Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα μικρά και τα μεγάλα

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου μπορεί να διαβαστεί και αντισυμβατικά - όχι σαν βιβλίο, αλλά σαν χάρτης: ένας χάρτης εννέα σημείων του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, στα οποία εκτυλίσσονται τα ψυχικά γεγονότα του κόσμου του ποιητή

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ, Οι τίγρεις των δωματίων, εκδόσεις Εστία, σελ. 56

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου μπορεί να διαβαστεί και αντισυμβατικά - όχι σαν βιβλίο, αλλά σαν χάρτης: ένας χάρτης εννέα σημείων του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, στα οποία εκτυλίσσονται τα ψυχικά γεγονότα του κόσμου του ποιητή.

Πρώτο σημείο του χάρτη: το σπίτι. Το σπίτι είναι ο κυρίαρχος τόπος και η σκηνή πλείστων όσων λαμβάνουν χώρα στο βιβλίο. Το σπίτι σαν έννοια περισσότερο παρά σαν πραγματικός χώρος. Ο τόπος που είναι ο δικός μας, εκείνος στον οποίο επιστρέφουμε για να βρούμε τα σημεία αναφοράς μας, να νιώσουμε ασφαλείς ή να αναμετρηθούμε με τις ανασφάλειές μας. Το σπίτι που κατοικεί κάποιος είναι επέκταση του εαυτού του: αυτός το χρωματίζει με τις ιδιαιτερότητές του και εκείνο σε αντάλλαγμα τον αγκαλιάζει στοργικά και του προσφέρει καταφύγιο από τις απειλές του έξω κόσμου. Εντέλει το σπίτι είναι ένας χώρος τον οποίο κατοικούμε εμείς ή είναι εκείνο που μας κατοικεί; Ανήκουμε σε αυτό ή μας ανήκει; Τέτοιου είδους ερωτήματα προκύπτουν από την ποίηση του Κακάρογλου. Το σπίτι περιλαμβάνει και αφανείς ενοίκους που μερικές φορές διαφεύγουν την προσοχή, όπως τα μυρμήγκια που κατοικούν «τη γωνιά του δωματίου», όπως γράφει ο ποιητής, ή «διασχίζουν το τραπέζι με τα βιβλία». Άλλες φορές πάλι, οι αφανείς ένοικοι επιτάσσουν την προσοχή, όπως στην περίπτωση των πεθαμένων «που κατοικούν τα όνειρα». Το σπίτι όμως πιο συχνά είναι άδειο, είναι φορέας μοναξιάς: «το σπίτι ερήμωσε», γράφει ο ποιητής, έγινε ο χώρος όπου η απουσία είναι πιο ηχηρή από την παρουσία: «τα πάντα τρίζουν στο σπίτι, όπως και στη ζωή μου», όπως λέει.

Το σπίτι είναι ο χώρος από τον οποίο προσεγγίζουμε το δεύτερο σημείο του χάρτη: τη μνήμη. «Να φτιάξω τη μνήμη από την αρχή», εύχεται ο Κακάρογλου. Να την ξαναχτίσει δηλαδή ψηφίδα - ψηφίδα για να μην πονάει τόσο. Η μνήμη κάνει την ποίησή του γεμάτη αγκάθια, μα την ίδια στιγμή τρυφερή και παράξενα γαλήνια. «Η ζωή μας ένα έγκλημα μνήμης μέσα σ’ όλα τα εγκλήματα», ομολογεί. Πράγματι η μνήμη μπορεί να διαπράξει έγκλημα, μπορεί να μας λυπήσει, μπορεί να μας στιγματίσει, μπορεί να μας εξαπατήσει ή και να μας προδώσει. Η μνήμη μπορεί να μας πονέσει περισσότερο από καθετί. Μα ο Κακάρογλου φαίνεται να την έχει αποδεχθεί, γι’ αυτό και παραμένει γαλήνιος παρόλο το παράπονο. Αλλού, πάλι, λέει «Υδροχαρές φυτό η μνήμη».

Και έτσι μας οδηγεί στο τρίτο σημείο του χάρτη: το νερό. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα είναι κατ’ εξοχήν ποίηση του νερού. Το διαπιστώνουμε αυτό και σε τούτη την ποιητική συλλογή που δεν φειδωλεύεται τις αναφορές στη βροχή και τα άλλα είδη υγρασίας, είναι μια συλλογή που στάζει και πάλι νερό. Νερό, τη ζωοποιό δύναμη που όμως έχει την ικανότητα να βυθίσει τον ποιητή στη μελαγχολία και ενίοτε να γίνει συνώνυμο της μοναξιάς: «χάθηκαν οι φίλοι, μόνο κάποια βροχή με επισκέπτεται, αφήνει θαμπάδες στα τζάμια».

Σε τούτη ωστόσο τη συλλογή κάνει έντονη την παρουσία του και ένα άλλο στοιχείο, που είναι ταυτόχρονα και το τέταρτο σημείο του χάρτη: ο αέρας, που είναι αλληγορία για το όνειρο. Πότε ελάχιστος και αναζωογονητικός «όταν μπήκες ήταν σαν βραδινό αεράκι να φύσηξε» και πότε σαρωτικός «με πήρε ο αέρας κι έγινα κι εγώ όνειρο». Τελικά, «ποιον άνεμο χάιδεψες», αναρωτιέται ο ποιητής. Ο αέρας γίνεται το όχημα ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, ανάμεσα στο έχω και στο θέλω.

