησε στις 23 ή 24 Δεκεμβρίου (όπως με είχε διαβεβαιώσει ο Άγγ. Ζυγουράκης και όχι 22 Δεκεμβρίου, όπως έχει γράψει ο Ν. Κυριακίδης), μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει και περατώθηκε σε 12 με 15 ώρες με τον τελικό έλεγχο των καλωδίων. Τον έλεγχο τον έκανε ο Ν. Κυριακίδης, όπως ισχυρίζεται, με άλλους τέσσερις ΕΛΑΣίτες και με εντολή του γραμματέα της Αχτίδας του ΚΚΕ Μπ. Γρηγοριάδη. Τόσες ώρες έμειναν οι αγωνιστές μέσα στους υπονόμους, προχωρώντας κατ' άνδρα σε φάλαγγα, παλεύοντας με το σκοτάδι, τα βρομόνερα με τις ακαθαρσίες που μερικές φορές έφθαναν και πάνω από το γόνατο, τους τεράστιους ποντικούς και τις αναθυμιάσεις! Σωστή κόλαση!

Είναι απίστευτο το τι υπέφεραν αδιαμαρτύρητα και καρτερικά όλες αυτές τις ώρες. Όπως μου αφηγήθηκε ο Αγγ. Ζυγουράκης, η μεγάλη καθυστέρηση οφείλονταν κυρίως στην αναζήτηση από τους μηχανικούς στους χάρτες της σωστής κατεύθυνσης μέσα στον δαίδαλο των υπονόμων και των διακλαδώσεών τους, στο πέρασμα μπουσουλώντας μερικών στενών και χαμηλών υπονόμων, σε δυο - τρεις λιποθυμίες από τις αναθυμιάσεις, στο φορτίο που κουβαλούσε ο καθένας τους, που γινόταν ασήκωτο κάτω από τέτοιες συνθήκες και δεν έπρεπε να βραχεί, και στις ολιγόλεπτες αναγκαίες στάσεις κάθε μισή ώρα. Υπήρξαν βέβαια και μερικοί γογγυσμοί και μουρμουρητά, αλλά αυτά γινόντουσαν περισσότερο σαν ένας τρόπος διασκέδασης της αφόρητης και πρωτόγνωρης γι' αυτούς κατάστασης.

Τέλος, ακούστηκε το «φθάσαμε, τελειώσαμε» και οι μεταφορείς αρχίζουν να αφήνουν ένας - ένας τα κιβώτια, γυρίζοντας πίσω, ακολουθώντας τις πινακίδες με τα βέλη. Τα κιβώτια τα παραλάβανε οι αντάρτες δυναμιτιστές που προπορεύονταν με τους μηχανικούς της φάλαγγας. Τα στοίβαξαν, τοποθέτησαν τον εκρηκτικό μηχανισμό και, τελευταίοι, άρχισαν και αυτοί την επιστροφή ξετυλίγοντας το καλώδιο από τις κουλούρες που κουβαλούσαν. Όλοι τους, όταν βγήκανε τα χαράματα της άλλης μέρας στον καθαρό αέρα, δεν πιστεύανε πώς τα κατάφεραν και βγήκαν από αυτή την κόλαση... Ήταν εξουθενωμένοι. Ανοίγανε τα χέρια τους και πέρνανε βαθιές ανάσες για ώρες. «Νόμιζα ότι είχα βγει από τάφο», μου τόνισε ο Ζυγουράκης, «γιατί ήλθαν στιγμές που πίστεψα ότι θα έμενα κάτω. Το ίδιο είχαν νιώσει και πολλοί άλλοι. Ωστόσο, ήμασταν ικανοποιημένοι που εκπληρώσαμε την αποστολή μας. Όμως την μπόχα των υπονόμων με την αηδία τους την κουβαλάω ακόμη μέσα μου».

Όλοι τους τώρα περίμεναν την πυροδότηση. Ο Γ. Ντούρας, ο καπετάνιος του αντάρτικου τμήματος, άρχισε την ετοιμασία, βάζοντας μπρος τη γεννήτρια, αλλά οι στρατιωτικοί Χρ. Χολέβας και Λευτ. Φράγκου διαφώνησαν και επέμειναν ότι πρέπει προηγουμένως να ειδοποιηθεί η καθοδήγησή τους πως όλα είναι έτοιμα. Τη διαφωνία τους την έλυσε ο Σπ. Καλοδίκης, ο οποίος κατέφθασε βιαστικά εκείνη την ώρα, πηδώντας από μια μοτοσυκλέτα και φωνάζοντας ξαναμμένος «Σταματήστε, η ανατίναξη δεν θα γίνει, αναβάλλεται. Σβήστε τη γεννήτρια»...

Έρχεται ο Τσώρτσιλ

Τι είχε συμβεί; Η καθοδήγηση του ΚΚΕ είχε πληροφορηθεί ότι είχαν έλθει στην Αθήνα ο Άγγλος πρωθυπουργός Τσώρτσιλ, ο υπουργός των εξωτερικών του Ίντεν και ο αρχιστράτηγος της Μ. Ανατολής Αλεξάντερ για την ειρηνική επίλυση της ελληνικής εμπλοκής, οι οποίοι διέμεναν στο ξενοδοχείο της Μ. Βρεταννίας, καθώς επίσης ότι διέμενε εκεί και ο αρχηγός της σοβιετικής αποστολής των Βουνών της Κατοχής Γριγκόρι Ποπώφ με την ακολουθία του. Κρίθηκε λοιπόν σκόπιμο να αναβληθεί η ανατίναξη. Ή ακόμη και να ματαιωθεί αν το επέβαλε η εξέλιξη των πραγμάτων.

