Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιοχάνες Κέπλερ: Μάγος ή επιστήμονας;

Είναι σύνηθες το φαινόμενο σε περιόδους όπως τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα να ξεκινούν συζητήσεις στα κοινωνικά δίκτυα ή να δημοσιεύονται άρθρα σχετικά με την επιστημονική και ορθολογική διάσταση που πρέπει ή δεν πρέπει να αποδίδουμε σε θρησκευτικά ζητήματα. Συνήθως υπάρχουν δύο διαστάσεις που χαρακτηρίζουν τους όρους με τους οποίους γίνονται οι συγκεκριμένες συζητήσεις. Από τη μία βρίσκονται όσες και όσοι επιχειρούν να αναδείξουν τον ανορθολογισμό των θρησκευτικών δοξασιών και ότι η απουσία επιστημονικής εξήγησης για ένα θρησκευτικό γεγονός, π.χ. η εμφάνιση του άστρου των Χριστουγέννων, σημαίνει ότι δεν συνέβη. Από την άλλη βρίσκονται όσες και όσοι θεωρούν ότι η απουσία επιστημονικής εξήγησης αποτελεί απόδειξη του υπερβατικού και θείου χαρακτήρα που έχουν αυτά τα γεγονότα. Επομένως, στα δικά τους μάτια συνέβησαν αυτά τα θαυματουργά γεγονότα και η πίστη το επιβεβαιώνει. Αυτές οι δύο κατηγορίες, εκείνων που επικαλούνται τις επιστήμες και εκείνων που επικαλούνται την πίστη, συχνά επιχειρούν να νομιμοποιήσουν τις θέσεις τους μέσα από ιστορικά παραδείγματα. Ένα από τα πιο εμβληματικά παραδείγματα είναι η περίπτωση του Γερμανού αστρονόμου Γιοχάνες Κέπλερ (1571 - 1630).

Η ζωή και το έργο του Γιοχάνες Κέπλερ

Ο Κέπλερ άρχισε σπουδές Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης, όπου τελικά αναδείχθηκε σε εξέχοντα μαθηματικό και κέρδισε τη φήμη ικανού αστρολόγου. Είχε δάσκαλο τον Μίκαελ Μάεστλιν, από τον οποίο διδάχθηκε τόσο το γεωκεντρικό όσο και το ηλιοκεντρικό σύστημα, αλλά πίστεψε στο δεύτερο. Προς το τέλος των σπουδών του, αν και ήθελε να γίνει εφημέριος, αποδέχθηκε μια θέση διδασκαλίας Μαθηματικών και Αστρονομίας στο Προτεσταντικό Σχολείο του Γκρατς της Αυστρίας.

Το 1596 έγραψε το πρώτο βιβλίο του, το «Κοσμογραφικό Μυστήριο», και το έστειλε στον διάσημο Δανό αστρονόμο Τίχο Μπράχε. Ο Κέπλερ παρουσίαζε την πρώτη θεωρία του για το ηλιοκεντρικό σύστημα, η οποία επηρεάστηκε σημαντικά από τις νεοπλατωνικές απόψεις και τον θρησκευτικό μυστικισμό της εποχής. Υποστήριζε ότι όλοι οι πλανήτες κινούνται σε κυκλικές τροχιές γύρω από τον Ήλιο, οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με τη διάταξη των πέντε περίφημων πλατωνικών γεωμετρικών στερεών. Η κίνηση του Ερμή καθορίζεται από ένα οκτάεδρο, η κίνηση της Αφροδίτης από ένα εικοσάεδρο, η κίνηση της Γης από ένα δωδεκάεδρο, η κίνηση του Άρη από ένα τετράεδρο και η κίνηση του Κρόνου από έναν κύβο. Ο Κέπλερ συναντήθηκε με τον Τίχο Μπράχε το 1600 στην Πράγα, όπου ο Τίχο ήταν αυτοκρατορικός μαθηματικός των Αψβούργων στην αυλή του Ροδόλφου Β΄. Συζήτησαν τη θεωρία του και ο Κέπλερ ζήτησε τους περίφημους αστρονομικούς χάρτες του. Ήθελε να αντιστοιχίσει τους μαθηματικούς υπολογισμούς του συστήματός του με τις παρατηρήσεις του Τίχο. Γνώριζε ότι ο Τίχο είχε άψογες παρατηρήσεις. Επομένως, αν ταίριαζαν με το σύστημά του, θα επιβεβαιωνόταν η θεωρία του.

Ο Τίχο πέθανε το 1601 και τη θέση του πήρε ο Κέπλερ. Οι παρατηρήσεις του Τίχο Μπράχε πέρασαν στα χέρια του Κέπλερ. Όταν ο Κέπλερ πήγε να αντιστοιχίσει τις παρατηρήσεις με το σύστημα που είχε επινοήσει στο «Κοσμογραφικό Μυστήριο», υπέπιπτε σε κάποια μικρά σφάλματα. Άφησε στην άκρη τη θεωρία με τα πλατωνικά στερεά και επινόησε μια διαφορετική. Εγκατέλειψε οριστικά τον κύκλο και χρησιμοποίησε την έλλειψη. Ήταν, δηλαδή, ο πρώτος αστρονόμος που περιέγραψε με μαθηματικό τρόπο τις τροχιές των ουρανίων σωμάτων χωρίς να χρησιμοποιήσει την τέλεια κυκλική κίνηση, η οποία τον οδηγούσε σε εκείνα τα μικρά σφάλματα. Μόλις χρησιμοποίησε την έλλειψη για να περιγράψει τις κινήσεις των πλανητών, διορθώθηκαν τα μαθηματικά σφάλματα. Έτσι, έκανε πιο ακριβή την περιγραφή των κινήσεων του ηλιοκεντρικού συστήματος. Οι μαθηματικοί του υπολογισμοί πλέον ταίριαζαν άψογα με τις παρατηρήσεις του Τίχο Μπράχε. Τις νέες του μαθηματικές επινοήσεις τις συμπεριέλαβε στα δύο επόμενα σημαντικά του βιβλία «Νέα Αστρονομία» (1609) και «Κοσμικές αρμονίες» (1619).

