Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το ρίσκο μιας απόφασης

Μιχάλη Χριστοδούλου, Διαδρομές του βίου μετά το λύκειο: Λήψη απόφασης, ταυτότητες και ρίσκο στην εφηβεία, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2017 του Γιάννη Παπαγιανόπουλου* Πόσο βέβαιοι είναι οι έφηβοι, με το...

 

του Γιάννη Παπαγιανόπουλου*

 

 

Πόσο βέβαιοι είναι οι έφηβοι, με το που τελειώνουν το σχολείο τους, για τα μεταλυκειακά τους σχέδια; Μέσα από ποια διαδικασία καταλήγουν να παίρνουν τέτοιου είδους αποφάσεις; Πώς χειρίζονται την όποια ακαθοριστία καθορίζει τις μεταλυκειακές τους μεταβάσεις; Αυτά είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα τα οποία πραγματεύεται το βιβλίο του Μιχάλη Χριστοδούλου, διδάκτορα κοινωνιολόγου και εκπαιδευτικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος επιχειρεί να τα προσεγγίσει μέσα από μια ψυχο-κοινωνιολογική οπτική.

Ειδικότερα, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, τόσο από ψυχολογικές απόπειρες οι οποίες αντιμετωπίζουν τη λήψη απόφασης μέσα από το πρίσμα μιας αναπτυξιακής λογικής των σταδίων όσο και από οικονομικού τύπου αναγωγές, για τις οποίες η μεγιστοποίηση του οφέλους αποτελεί το μοναδικό κριτήριο ορθολογικότητας, ο Μιχάλης Χριστοδούλου επανεντάσσει τη λήψη απόφασης στο βιοκοσμικό πλαίσιο δημιουργίας της και προσπαθεί να φέρει στο προσκήνιο τις αφηγηματικές λογικές και διεργασίες μέσα από τις οποίες οι έφηβοι επιχειρούν να αρθρώσουν σχέδια ζωής.

Επιστρέφοντας στα ίδια τα πράγματα, για θυμηθούμε τον Husserl, η μελέτη ενεργοποιεί τις έννοιες του «κόσμου της ζωής» και του «βιόκοσμου», όχι για να εναντιωθεί με κονστρουκτιβιστικά επιχειρήματα σε έναν δήθεν ξεπερασμένο θετικισμό αλλά για να εντοπίσει τα ποιητικά αίτια που δίνουν στον εκάστοτε κόσμο μια προσίδια μορφολογική δομή και όχι άλλη. Η εν λόγω θεωρητική και εμπειρική μετατόπιση βάζει σε πρώτο πλάνο το πότε, μέσα σε ποιες συνθήκες και χάρη σε ποια αφηγηματική διαδικασία οι έφηβοι είτε επιλέγουν αυτό που τους επέλεξε και δεν έχουν κανένα πρόβλημα με αυτό (άσχετα με το αν πρόκειται για εφήβους εργατικής ή μεσοαστικής προέλευσης) είτε έρχονται σε ρήξη με τα οικογενειακά τους σχέδια.

Αυτό που η μελέτη αναδεικνύει δεν είναι ούτε η πριμοδότηση από καθέδρας κοινωνιολογισμών, οι οποίοι μάταια προσπαθούν να βρουν στα δεδομένα τη δύναμη που έχει η «δομή» να καθορίζει την αυτενέργεια της λήψης απόφασης (μια τάση που διαπερνά είτε τους άπειρους ερευνητές, οι οποίοι γνώρισαν τους κλασικούς της κοινωνικής θεωρίας επειδή έτυχε να μεταφραστούν στα ελληνικά, είτε κάποιους λίγους ακαδημαϊκούς οι οποίοι τείνουν να εμμένουν σε όσα διάβασαν στα νιάτα τους), ούτε η επιβεβαίωση κοινότοπων αναπαραστάσεων περί «ευθραυστότητας του εφήβου», ο οποίος ψάχνει να βρει την ταυτότητά του.

