Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αναβαθμισμένη τριτοβάθμια εκπαίδευση ανοιχτή σε όλους: η πολιτική του υπουργείου Παιδείας

Τι θέλουμε από τα ΑΕΙ;

Η συντηρητική οπτική θέλει την εκπαίδευση για λίγους. Η φιλελεύθερη αντίληψη περί αξιοκρατίας δεν περιορίζει την εκπαίδευση στους λίγους, τους εκλεκτούς, θεωρεί ότι έχουν δικαίωμα οι άξιοι, εκείνοι που, ανεξαρτήτως κοινωνικής συνθήκης, το αξίζουν γιατί μόχθησαν και μοχθούν. Η τεχνοκρατική θεώρηση περί «ανθρωπίνου κεφαλαίου» θεωρεί ότι όσοι περισσότεροι σπουδάζουν τόσο το καλύτερο, γιατί η απόκτηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων από τους νέους συνιστά ατομικό κεφάλαιο και μέσο για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας.

Η φιλοσοφία της πολιτικής του υπουργείου Παιδείας προφανώς είναι στον αντίποδα της συντηρητικής οπτικής. Διαφέρει όμως καίρια και από τις άλλες δύο θεωρήσεις. Εκκινεί από την παραδοχή ότι η αξιοκρατία δεν είναι μόνο ζήτημα του καθενός, προϋποθέτει συντονισμένες δράσεις από την πολιτεία που να δημιουργούν το κατάλληλο πλαίσιο για τα παιδιά, ιδιαίτερα εκείνα από ευάλωτα περιβάλλοντα, ώστε να έχουν περισσότερες ευκαιρίες, να μπορούν να επενδύσουν στη γνώση και την εκπαίδευση. Κατά δεύτερον, αντίθετα με τη θεωρία του ανθρωπίνου κεφαλαίου, στόχος της εκπαίδευσης δεν είναι απλώς και μόνο η απόκτηση δεξιοτήτων αλλά η κριτική μάθηση και η συγκρότηση ενεργών πολιτών.

Η φιλοσοφία αυτή οδηγεί σε συγκεκριμένη αντίληψη για τα ΑΕΙ και τον ρόλο τους, συστατικά στοιχεία της οποίας είναι η ποιοτική τους αναβάθμιση και η ουσιαστική διεύρυνση της δυνατότητας στις νέες και τους νέους να σπουδάσουν. Η υλοποίηση της πολιτικής αυτής δεν γίνεται με συνθήματα ούτε με ευχολόγια, τα οποία μπορούν εύκολα να οδηγήσουν στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, τη συνέχιση δηλαδή της υφιστάμενης κατάστασης, αν όχι την επιδείνωσή της.

Η υφιστάμενη κατάσταση

Ασφαλώς η κατάσταση της χώρας δεν είναι η προσφορότερη για την υλοποίηση της προαναφερθείσας πολιτικής. Η χρηματοδότηση της εκπαίδευσης έχει μειωθεί δραματικά στα χρόνια της κρίσης, το προσωπικό συρρικνώθηκε, πολλά παιδιά αδυνατούν να σπουδάσουν μακριά από τα σπίτια τους. Η εικόνα αυτή προφανώς πρέπει να βελτιωθεί το ταχύτερο. Ήδη έγιναν και γίνονται αρκετά πράγματα που είχαν να γίνουν χρόνια πολλά: αξιοσημείωτη αύξηση της χρηματοδότησης (53 εκατ. ευρώ έκτακτης επιχορήγησης το 2017 και το 2018), χίλιες προσλήψεις ΔΕΠ, ποικιλόμορφα ερευνητικά προγράμματα και υποτροφίες σε νέους επιστήμονες, επιπλέον χρηματοδότηση για τη σίτιση και τη στέγαση. Η βελτίωση όμως δεν περνά μόνο από τη γενναία δημόσια χρηματοδότηση, όσο σημαντική κι αν είναι αυτή. Το παρελθόν δείχνει ότι ακόμη και στις μέρες σχετικής ευμάρειας, παθογένειες της εκπαίδευσης δεν θεραπεύτηκαν, οξύνθηκαν.

Για να υλοποιηθούν οι προαναφερθέντες βασικοί στόχοι, η ποιοτική αναβάθμιση των ΑΕΙ και η διεύρυνση της δυνατότητας στις νέες και τους νέους να σπουδάσουν, χρειάζεται να έχουμε εικόνα της υφιστάμενης κατάστασης στα ΑΕΙ. Παρ’ ότι, ιδιαίτερα τα πανεπιστήμια αλλά και τα ΤΕΙ έχουν να επιδείξουν αρκετά θετικά, η συνολική εικόνα δεν είναι χωρίς προβλήματα. Πολλά είναι σχετικά μικρά σε μέγεθος, διεσπαρμένα χωρικά, υποστελεχωμένα, κάποια Τμήματα θεραπεύουν αμφιλεγόμενα γνωστικά αντικείμενα. Αυτά ισχύουν ιδιαίτερα στα ΤΕΙ. Συνέπεια όλων αυτών είναι η σπατάλη χρημάτων, δυνάμεων και προσωπικού, η όχι καλύτερη δυνατή ποιότητα σπουδών, η ανεπαρκής σύνδεση με τις κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες της χώρας. Αυτά αποτυπώνονται εν μέρει και στην απουσία, σε αρκετές περιπτώσεις, επαγγελματικών δικαιωμάτων.