Όμως οι πληροφορίες ήταν εσφαλμένες, γιατί ο Τσώρσιλ έμενε σε ένα από τα εγγλέζικα πολεμικά πλοία που μας κανονιοβολούσαν από το Φάληρο, ενώ οι άλλοι δύο Άγγλοι διέμεναν στην αγγλική πρεσβεία στο Κολωνάκι (έχει γραφτεί ότι και ο Τσώρτσιλ διέμενε μαζί τους). Αποφασίστηκε, λοιπόν, να μη γίνει ανατίναξη τότε, γιατί θα σηκωνόταν παγκόσμια κατακραυγή και σάλος αν σκοτώνονταν οι υψηλοί επισκέπτες μας. Αλλά και αν είχαν τις σωστές πληροφορίες για τους Άγγλους και πραγματοποιούνταν η ανατίναξη, πάλι θα βρισκόντουσαν σε δύσκολη θέση απέναντι στην ΕΣΣΔ, το ΚΚΣΕ και τον Στάλιν αν σκοτώνονταν ο Ποπώφ με τους δικούς του.

Η υπονόμευση δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί μυστική για πολύ χρόνο, αφού είχε αναμειχθεί τόσος μεγάλος αριθμός ατόμων. Διέρρευσε ή μπορεί και να προδόθηκε ακόμη. Και τα ξημερώματα της 26 Δεκέμβρη, ειδικό συνεργείο Άγγλων στρατιωτικών την εξουδετέρωσε. Το όλο εγχείρημα και την ημερομηνία (26.12) εξουδετέρωσης της υπονόμευσης επιβεβαιώνει και επιστολή του Τσώρτσιλ προς τη γυναίκα του που έστειλε αυθημερόν και όπου γράφει:

«Θα έχεις αναγνώσει σχετικώς με τη συνωμοσία της ανατινάξεως του Γεν. Στρατηγείου στο Ξενοδοχείο της Μεγ. Βρετανίας. Δεν νομίζω πως ήταν για το καλό μου. Ένας τόνος δυναμίτιδος είχε τοποθετηθεί στις υπονόμους από χέρια πολύ επιδέξια και με γερμανικό μηχανισμό πυροκροτήσεως, στο χρονικό διάστημα μεταξύ της στιγμής που έγινε γνωστή ή άφιξίς μου και της ελεύσεως της σημερινής ημέρας».

Παραμύθια περί Χίτη

Για την αποκάλυψή της, υπάρχει και ένα φαιδρό στοιχείο. Πριν από μερικούς μήνες, είδα μια αρχειακή ταινία της ΕΤ, όπου κάποιος κατοχικός χίτης του Θησείου, εθνοφύλακας κατά τα Δεκεμβριανά, του οποίου δεν συγκράτησα το όνομα, ισχυριζότανε ότι κάνοντας περιπολία στο Μεταξουργείο, είδε ένα ανοιχτό φρεάτιο και δίπλα του ένα κιβώτιο με εγγλέζικα γράμματα, από τα οποία κατάλαβε ότι περιείχε εκρηκτική ύλη. Ειδοποίησε, έλεγε, τους Εγγλέζους και εκείνοι κατέβηκαν στο φρεάτιο και εξουδετέρωσαν την υπονόμευση!

Πρόκειται περί παραμυθά, γιατί το Μεταξουργείο ήταν μια ελασοκρατούμενη περιοχή που εγκαταλείφθηκε από τον ΕΛΑΣ από τις τελευταίες (2 με 3 Γενάρη '45). Άλλωστε, ούτε ημερομηνία ανέφερε, ούτε το όνομα ενός από τους συναδέλφους του της περιπολίας, γιατί δεν ήταν δυνατόν να περιπολεί μόνος του σε εμπόλεμη μάλιστα περιοχή. Και γιατί επρόκειτο περί αναβολής της ανατίναξης και δεν ήταν δυνατόν το τμήμα των ΕΛΑΣιτών, που διενήργησε την επιχείρηση με τα έμπειρα στελέχη του του Μηχανικού, να είχε φύγει από τον τόπο του φρεατίου, εγκαταλείποντάς το μάλιστα ανοιχτό με ένα κιβώτιο εκρηκτικών κοντά του, έξω στον δρόμο! Απλά ο χίτης, επωφελούμενος από το γεγονός ότι ύστερα από τόσα χρόνια δεν θα μπορούσε να βρεθεί κάποιος να τον διαψεύσει, θέλησε να εμφανισθεί ως ο σωτήρας του ξενοδοχείου, του Τσώρτσιλ και όλων των άλλων επιφανών.

Μάνος Ιωαννίδης είναι αντιστασιακός, συνταξιούχος δικηγόρος και ερευνητής της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης

Δείτε όλα τα σχόλια