Ο Κέπλερ ήταν ο πρώτος που παρείχε τόσο ακριβείς περιγραφές των πλανητικών τροχιών και κάποια στιγμή έγραψε σε ένα γράμμα στον παλιό του δάσκαλο Μίκαελ Μάεστλιν: «Θα επιθυμούσα να ήμουν θεολόγος∙ για μεγάλο χρονικό διάστημα ήμουν προβληματισμένος, αλλά τώρα βλέπω πώς ο Θεός δοξάζεται μέσα από το έργο μου στην Αστρονομία». Αργότερα θα επιβεβαίωνε ότι όλος ο κόσμος ήταν «ο ναός του Θεού και το βιβλίο της Φύσης». Να στοχάζεται κανείς πάνω στη φύση ήταν σαν να ασχολείται με «την αληθινή λατρεία για να τιμά τον Θεό, να Τον σέβεται και να Τον θαυμάζει».

Επινοήσεις και δογματισμοί

Έχουμε μια περίπτωση που υποστηρίζει δύο διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μία, ο θρησκευτικός προσανατολισμός του Κέπλερ μοιάζει να επιβεβαιώνει όσους θεωρούν πως η επιστήμη απλώς επικυρώνει τη διαρκή παρουσία του Θεού. Από την άλλη, με τις ελλειπτικές τροχιές ο Κέπλερ μοιάζει να επινόησε μια πιο αυστηρή μαθηματική περιγραφή των κινήσεων των πλανητών επειδή εμπιστευόταν τις παρατηρήσεις του Τίχο Μπράχε. Έλυσε, δηλαδή, ένα πρόβλημα το οποίο μπορούσε να λυθεί είτε κάποιος πίστευε στον Θεό είτε όχι. Έχουμε, επομένως, δύο διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις για τον ίδιο άνθρωπο και το έργο του. Το πρόβλημα είναι ότι και οι δύο μοιάζουν ισοδύναμες. Αυτό συμβαίνει γιατί πολύ απλά ξεκινούν και οι δύο από αυταπόδεικτες προκείμενες. Η «θεολογίζουσα» ερμηνεία προϋποθέτει ότι υπάρχει ένας Θεός και ότι ο άνθρωπος απλώς αποκαλύπτει διαρκώς το μεγαλείο της δημιουργίας Του. Η «επιστημονική» ερμηνεία προϋποθέτει ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη αλήθεια εξήγησης του κόσμου, η οποία αποκαλύπτεται στον άνθρωπο και είναι ικανή να κρίνει τα πάντα, ακόμη και ζητήματα πίστης. Οι δύο θέσεις, επομένως, αποτελούν αξιωματικούς ισχυρισμούς που κάνουν λήψη του ζητούμενου. Δεν υπάρχει τρόπος να αποδειχτεί η ύπαρξη του Θεού, ούτε υπάρχει τρόπος να αποδειχτεί ότι η επιστημονική αλήθεια είναι μία και ανατρέπει την πιθανή ύπαρξη του Θεού. Υπάρχει, άραγε, λύση; Φυσικά. Αρκεί να μην κινείται κανείς σε κάποια από αυτές τις δύο δογματικές γραμμές.

Τόσο οι θρησκείες όσο και οι επιστήμες αποτελούν ανθρώπινες επινοήσεις με σημαντικό ιστορικό ρόλο. Οι άνθρωποι και οι τρόποι με τους οποίους έχουν επιλέξει να ερμηνεύσουν τη μία και μοναδική πραγματικότητα στην οποία ζουν έχουν ιστορικότητα. Αυτή η ιστορικότητα καθορίζει πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα. Για να καταλάβουμε, επομένως, τι έκανε ο Κέπλερ ή τι νόμιζε πώς έκανε, θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη κριτήρια αξιολόγησης που δεν ανήκαν στην εποχή του και στον δικό του τρόπο σκέψης. Το γεγονός, δηλαδή, ότι αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως ιερέα της φύσης δεν μπορεί να αποτιμηθεί ούτε ως επιβεβαίωση της ύπαρξης του Θεού ούτε ως πλάνη του πιστού Κέπλερ. Ήταν κάτι που αφορούσε τον ίδιο και όχι την όποια «αλήθεια» του κόσμου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι στο τέλος η εμπιστοσύνη του σε έναν άνθρωπο -τον Τίχο Μπράχε- ήταν εκείνη που τον οδήγησε σε μια νέα επινόηση, η οποία του επέτρεψε να περιγράψει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματικότητα, δεν ήταν ούτε ο Θεός ούτε η αόρατη επιστήμη.

Δ.Π.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Πέντε χρόνια

Τέτοιες μέρες, πριν από πέντε χρόνια, στις 25.1.2015, ο ΣΥΡΙΖΑ άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτική ζωή του τόπου. Με τη στήριξη μιας κοινωνίας απελπισμένης και εξοργισμένης από την ανυπολόγιστη καταστροφή δύο Μνημονίων και έχοντας διανύσει μια εντυπωσιακή πορεία

Δειτε ολοκληρο το αρθρο