Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το "βαρίδι" του ΔΝΤ στη διαπραγμάτευση

Σφοδρές αντιπαραθέσεις χωρίς ορατό αποτέλεσμα

Όταν τα πράγματα "στραβώνουν" από πολλές πλευρές σε μια κατάσταση, τότε βρίσκει εφαρμογή το αμερικανικό "back to the basics". Είναι γεγονός ότι, όντως, τις τελευταίες ημέρες οξύνθηκε η κατάσταση μεταξύ Ελλάδας, ΔΝΤ και Γερμανίας, η οποία φαίνεται να βρήκε (τουλάχιστον προσωρινά) μια προσέγγιση με το Ταμείο, με τις στοιχισμένες παρεμβάσεις Σόιμπλε και Τόμσεν να το επιβεβαιώνουν και να τορπιλίζουν την ομαλή επιστροφή στη διαπραγμάτευση στις αρχές του επόμενου έτους.

Κατά τις ημέρες που πέρασαν οι συζητήσεις για τη δεύτερη αξιολόγηση "πάγωσαν" και οι δύο πλευρές επιδόθηκαν σε μια ακατάσχετη επιστολολαγνεία, με πρωτοβουλία της Γερμανίας και προσωπικά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να ρίξει στην Ελλάδα την ευθύνη για την καθυστέρηση που παρουσιάζεται στη διαπραγμάτευση για την αξιολόγηση εξαιτίας των ζητημάτων που εγείρει το ΔΝΤ.

Συν τοις άλλοις, μέσω της απαίτησης γραπτής επιστολής από την ελληνική πλευρά, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών επιδιώκει να καταγράψει μια επικοινωνιακή κηλίδα στο πρόσωπο της κυβέρνησης και ενδεχομένως να κερδίσει κάποιους πόντους στο εσωτερικό της Γερμανίας με δεδομένο ότι πιέζεται από την εκεί Ακροδεξιά μετά και το τρομοκρατικό χτύπημα στο Βερολίνο.

 

Συνδικαλισμός χωρίς όρια για την επιστολή

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είχε περιέλθει στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης η επιστολή του ESM, στην οποία καλείται να απαντήσει η ελληνική πλευρά. Σε αυτήν ζητούνται διαβεβαιώσεις προκειμένου να αρθεί το πάγωμα των βραχυπρόθεσμων μέτρων για το χρέος μετά την εμπλοκή που δημιούργησαν η Γερμανία και άλλες τέσσερις χώρες με αφορμή τα έκτακτα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός για τους συνταξιούχους και τα νησιά του Αιγαίου. Αντιθέτως υποστηρικτική, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ήταν στο EWG η Ιταλία, αλλά κυρίως η Γαλλία.

Σύμφωνα με πληροφορίες της “Αυγής” η επιστολή του ESM ζητάει από τον Έλληνα υπουργό Οικονομικών να ξεκαθαρίσει ότι και τα δύο μέτρα λαμβάνονται “εφάπαξ” και ότι η ελληνική κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στους στόχους του προγράμματος. Όπως γίνεται κατανοητό και με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες, το συγκεκριμένο αίτημα γίνεται καθαρά για λόγους επικοινωνιακής υπερίσχυσης του Σόιμπλε, αφού είναι γνωστό και νομοθετημένο ότι τα μέτρα αυτά ήταν μόνο για φέτος.

Άλλωστε, σύμφωνα με ανώτατα κυβερνητικά στελέχη, δεν ζητείται κάτι ουσιαστικό από την ελληνική κυβέρνηση παρά το ότι ορισμένα ΜΜΕ μετέδιδαν τις προηγούμενες μέρες ότι ζητούνται ισοδύναμα μέτρα. Παρ’ όλα αυτά αναγνωρίζεται ότι η επιστολή που αναγκάζεται η κυβέρνηση να αποστείλει τής δημιουργεί επικοινωνιακό πρόβλημα, καθώς η όλη διαδικασία είναι προσβλητική.

Η ελληνική πλευρά αναμένεται να απαντήσει την επόμενη εβδομάδα και, εφόσον όλα κινηθούν ομαλά, τότε θα παρακαμφθεί αυτό το ολιγοήμερο "τζαρτζάρισμα" και θα περάσουμε ξανά στο κυρίως μενού, το οποίο δεν είναι άλλο από την ταχεία ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Η κυβέρνηση και οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι αυτό το πέρασμα θα γίνει χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

 

Μέτωπο Σόιμπλε - Τόμσεν

Σε αυτό το πλαίσιο αρνητική προδιάθεση δημιουργεί το μέτωπο Σόιμπλε - Τόμσεν, καθώς από τις δύο παρεμβάσεις που έγιναν τις προηγούμενες μέρες προκύπτει ότι εξελίσσεται μια προσπάθεια να παραμείνει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα ζητώντας επί της ουσίας παρεμβάσεις από την ελληνική πλευρά, οι οποίες όμως δεν γίνονται σε καμία περίπτωση αποδεκτές από την ελληνική κυβέρνηση.

Άλλωστε έχει τονιστεί με κάθε τρόπο ότι δεν θα ληφθούν προληπτικά μέτρα για την περίοδο 2019-2020, παρά η επέκταση του κόφτη, έστω και διευρυμένα προσδιοριζόμενου.

Πάντως, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο στόχος της παρέμβασης των δύο ανδρών ήταν το κοινό μέτωπο Κομισιόν και άλλων χωρών, με προεξάρχουσες τη Γαλλία και την Ιταλία, καθώς η εντύπωση ότι αλλάζουν καταστάσεις στη συνολική στάση της Ευρωζώνης απέναντι στην Ελλάδα προκαλεί ανησυχία στον Σόιμπλε.

Εξάλλου το σημαντικότερο σημείο της προειδοποίησής του (μέσω συνέντευξης στη γερμανική εφημερίδα “Die Zeit”) δεν αφορά τόσο την προσβλητική δήλωση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών για τη "μη κατανόηση” προς τον Έλληνα πρωθυπουργό όσο το σημείο εκείνο στο οποίο μιλάει για αναγκαίες επικείμενες θεσμικές αλλαγές στην Ευρωζώνη στέλνοντας μήνυμα στον Νότο.

Γι’ αυτό τις τελευταίες μέρες έχουν φουντώσει τα σενάρια για τους απώτερους σκοπούς του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, τα οποία περιλαμβάνουν από απλή διαπραγματευτική τακτική έως στόχευση πτώσης της κυβέρνησης ή επαναφοράς του Grexit.

Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση απάντησε με οξύτητα, η οποία έφτασε στο σημείο ο πρωθυπουργός να αφήσει σαφείς αιχμές για την ψυχική κατάσταση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Επιπλέον κυβερνητικές πηγές προειδοποιούν ότι δεν είναι δυνατόν η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά (υπονοώντας την άνοδο της AFD) να καταλήγει να επηρεάζει το ελληνικό πρόγραμμα.

 

Μόνη λύση το Ταμείο σε ρόλο συμβούλου

Το ερώτημα που απασχολεί αρκετό κόσμο σε όλη την Ευρωζώνη είναι αν μπορεί να υπάρξει συμφωνία μεταξύ θεσμών και Ελλάδας. Η αισιόδοξη οπτική (Ελλάδα, Κομισιόν) λέει ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό έως τις 26 Ιανουαρίου, καθώς όλες οι πλευρές επιθυμούν γρήγορη λύση εξαιτίας και της σωρείας των εκλογικών αναμετρήσεων στην Ευρώπη το 2017.

Το ακόμη πιο σημαντικό ερώτημα είναι αν αντέχει ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ να προχωρήσει λέγοντας στο εσωτερικό του κοινό ότι το ΔΝΤ θα παραμείνει ως σύμβουλος - παρατηρητής στο ελληνικό πρόγραμμα. Είναι χαρακτηριστική η φράση ανώτατου στελέχους του κυβερνητικού επιτελείου ότι "αν δεν υπήρχε το ΔΝΤ, θα είχαμε κλείσει εδώ και ένα μήνα τη διαπραγμάτευση", περιλαμβανομένων και των εργασιακών.

Σε αυτό το σημείο υπάρχουν εκτιμήσεις από καλούς γνώστες των διαπραγματεύσεων οι οποίες αναφέρουν ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο για τον Σόιμπλε να πει στο εσωτερικό της χώρας του ότι το ΔΝΤ παραμένει ως σύμβουλος παρά να πρέπει να περιγράψει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για το ελληνικό χρέος. Και αυτό διότι το ΔΝΤ έχει πει σε όλους τους τόνους ότι δεν θα μπει σε ένα πρόγραμμα που δεν θεωρεί βιώσιμο, πρώτον ως προς το χρέος και δεύτερον ως προς την παραμονή υψηλών στόχων για πλεόνασμα μετά το 2018 και για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αν το παραπάνω συνδυαστεί με το ότι η ελληνική πλευρά διαρρηγνύει τα ιμάτιά της ότι δεν θα προχωρήσει σε λήψη προληπτικών μέτρων μετά το 2018 (όπως ζητάει το ΔΝΤ), παρά μόνο σε επέκταση του "κόφτη", είναι εμφανές ότι ακόμα δεν έχει βρεθεί το πολυπόθητο σημείο ισορροπίας.

Αξίζει, πάντως, να επισημανθεί η αναφορά κυβερνητικού στελέχους μέσα στην εβδομάδα ότι το ζήτημα της αξιολόγησης δεν είναι τεχνικό, αλλά καθαρά πολιτικό, και μάλιστα έχει “πλανητικό χαρακτήρα”, διότι πρόκειται ουσιαστικά για τον τρόπο εμπλοκής του ΔΝΤ στην Ε.Ε.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας θα πρέπει να παρουσιάσει ένα μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που να εμπεριέχει και τους στόχους των πλεονασμάτων για το 2019 και το 2020. Το καλό σενάριο για την Ελλάδα θα ήταν αυτό να γίνει μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ώστε στο ενδιάμεσο να φύγει η πίεση που ασκείται στην Ελλάδα. Παραμένει δε ενεργός η ελληνική πρόταση για πλεονάσματα 2,5% + 1%, όπου το 1% θα επιστρέφεται για αναπτυξιακούς σκοπούς σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω φοροελαφρύνσεων.

Επί του πρακτέου, η προγραμματισμένη σύνοδος των επιτελών των υπουργών Οικονομικών (EWG) στις 12 Ιανουαρίου φαντάζει το πολιτικό ορόσημο που έχουν θέσει οι θεσμοί για τις αποφάσεις που αφορούν την έναρξη εφαρμογής των βραχυχρόνιων παρεμβάσεων στο χρέος, εφόσον όλα έχουν κυλήσει ομαλά.

 

Δείτε όλα τα σχόλια