Και ο αέρας βέβαια φυσά μέσα στην πόλη, που ορίζει και το πέμπτο σημείο του χάρτη. Η πόλη είναι ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο κινείται ο ποιητής και εδώ συμβαίνει κάτι παράξενο: όσο συμπαγές και στέρεο μοιάζει το σπίτι, τόσο η πόλη φαντάζει ένας χώρος πλαστικός, με όρια εκτατά και αεί διαμορφώσιμα. «Ονειρευόσουν μια πόλη δικιά σου», λέει, «να τη νανουρίζεις, να τη διασχίζεις, να τη θυμάσαι, να τη διηγείσαι». Ίσως είναι αυτή η αστάθεια της μορφής της, αυτό το αναποφάσιστο όσο την αφορά, που κάνει τον Κακάρογλου να την αντιμετωπίζει με αμφιθυμία στην ποίησή του. Η πόλη είναι για κείνον κάτι που παραμένει απροσπέλαστο στην όραση, κάτι θολό: «την πόλη την είδαμε νύχτα και το πρωί το γαλάζιο μας τύφλωσε». Μένει αθέατη στην ποίηση του Κακάρογλου η πόλη, ίσως επειδή βιοπορίστηκε αποτυπώνοντας και διαμορφώνοντάς την ως πολιτικός μηχανικός που υπήρξε. Εκείνος στην ποίησή του νιώθει οικειότητα σε μικρότερα μέρη, όπως στο σπίτι που είδαμε ή στο κορμί.

Γιατί το κορμί, το έκτο σημείο του χάρτη, έχει κι αυτό τους δικούς του δρόμους, τις δικές του γωνίες που αφυπνίζουν τη μνήμη και συγκρατούν το όνειρο, τους δικούς του ιδιωτικούς τόπους που μπορεί κάποιος να εσωτερικεύσει. «Μα και το κορμί σου λέξη στο χαρτί έγινε, γραμμούλα από φως που πάει να συναντήσει τον ορίζοντα».

Γραμμούλα από φως... Ένα παιχνίδι που παίζεται πολύ έντονα στις Τίγρεις των δωματίων είναι το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και τη σκιά, που αποτελεί το έβδομο σημείο του χάρτη. Πλήθος οι αναφορές στα ποιήματα, όπως «φοβάμαι να κλείσω το φως», «μια φωτεινή γραμμή κάτω από την πόρτα ξεσκίζει το σκοτάδι», «μια ψιχάλα φως πολιορκεί τη μνήμη».

Υπάρχουν κι άλλα τέτοια δίπολα στη συλλογή, όπως η ομιλία/ο ψίθυρος και η απόλυτη σιωπή: «ένας ψίθυρος σαν μιλιά μερεύει τη μοναξιά». Όμως οι λέξεις, από τις οποίες δομείται ο ψίθυρος και αποτελούν και το όγδοο σημείο του χάρτη, είναι απρόβλεπτες, χτυπούν πάνω στους τοίχους του σπιτιού και επιστρέφουν σαν μπούμερανγκ, τραυματίζοντας τον ποιητή. Στο τέλος τις ελευθερώνει, τις αφήνει να τις πάρει ο άνεμος για να πάψουν να τον πληγώνουν. Κι όπως φεύγουν μακριά τον πληγώνουν ξανά, αυτή τη φορά με το κενό που αφήνουν: «Μόνο σκόρπιες λέξεις σέρνονται στη σκόνη που τραβολογά ο αέρας».

Δεν είναι μόνο χωρικά τα σημεία που αφήνουν έντονα το αποτύπωμά τους στη συλλογή, είναι και χρονικά. Ο πανταχού παρών χρόνος είναι το ένατο και τελευταίο σημείο του χάρτη: «ο χρόνος πέρασε αργά σαν σιγανή βροχή» ή «δεν παίζουν με τις μέρες, αν τις μαζέψεις λες πάνε τα χρόνια μα στη ζωή σου για πόσα ηλιοβασιλέματα μίλησες». Ο χρόνος μπορεί να λυτρώσει, κομίζοντας τη συμπονετική λήθη, όμως ταυτόχρονα κυλά ανελέητα προς τα μπροστά, δεν μπορεί να ανασταλεί ούτε να ανακτηθεί και συχνά χάνεται μέσα από τα χέρια όπως το νερό. Χάνεται στα δωμάτια του σπιτιού ή στους δρόμους της πόλης. Χτίζει τη μνήμη από την αρχή κι αφήνει σημάδια στο σώμα.

Κάπως έτσι μπορούν να χαρτογραφηθούν οι Τίγρεις των δωματίων. Τα εννέα σημεία σίγουρα δεν είναι τα μόνα που υπάρχουν στη συλλογή, είναι όμως αρκετά για να σκαρώσει κάποιος πάνω τους λίγη ποίηση, ίσως και μια ολόκληρη ζωή. Με φαντασία και ταπεινότητα, με ευαισθησία και θλίψη. Με τον τρόπο του Λεωνίδα Κακάρογλου, του ποιητή των μεγάλων μικρών πραγμάτων.

Η Χριστίνα Λιναρδάκη είναι ποιήτρια και μεταφράστρια

http://stigmalogou.blogspot.com

Δείτε όλα τα σχόλια