Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Ν. Σβορώνος ξανά κοντά μας

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

 

Θα συνεχίσω από το κείμενο που δημοσίευσα πρόσφατα («Για ‘μία νέου τύπου ιστορική αυτογνωσία’», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 2.4.2019) ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Άγγελος Ελεφάντης αντιμετώπιζε την ιστορική σκέψη του Νίκου Σβορώνου (βλ. Ο Πολίτης, τχ.127, Νοέμβρ. 2004, 35-39).

Η βιβλιοκρισία αυτή του Ελεφάντη, που αξιοποιεί εντελώς συγκεκριμένα παραθέματα του δοκιμίου, ωθεί σε μια punctum contra punctum ανάγνωση του κειμένου του Σβορώνου. Μάλιστα με μια πρακτική ερωταποκρίσεων που να είναι σύμφωνη με τη σκέψη του. Έτσι: ποια λοιπόν είναι η θεμελιώδης έννοια που διατρέχει, τόσο κατά την τιτλοφόρηση των επιμέρους κεφαλαίων όσο και κατά την εκδίπλωση των αναλύσεών του, το δοκίμιό του; Η «εθνική συνείδηση». Ποιος είναι ο φορέας της; Ο «λαός» ή η «εθνότητα (ethnie)»; Τι προέχει στην οριοθέτηση της «εθνικής συνείδησης»; Το «συνειδησιακό της περιεχόμενο». Και πώς συντίθεται αυτό το «περιεχόμενο»; Υπακούει σε «κάποια ιστορική νομοτέλεια». Και με ποιο σχήμα; Πρόκειται για ανάπτυξη που λαμβάνει χώρα ως «πλουτισμός» και διέπεται με γνωρίσματα «καθαρότητας» ή «αποσαφήνισης». Ήταν πράγματι αυτή η διεργασία μια μονογραμμική πορεία; Δεν υφίσταται κάποια «ευθύγραμμη» ή «συνεχής πορεία», εφόσον «χαρακτηρίζεται από διακοπές, από οπισθοδρομήσεις και από διάφορα ξεστρατίσματα».

Πού οδήγησε αυτή η πορεία; Στο «νέο Ελληνικό Έθνος». Γενικότερα, πότε αναδύεται το «Έθνος με τη νεότερη σημασία του όρου»; Στην «αυστηρή της σημασία», «περισσότερο ή λιγότερη ολοκληρωμένη και γενικευμένη, τουλάχιστον στους προηγμένους λαούς», εμφανίζεται κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Πώς μελετάται αυτή η «διαμόρφωση» των εθνών; Προέχει η «επιστημονική διερεύνηση κάθε έθνους ξεχωριστά» και επομένως η «βάση» της ιστορικής ανάλυσης με αντικείμενο τον «Νέο Ελληνισμό» είναι η «άμεσα αισθητή εικόνα που δίνει στον σύγχρονο άνθρωπο ένα συντελεσμένο έθνος». Αυτή η πορεία διαμόρφωσης της «καινούργιας ιδεολογίας» χρεώνεται στην αστική τάξη; Η εκδίπλωσή της βαίνει «παράλληλα και σε συσχετισμό με την ανάπτυξη της αστικής τάξης των διαφόρων λαών και τους αγώνες της για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, μολονότι η ιδεολογία αυτή υπερβαίνει τους ταξικούς σχηματισμούς».

Η αποτύπωση αυτής της «γενικής εικόνας ενός συντελεσμένου έθνους» γιατί «χρειάζεται την ιστορική της εξήγηση»; Γιατί κανένας μελετητής δεν ικανοποιείται πια από τη ρομαντική αντίληψη του «έθνους» ως «κάποιας υπερβατής οντότητας δεδομένης από τα πριν, εκτός τόπου και χρόνου». Σε τι άλλο αντιτίθενται οι σημερινοί μελετητές του φαινομένου; Στη θεώρηση του «έθνους» ως «έκφρασης μιας φυλής ή, το πολύ, ενός συνόλου συγγενικών φύλων, ή ενός μεταφυσικού ‘λαϊκού πνεύματος’». Σε τι επιπλέον δεν «αρκούνται»; Σε τυχόν διαπίστωση ότι το «βασικό χαρακτηριστικό της εθνικής ενότητας είναι η κοινή βούληση των ατόμων που το απαρτίζουν».

Πώς «καθορίζονται» και «αξιολογούνται» οι «παράγοντες» που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση αυτής της «κοινής βούλησης»; Η υποκείμενη «ιστορική νομοτέλεια» σημαίνει ότι η διαμόρφωση αυτή βρίσκεται σε «στενή εξάρτηση με τους κοινωνικούς παράγοντες που κινούν την ιστορία». Πώς λοιπόν το έθνος συνιστά «ιστορική κατηγορία»; Αποτελεί την «κατακλείδα μιας σειράς σχηματισμών που βγαίνει ο ένας από τον άλλον σε μια συνεχή εξελικτική διαλεκτική πορεία». Επομένως, οι «παράγοντες» αυτοί δεν λειτουργούν έξω απ’ αυτήν την πορεία; Υπόκειται «συνεργία πολλών παραγόντων», χωρίς να έχουν «όλοι την ίδια λειτουργία» και συνακόλουθα την «ίδια βαρύτητα» για το σχηματισμό του «κάθε έθνους», σύμφωνα με το έως πού το καθένα «απλώνει τις ρίζες του» στον ιστορικό χρόνο.

Τι κρατά και τι απορρίπτει ο ιστορικός Σβορώνος από το «θεωρητικό του πρότυπο»; Μόνο την εισαγωγική διατύπωση: «μια διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων» («μια ιστορικά διαμορφωμένη, σταθερή κοινότητα»). Πού δίδεται λοιπόν η έμφαση σ’ αυτήν τη «σταθερή κοινότητα»; Στη «συνείδηση ότι αποτελεί ένα ενιαίο και αλληλέγγυο σύνολο με δική του πολιτισμική φυσιογνωμία και ψυχοσύνθεση». Ποια είναι η οικονομική της βάση; «Κοινά» είναι τόσο τα υλικά όσο και τα «πνευματικά συμφέροντα». Πώς συνάπτεται με το πολιτικό πεδίο; Η «σταθερά εκφρασμένη βούληση ή τάση αυτονομίας» άλλοτε διοχετεύεται ως «πολιτισμική» και άλλοτε ως πολιτική διαδικασία με την έννοια ότι εκτείνεται έως την απαίτηση της «κρατικής ανεξαρτησίας».

Ο λαός διαθέτει «διαχρονικότητα»; Αυτό που οριοθετείται είναι η «συνείδηση ελληνικής συνέχειας»; Ποιο είναι το «αποφασιστικότερο» και το «πιο χειροπιαστό» στοιχείο που συνέχει την «ελληνική εθνική συνείδηση»; Η γλώσσα. Πού ρίχνει το βάρος του ο ιστορικός; Στο ερευνητικό του πεδίο, στο Βυζάντιο και την «οθωμανική κατάκτηση». Πότε εμφανίζεται η «προοδευτική ανασύνδεση με την ελληνική παράδοση στον μεσαιωνικό Ελληνισμό»; Στο τέλος του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα. Από τότε ώς τις αρχές του 19ου αιώνα, πέρα από τη «μακρινή ίσως ανάμνηση στα λαϊκότερα στρώματα», ποιοι την προβάλλουν «ολοένα και εντονότερα»; Οι «λόγιοι» και, στην περίοδο του «νεοελληνικού Διαφωτισμού», οι «διανοούμενοι» που συνδέονται με τη «νεαρή αστική τάξη».

Πώς αντιπαρέρχεται ο ιστορικός τον ανθρωπολόγο; Στο πρόσφατο, τότε, βιβλίο του Άρη Πουλιανού (που καταχωρίζεται στη βιβλιογραφία, στο τέλος του δοκιμίου): Η προέλευση των Ελλήνων (1960) απαντά ότι είναι διαθέσιμα τα «πολύ γενικά και ακόμα υποθετικά συμπεράσματα των ανθρωπολογικών ερευνών» και συνακόλουθα ότι υπάρχει «ώς ένα σημείο η εθνολογική συνέχεια». Πώς παραλληλίζεται ο ιστορικός με τα θεωρήματα της αρχόμενης «post-coloniality»; Με την αποτύπωση ενός «πολιτιστικού διχασμού», κατά την περίοδο της βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που οδηγεί σε «ένα είδος ιστορικής αλλοτρίωσης». Μόνο το «ελληνικό έθνος» αναζητά τις «ρίζες» του; Το πράττει όπως «όλα τα νεοσύστατα έθνη». Ποιο είναι το «δεύτερο βασικό στοιχείο του έθνους»; Ό,τι αντιμετωπίζεται με «μεγαλύτερο πραγματισμό», δηλαδή η «λαϊκή παράδοση».

Εκτός από την εγχώρια ακαδημαϊκή ιστοριογραφία (Βακαλόπουλος, Ζακυθηνός, Τατάκης), ποιοι άλλοι συγγραφείς καταχωρίζονται στη Βιβλιογραφία και με τους οποίους νιώθει εγγύτερα ο ιστορικός; Ο Δημαράς, ο Δανιηλίδης (ως «κοινωνιολόγος του πολιτισμού» μελετά τον «εθνικό χαρακτήρα» των Νεοελλήνων με γνώμονα τη θέση ότι η «συνείδηση του ανθρώπου έχει υφήν ιστορική». Έτσι, ο «Νεοελληνισμός» ως «βλαστάρι καινούργιο» είναι ριζωμένος «βαθειά» μέσα στην ελληνιστική εποχή, όπου εμφανίζεται η «βαθμιαία γένεση μιας νεοελληνικής ατομικότητας», ενώ στους αιώνες της παρακμής του Βυζαντίου «αρχίζει να ωριμάζει και να διαμορφώνεται οριστικότερα»· 1934) και ο Σκληρός (δηλαδή τα Σύγχρονα προβλήματα του Ελληνισμού [1919], όπου αναβαθμίζεται η λειτουργία του «ιδεολογικού στοιχείου», κατά τη συζήτηση των «ιστορικών παραγόντων» και ειδικότερα της «αμοιβαίας σχέσης αναμεταξύ τους αναλόγως του τόπου, της εποχής και του σταδίου της κοινωνικής εξελίξεως»).

Από ποια παράδοση αντλεί την έννοια της «εθνικής συνείδησης»; Από τη γερμανική ιστοριογραφική σχολή, την οποία συμμερίζεται κυρίως ο Σκληρός και δευτερευόντως ο Δανιηλίδης που συνέδεσε τη «Nationalbewusstsein» με τα κοινωνικά της συμφραζόμενα, κρατώντας σ’ αυτήν την αναζήτηση διαύλους επικοινωνίας με τον «ιστορικό υλισμό». Ο Julius Jüthner (1866-1945) δεν είναι μόνο γνωστός για την έρευνα της καταγωγής των ελληνικών «εθνικών παιγνιδιών» (1939), αλλά πρωτίστως για την κατανόηση της αντίθεσης Ελλήνων και «βαρβάρων» με γνώμονα την «εθνική συνείδηση» (με συνοδευτικές κατηγορίες: «Nationalgefühl», «Kulturnation»).

Μάλιστα, σε εντελώς πρόσφατα δημοσιεύματα (Isaak 2004) για την «επινόηση» του ρατσισμού στην κλασική αρχαιότητα μνημονεύεται η παλαιά μονογραφία (1923) του Jüthner, λίγο πριν από τον J.M. Hall. Η αντίστιξη στο βιβλίο του Jüthner δίδεται με το βιβλίο του Αncien membre de l’ école française d’ Athènes Pierre Jouguet (1869-1949) για τον «ιμπεριαλισμό» των Μακεδόνων και τον «εξελληνισμό» της Ανατολής (1926), το οποίο επίσης καταχωρίζει (με τη δεύτερη έκδοσή του) στη βιβλιογραφία του (πριν λίγα χρόνια επανακυκλοφόρησε και σε αγγλική μετάφραση·1978) ο Σβορώνος. Έτσι μάλλον κλείνει ο κύκλος των ερωταποκρίσεων, με αρχή και τέλος την «εθνική συνείδηση».

 

* Ο Παναγιώτης Νούτσος είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια