Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κώστας Βάρναλης, διδακτικός, λυρικός, σκωπτικός, ακόμα κι ως... ανώνυμος

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ     ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «39+1 άγνωστα ποιήματα», πρόλογος: Γεωργία Λαδογιάννη, Επιμέλεια-έρευνα: Ηρακλής Κακαβάνης, εκδόσεις Εντύποις, σ. 96, Νοέμβριος 2016.   «Είναι φανερό ότι...

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΡΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, «39+1 άγνωστα ποιήματα», πρόλογος: Γεωργία Λαδογιάννη, Επιμέλεια-έρευνα: Ηρακλής Κακαβάνης, εκδόσεις Εντύποις, σ. 96, Νοέμβριος 2016.

«Είναι φανερό ότι θεωρούμε την παρούσα έκδοση απόλυτα χρήσιμη από πολλές απόψεις κυρίως όμως από την άποψη των παιδιών που θα διαβάσουν τα ποιήματα, γιατί τόσο τα θέματα όσο ο καλλιτεχνικός τους χειρισμός ανήκουν στην υψηλή τέχνη του παραδοσιακού μας λυρισμού και αυτός δεν είναι χαρακτηριστικό της τρέχουσας εκδοτικής κίνησης».

ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΑΔΟΓΙΑΝΝΗ

Οι ποιητές, οι πνευματικοί εργάτες εν γένει, όταν βρεθούν στα δύσκολα, κυνηγημένοι από την Εξουσία, γράφουν για να επιζήσουν, ενώ η ζωή τους κινείται μέσα στην Τέχνη και πάντα «στην Τέχνη ξεκουράζονται από τη δούλεψή της», για να θυμηθούμε τον Καβάφη. Ο Κώστας Βάρναλης ήταν ασυμβίβαστος και ειρωνικός προς κάθε τι αντίθετο με την ιδεολογία και τα βαθιά πιστεύω του. Ανυποχώρητος, αδούλωτος πορεύεται στο «Φως που Καίει», αφού «καθένας κερδίζει το δικό του θάνατο και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή» (σύμφωνα με τον Γιώργο Σεφέρη).

Ο Κώστας Βάρναλης, αν και με λαμπρές σπουδές στο Παρίσι, βρέθηκε έξω από τη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση στα μισά της δεκαετίας του 1920, απολύθηκε με άλλα λόγια. Όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στην πνευματική του εξέλιξη και στη μαχητική του πορεία. Το αντίθετο. Σα να απελευθερώθηκε από τις συμβάσεις. Η ανάγκη του βιοπορισμού όμως τον έσπρωξε σε διασκευές, μεταφράσεις, ανθολογήσεις παραμυθιών. Ακόμη και τον «Δον Κιχώτη» μετέφρασε για παιδιά, σύμβολο του αδιάκοπου πνευματικού αγώνα του ανθρώπου που σέβεται τον εαυτό του και τείνει προς ένα ιδανικό Ισότητας, Δικαιοσύνης κι Ελευθερίας για όλους.

Αυτή η καλοσυνάτη αντιμετώπιση της αδελφοσύνης όλων των ανθρώπων φαίνεται ιδιαίτερα στα παιδαγωγικά ποιήματα που αναγκάστηκε να πουλήσει στον γνωστό τότε εκπαιδευτικό Νώντα Έλατο (ψευδώνυμο του Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ), αφού η μεταξική δικτατορία της 4ης Αυγούστου δεν θα επέτρεπε στον εκτοπισμένο Κώστα Βάρναλη να κυκλοφορήσει με το όνομά του ποιήματα που προορίζονταν για την αγωγή της νεολαίας.

Έτσι, μετά από μαραθώνιες διαπραγματεύσεις και παζάρια, ο μεγάλος ποιητής συμφωνεί με τον ελάσσονα (και ανύπαρκτο πια) Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ να συμπεριληφθούν και σαράντα ποιήματα του Βάρναλη στην ποιητική συλλογή για παιδιά με τίτλο «Ο Κορυδαλλός» που εκδόθηκε το 1937. Απ’ ό,τι μας λέει ο Ηρακλή Κακαβάνης, ερευνητής και επιμελητής αυτού του ιδιαίτερα συγκινητικού βιβλίου, στην κατατοπιστική εισαγωγή του: «Κατόπιν συμφωνίας ως συγγραφέας φέρεται ο Νώντας Έλατος. Η συλλογή περιλαμβάνει 76 ποιήματα. Δεκαοχτώ ποιήματα του Νώντα Έλατου, 3 διασκευές μύθων του Αισώπου, 15 ποιήματα που είναι “ελεύθερη απόδοση από τα γερμανικά” και 40 ποιήματα του Κώστα Βάρναλη». Ο τίτλος του βιβλίου είναι και τίτλος ποιήματος του Βάρναλη που τυπώθηκε επτά χρόνια μετά στα «Καλλιτεχνικά Νέα», με δική του υπογραφή αυτή τη φορά. «Στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύτηκε ενυπόγραφα και το ποίημα ‘Ποντικός και Ταύρος’». Στο αρχείο Βάρναλη βρήκε ο Κακαβάνης και εννέα επιστολές του Νώντα Έλατου προς τον Βάρναλη, και μία προς τον εκδότη, όπου αναφέρονται οικονομικά ζητήματα του όλου εγχειρήματος. «Από τις επιστολές προκύπτει ότι ο Βάρναλης έδωσε τα ποιήματα, έναντι αμοιβής, στον Επαμεινώνδα Γ. Παπαμιχαήλ, ο οποίος τα προόριζε για σχολική χρήση». Μάλιστα. Παντού και πάντα τα ίδια. Αντιγραφές, λογοκλόποι, αντι-ποιητές (από την «αντιποίηση αρχής»), συγγραφείς «με ξένα κόλλυβα».

Διαβάζοντας όμως και μελετώντας στοχαστικά τα σαράντα «κρυμμένα» ποιήματα ενός σημαντικού λογοτέχνη, ενός πνευματικού ανθρώπου, που πάλεψε και πολέμησε ενεργά για το Σοσιαλισμό, ανακαλύπτουμε την άπειρη τρυφερότητα του ποιητή για κάθε τι ζωντανό, την απαράμιλλη καλοσύνη, τον βαθύ ουμανισμό του, που, σε συνδυασμό με τον λυρισμό, την ελληνικότητα της λαλιάς και την σκωπτική ειρωνεία, τη σατιρική διάθεση απέναντι σε ιδεοληψίες και «κακώς κείμενα», πλάθει ένα ποιητικό σύμπαν τόσο σύγχρονο και διαχρονικό, «ιδιαίτερο» και καθολικό ταυτόχρονα, πανανθρώπινο, που νομίζεις ότι αυτά τα κείμενα γράφτηκαν μόλις χθες προκειμένου να κυκλοφορήσουν σύντομα.

Ακόμα κι εκεί που ο ποιητής διαφωνεί σε ιδεολογικό επίπεδο, αποδέχεται την πρόσκληση και δεν αντιπαρέρχεται με κυνισμό το δίλημμα, αλλά γεφυρώνει τον Χριστιανισμό με τον Σοσιαλισμό, χρησιμοποιώντας ως ασφαλιστική δικλείδα την άνευ όρων και ορίων Αγάπη. Όσο για το μόρφωμα «Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια», που υποτίθεται ότι υποστηρίζει και αποπνέει αυτή η συλλογή κειμένων για παιδιά, ακόμα κι εκεί με την γνωστή του υποδόρια φιλάνθρωπη ειρωνεία, ο μέγιστος ποιητής (που δυστυχώς δεν θεωρείται δεδομένος για τον «λογοτεχνικό κανόνα» και τα σχολικά μας βιβλία), ο σημαντικότατος Κώστας Βάρναλης, αποδεικνύει περίτρανα και στην πράξη πως ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει να ξεχωρίζει το Καλό από τα πολιτιστικά σκουπίδια και να εξαίρει το Αγαθό από τα υποπροϊόντα ενός πολιτισμού σε Κρίση, εδώ και δύο αιώνες τουλάχιστον...

Στα ποιήματα αυτά «απολαμβάνουμε τον βαρναλικό λυρισμό, στις καλύτερες στιγμές του: ρυθμό, ηχητική οργάνωση, κλιμακωτή εκτύλιξη του θέματος. Θα θέλαμε να σημειώσουμε την σοφή και παιδαγωγικά άψογη επεξεργασία θεμάτων που σε πρώτη ανάγνωση δεν εμπνέουν τον κομουνιστή ποιητή, όπως είναι το ποίημα ‘Ο Θεός’, όπου η μεταφυσική οντότητα γίνεται χειροπιαστή εμπειρική φύση που έχει το κάθε παιδί», γράφει η καθηγήτρια φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεωργία Λαδογιάννη, στον διαφωτιστικό, λακωνικό πρόλογό της.

Εδώ θα πρέπει να σταθούμε λίγο στην εικονοποιία που φιλοτεχνεί ο Βάρναλης προκειμένου να επιτύχει την επιθυμητή μυθοπλασία. Χρησιμοποιεί προσλαμβάνουσες εικόνες από την άμεση καθημερινή εμπειρία, ακόμα και των πιο μικρών παιδιών, συνθέτει με μουσικότητα και χάρη μια «ναΐφ» θα έλεγες λαϊκή ζωγραφιά, από τα χέρια ενός Θεόφιλου ας πούμε, κι επιτυγχάνει με τη δραματικότητα του ώριμου λόγου του το παιδαγωγικό ζητούμενο: να ευαισθητοποιήσει τους νεαρούς αναγνώστες σε θέματα κοινωνικά, ατομικής εσωτερικής και εξωτερικής καθαριότητας και υγιεινής, σεβασμού της Φύσης, αρμονικής συνύπαρξης με την πανίδα και χλωρίδα του πλανήτη μας. Οικολόγος πριν από τους σύγχρονους οραματιστές, διαφωτιστής, ουμανιστής, ακριβολόγος. Δεν διστάζει να απομυθοποιήσει στερεότυπα και συμπεριφορές, φετίχ που χωρίζουν τις τάξεις των ανθρώπων, όπως το λεγόμενο «καλό ντύσιμο» και τα καινούργια ρούχα στο υπέροχο παραμυθένιο ποίημα «Το Μάθημα του Τάκη» (σελ. 49), που όταν «σκοντάφτει σε μια πέτρα, / στα λασπόνερα κυλά», διδάσκεται από τα φτωχά παιδάκια «δίχως κάκια» «τι θα πει καλή καρδιά». Είναι νομίζω το πιο συγκινητικό και χαρακτηριστικό ποίημα όλης αυτής της συλλογής.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω συχνά αυτό το πόνημα, γιατί ξεχωρίζω επίθετα, ρυθμούς και σχήματα, κυκλικότητες κι επαναλήψεις και διακρίνω υψηλές φιλοσοφικές θεωρίες κάτω από αυτές τις λιτά διατυπωμένες ιστοριούλες, με την έντονη δραματικότητα, το υπόγειο χιούμορ, την έκδηλη καλή διάθεση, την αγαθή πρόθεση και τη θυμοσοφία ενός ποιητή που βυθίζει τις ρίζες του στο βαθύ πηγάδι της καθομιλούμενης ζωντανής λαλιάς του λαού μας.

Παρατηρώ μια ιδιαίτερη λατρεία, προσήλωση του Βάρναλη στο σύμβολο του Φωτός: ο Θεός παρομοιάζεται με τον ήλιο κι αναφέρεται ως «φωτοπηγή» στο ομώνυμο ποίημα της σελ. 70. Ο αναστημένος Χριστός «φως αργό» (σελ. 75). Σε συνδυασμό με το προγενέστερο έργο του «Το Φως που καίει» (κυκλοφόρησε το 1922 στην Αλεξάνδρεια από το περιοδικό «Γράμματα»), έχουμε πολλά να πούμε για αυτή τη «φωτολατρεία», κοινή και σε άλλους μεγάλους ποιητές (όπως ο Σικελιανός, κι αργότερα ο Ελύτης, ο Βρεττάκος κ.ά.). Ο Βάρναλης χειρίζεται αρμονικά τα χωνεμένα σύμβολα, είναι δεξιοτέχνης στη χρήση των εικαστικών του μέσων, κατέχει απολύτως τόσο την αφηγηματική όσο και την ποιητική-δραματική τέχνη, με αποτέλεσμα το έργο του να διαβάζεται σήμερα ως σύγχρονο και διαχρονικό συνάμα. Το μόνο που απομένει είναι η επίσημη κριτική και η επιστημονική έρευνα να τον εντάξουν ακριβώς εκεί που του πρέπει. Ο Κώστας Βάρναλης πρέπει να μπει στα σχολικά βιβλία. Κι όχι μόνον με αυτά τα παιδικά ποιήματα που αποτελούν σαφώς πάρεργο, αλλά με τα μεγάλα του έργα: «Την αληθινή απολογία του Σωκράτη» (μέγιστο έργο, αντάξιο ενός Ντοστογιέφκσι, ισάξιο των δραματικών μονολόγων του Ρίτσου).

Θα δούμε με πόση χρονοκαθυστέρηση και με ποια ανακλαστικά λειτουργούν οι θεσμοί και η πνευματική Δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα. Ο Χρόνος έχει σίγουρα τα δικά του κριτήρια. Και στο δικό του «φοβερό βήμα» θα κληθούμε να δώσουμε όλοι λόγο για τα πεπραγμένα μας. Κι οι άλλοι (οι θεωρητικοί, οι κριτικοί) ως μάρτυρες του καιρού μας, οφείλουμε και πρέπει να ξεσκονίσουμε τις αξίες, να τις στιλβώσουμε και να τις αναδείξουμε όπως τους αρμόζει. Το λογοτεχνικό έργο του Κώστα Βάρναλη ανήκει στα μεγάλα ορόσημα, στους φωτεινούς σηματωρούς της ποιητικής παραγωγής ετούτου του τόπου. Ας σταματήσει λοιπόν αμέσως η υποτίμηση και η περιθωριοποίησή του για ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους.

Ο Κωνσταντίνος Μπούρας είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας

www.konstantinosbouras.gr

Δείτε όλα τα σχόλια