Η εικόνα θαμπώνει περισσότερο, αν κοιτάξουμε την πρόσβαση στα ΑΕΙ. Αναντίρρητα ο αριθμός αυτών που εισάγονται έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, έτσι που στη συντριπτική τους πλειονότητα οι υποψήφιοι -με εξαίρεση ουσιαστικά αποφοίτους των ΕΠΑΛ- να περνάνε σε κάποιο ΑΕΙ. Τα προβλήματα εδώ όμως είναι πολλά. Καταρχάς, η εξοντωτική διαδικασία εισαγωγής και η εισαγωγή πολλών υποψηφίων σε Τμήματα όχι της άμεσης προτίμησής τους. Έτσι, κάποιοι εγγράφονται χωρίς να επενδύσουν ιδιαίτερα στις σπουδές τους και κάποιοι, μετά από κάποιο καιρό, εγκαταλείπουν. Αυτά εξηγούν, σ’ ένα βαθμό, καθυστερήσεις στη λήψη πτυχίου ή και εγκατάλειψη.

Πολιτικές και πρακτικές

Στόχος συνεπώς είναι να επιλυθούν τα δύο αυτά προβλήματα. Ο πρώτος στόχος, της πρόσβασης στα ΑΕΙ όσων το επιθυμούν, είναι ρεαλιστικός. Οι αριθμοί το πιστοποιούν. Με καλό προγραμματισμό και με τις ανάλογες επιλογές στο Λύκειο τα ελληνικά ΑΕΙ έχουν τη δυνατότητα να δώσουν την ευκαιρία σε όσα παιδιά το επιθυμούν να σπουδάσουν.

Ασφαλώς αυτό υπό προϋποθέσεις. Χρόνος καταρχάς, ιδιαίτερα για τα ΑΕΙ και τα Τμήματα μεγάλης ζήτησης. Σίγουρα όμως όχι με τη συρρίκνωση των ΑΕΙ ή το κλείσιμο Τμημάτων τους. Είναι λάθος αυτό που λέγεται ότι η χώρα έχει πολλά πανεπιστήμια. Δεν μετράει μόνο ο αριθμός αλλά και το μέγεθος. Γι αυτό δεν χρειαζόμαστε κανένα σχέδιο «Αθηνά». Χρειαζόμαστε, αντίθετα, διεύρυνση των δομών και αναβάθμιση των παρεχόμενων σπουδών. Από τη σκοπιά αυτή μπορούμε να δούμε το εγχείρημα του Ενιαίου Χώρου Έρευνας και Εκπαίδευσης, ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής του υπουργείου Παιδείας.

Πυρήνας της λογικής αυτής είναι κάτι εύλογο: συνέργειες ανάμεσα στα ιδρύματα και σύνδεσή τους με τον οικονομικό και κοινωνικό περίγυρο. Δεν πρόκειται όμως μόνο γι αυτό. Με την ευκαιρία της υλοποίησης του Ενιαίου Χώρου αναδιαμορφώνεται ο χάρτης των ΑΕΙ με γνώμονα τη στρατηγική τους ανάπτυξη. Πανεπιστήμια και ΤΕΙ καλούνται να συμπράξουν, να αξιοποιήσουν δομές και προσωπικό, να σχεδιάσουν με γνώμονα τις προκλήσεις του μέλλοντος. Δεν πρόκειται για «πανεπιστημιοποίηση» Τμημάτων ΤΕΙ όπως λένε κάποιοι, αλλά για σχεδιασμό από τα ίδια τα ιδρύματα και την πολιτεία με αποκλειστικά ακαδημαϊκά κριτήρια, με γνώμονα τις προκλήσεις των καιρών και τις ανάγκες της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό Τμήματα αναβαθμίζονται, μετασχηματίζονται, αλλάζουν προσανατολισμό, ιδρύονται νέα.

Στη συνθήκη αυτή τα ιδρύματα μπορούν να χαράξουν στρατηγικές, να αναδιατάξουν τις δυνάμεις τους με απώτερο στόχο την ανασυγκρότηση και την αναβάθμισή τους. Στόχος είναι να προσφέρουν καλύτερες σπουδές στους φοιτητές τους, να αναπτυχθούν ακαδημαϊκά και ερευνητικά, να γίνουν πιο υπολογίσιμα διεθνώς.

Η αναβάθμιση των σπουδών, μαζί με τη διεύρυνση της δυνατότητας εισαγωγής στα ΑΕΙ, θα αλλάξουν τον εκπαιδευτικό χάρτη της χώρας. Οι νέοι θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες και δυνατότητες να σπουδάζουν το γνωστικό αντικείμενο της αρεσκείας τους σε ένα λιγότερο αγχογενές περιβάλλον, γεγονός που, με τη σειρά του, θα έχει σημαντικές επιπτώσεις σε ένα άλλο επίπεδο, αυτό της παραπαιδείας. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα αλλά δεν είναι και ακατόρθωτα. Χρειάζεται χρόνος, σχέδιο, πολιτική βούληση και, βέβαια, αναμέτρηση με παθογένειες που μας κρατούν δέσμιους της συνήθειας και αντιπαλεύουν κάθε εγχείρημα προοδευτικής αλλαγής.

Ερρίκος Βεντούρας, Παντελής Κυπριανός, καθηγητές αντίστοιχα στο ΤΕΙ Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Πατρών

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Νέα Δημοκρατία: Αμηχανία, πανικός και σύγχυση

Από τις 21 Αυγούστου και μετά είναι ολοένα και πιο δύσκολο να παρακολουθήσεις κανείς τη Νέα Δημοκρατία. Το νομοσχέδιο που προβλέπει μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες,...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο