Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο εικονοπλάστης λόγος

Υπονομευμένη νοσταλγία, επαμφοτερίζουσες αναμνήσεις, αναδομούνται υπομονετικά από τον εικονοπλάστη λόγο και μέσα από την ποίηση εξαγνίζεται, εξορκίζεται, εξανδραποδίζεται η πικρή διαπίστωση πως είναι σκληρή η ζωή

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΚΑΝΝΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, Το φράγμα της μνήμης, ποιήματα, εκδόσεις Οροπέδιο, σελ. 64

Δίπτυχη πέμπτη κατά σειράν ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γ. Κανελλόπουλου, συγγραφέα της ανθολογίας νεοελληνικής ποίησης «42 Poeti grecii contemporani (42 σύγχρονοι έλληνες ποιητές», με την οποία παρουσίασε στο ρουμανικό αναγνωστικό κοινό ένα δείγμα του δημιουργικού μας λογοτεχνικού παλμού. Τα δύο μέρη που απαρτίζουν αυτό το διαυγές ποιητικό σύμπαν είναι: «Ο πικρός καιρός» και «Ο μέσα δρόμος». Το μοτίβο της προδομένης αγάπης, αλλά όχι από τη μονομερή πλευρά του θύματος (στο πρώτο μέρος, κυρίως), αλλά και το δράστη βεβαίως που αν ήξερε ότι δεν ήταν αποκλειστικά θύτης θα είχε γυρίσει το χρόνο ανάποδα, θα είχε φέρει τα μέσα έξω, με τις ραφές να χάσκουν απροκάλυπτα, θρασύτατα, παρά να βιώσει αυτή την ερήμωση, την εγκατάλειψη και τον πόνο που γλείφει τις πληγές του τρέμοντας μήπως και κλείσουνε!

Αρχιτεκτονημένη στιχοπλοκία, μουσικότητα ανιχνευόμενη στη μακροδομή αυτής της δίκροκης ποιητικής συλλογής, παρηχήσεις που μιμούνται επιτυχώς την πάλαι ποτέ ομοιοκαταληξία, διάσπαρτες προσεγγίσεις του αχανούς, εγκολπώματα του Άρρητου κι η παραβολική αναλογία αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του προσωπικού βιώματος σε ιστορική αλήθεια. Η ανάγκη για ελευθερία κι η απρόσκοπτη έκφραση των σύψυχων πέρα από την απλή διατύπωση γνώμης, η αναγνώριση του λάθους, των αστοχιών που άπαξ και συνειδητοποιούνται γίνονται δύναμη ανεξέλεγκτη, δεξαμενή πάθους ανεξάντλητου, αδηφάγου και πρωτογενούς.

Κάτω από την έκδηλη ποιητικότητα, η πρωτογενής μορφή της σολωμικής φεγγαροντυμένης οπτασίας ξεπροβάλλει πάνω από θάλασσα αρχετυπική, καθαρή σαν κρυστάλλι.

Κυνικός ρομαντισμός η «σχολή», η τέχνη δραματική, αμφίστομη ειρωνεία και σαρκασμός κοφτερός. Λέξεις καλο-ακονισμένες, ιδιόλεκτος μεικτή, πεζολογία που κυοφορεί το πέταγμα έξω από το σώμα, έξω από την Ύλη, στις θύρες ενός παραδείσου αλησμόνητου αν κι επινοημένου, εκεί όπου κι οι αγγέλοι ακόμα θαυμάζουν κι απορούν, έμπλεοι έρωτος σαρκικού, επιθυμίας παράφορης για τα χωμάτινα λουλούδια μιας γης γεμάτης λουλούδια που κρύβουν τη θλίψη μιας αγάπης ανέφικτης, γιατί την προδώσαμε όταν ήταν ακόμα χλωρή. Υπονομευμένη νοσταλγία, επαμφοτερίζουσες αναμνήσεις, αναδομούνται υπομονετικά από τον εικονοπλάστη λόγο.

Και μέσα από την ποίηση εξαγνίζεται, εξορκίζεται, εξανδραποδίζεται η πικρή διαπίστωση πως είναι σκληρή η ζωή, η πραγματικότητα «σφάζει με το βαμβάκι», αυτός ο «μνησιπήμων πόνος» κατά τον Σεφέρη δεν στάζει απλώς στον ύπνο, αλλά «Τελευταίος σταθμός» για την επίγεια ζωή μας γίνεται η κάθε μέρα μακριά από την προδομένη κι εξιδανικευμένη αγαπημένη είτε αυτή είναι η Ελευθερία, η Ισότητα, η Δικαιοσύνη, η Αδελφοσύνη, η συντροφικότητα είτε άλλα πανανθρώπινα ιδεώδη…Φυλλωσιές φονικών που γίνανε στην Ιστορία και άλλων που δεν ξετελέψανε ποτέ…

Η ομιλούσα ποιητική φωνή γυρίζει πίσω στο Χρόνο, όχι για να δει τι έζησε, αλλά για να αναπλάσει τα συμβάντα, να τα εμβολίσει στο ατέρμονο αενάως επαναλαμβανόμενο αλλά καταληκτικό «τώρα», να τα εγκιβωτίσει σαν έντομα σε κεχριμπάρι. Τα διαλείμματα του ύπνου δεν λειτουργούν και σαν διακοπές από το βίωμα. Το προμηθεϊκό τραύμα χάσκει διεκδικώντας τα απαράγραπτα δικαιώματά του.

Παραβολές, κρυμμένες και φανερές αναλογίες, όπως ο «κόκκινος κόμης» (σελ. 36) που θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο Τσαουσέσκου. Ποίηση σαφώς πολιτική, θριαμβεύουσα πάνω στην ήττα, ξενερίζοντας, σουρώνοντας, διυλίζοντας κάθε τι ρυπαρό και τρισάθλιο μέσα από τον ηθμό μιας συνείδησης κρυστάλλινης που διεκδικεί πεισματικά το μερίδιό της σε μια ζωή προθανάτια, ηλιόλουστη, ειλικρινή, ελεύθερη, αγαπησιάρα, πολυτελή (όσον αφορά την ανάμνηση του Έρωτα). Ηδονή εξομολογουμένη, ηδονή διπλή λογιάζεται…

Η ανάγνωση κάθε αληθινού κι απαράγραπτος ποιητικού «σώματος» σε τη μορφή βιβλίου πηγή έμπνευσης είναι και μας οδηγεί να βαδίσουμε σε λειμώνα βαθύσκιωτο μεθώντας από ευωδιές, ανασαιμιές καλοσύνης, γαλήνης, ηρεμίας. Οξυγόνο αλεξιθάνατο στις εποχές που ζούμε.

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας

Δείτε όλα τα σχόλια