Αντίθετα, αυτό που ανατιμάται είναι η συνάντηση της ατομικής αφηγηματικής λογικής διά της οποίας το άτομο κατανοεί τον εαυτό του με τις θεσμικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες οι οποίες τις πλαισιώνουν. Η εν λόγω συνάντηση δεν λαμβάνει χώρα σε κάποιο κενό αλλά στη βιομέριμνα της καθημερινότητας και του βιόκοσμου, μέσα στον οποίο είναι ριγμένες οι ζωές των εφήβων (στη γειτονιά, στο γήπεδο, στην πλατεία, στο φροντιστήριο, στο κλαμπ, στην καφετέρια και αλλού).

Ενώ, πράγματι, η μελέτη του Χριστοδούλου δεν αδιαφορεί για τα πολυαναφερόμενα φαινόμενα πολιτισμικής αναπαραγωγής και κοινωνικής κινητικότητας, στο εν λόγω βιβλίο αυτό που εντοπίζεται είναι η πολυπλοκότητα της λογικής διά της οποίας οι έφηβοι παίρνουν συγκεκριμένες αποφάσεις και όχι άλλες. Έτσι, ο συγγραφέας καταλήγει στην έννοια της αμφιθυμικής βιογραφικής ταυτότητας η οποία έρχεται να συνοψίσει αυτήν τη ριψοκίνδυνη λογική και να φωτίσει τη δυναμική της.

Συγκεκριμένα, ο Χριστοδούλου εκτιμά ότι υπάρχουν τέσσερις μορφές κοινωνικού εαυτού για τους οποίους η λήψη απόφασης οργανώνεται στη βάση τεσσάρων ποιοτικά διαφορετικών βιογραφικών αμφιθυμιών: οι έφηβοι της εργατικής τάξης από τη μια επιθυμούν να υλοποιήσουν γονεϊκά σχέδια, αλλά τα μέσα που έχουν για να τα πετύχουν τείνουν να εξαφανιστούν, με αποτέλεσμα να παραμένουν σε δομές διά βίου μάθησης, ελπίζοντας ότι τα διαπιστευτήρια που θα αποκτήσουν θα τους εξασφαλίσουν πρόσβαση σε παραδοσιακές μορφές αξιοπρέπειας. Για κάποιους άλλους εφήβους, επίσης εργατικής προέλευσης, η σύγχυση των μεταλυκειακών τους σχεδίων είναι συνδεδεμένη με το ότι από τη μια δεν θέλουν να αναγκαστούν να βρεθούν σε εργασίες χαμηλού κύρους, κυρίως χειρωνακτικές και επισφαλείς και, από την άλλη, επιχειρούν να εξοικειωθούν με τις μορφωτικές απαιτήσεις του σχολείου, επιβιώνοντας όπως μπορούν μέχρι την Γ’ λυκείου σε γενικά λύκεια. Μια τρίτη ομάδα εφήβων φιλοδοξούν να πραγματοποιήσουν μέσω της εκπαίδευσης εκείνο το ταξικό άλμα που θα τους επιτρέψει να αποφύγουν όλα εκείνα στα οποία οφείλεται η ανατροφή τους και να γίνουν κάτι που κανείς από την οικογενειακή τους παράδοση δεν έχει καταφέρει.

Τέλος, υπάρχει και μια μεσοαστικής κουλτούρας ομάδα εφήβων για τους οποίους η αναστολή της ικανοποίησης συνιστά την υπαρξιακή βάση οργάνωσης μιας συγκεκριμένης αμφιθυμίας: συναινούν στο να παραμείνουν ετερόνομοι κατά τη διάρκεια των εφηβικών τους χρόνων, προκειμένου να εξασφαλίσουν απόσταση από την ανάγκη όταν μεγαλώσουν, επιφυλασσόμενοι, να ζήσουν όσα δεν έζησαν όταν (και αν) αυτή η απόσταση τους το επιτρέψει.

 

 

* Ο Γιάννης Παπαγιανόπουλος είναι φιλόλογος

Δείτε όλα τα σχόλια