Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ζωή από άλλη οπτική γωνία

Ο Μανώλης Γαλιάτσος «διαβάζει» ποιήματα του Γιώργου Βέη

Ο άκρως ιδιωματικός (όσο και αν ο ίδιος απεχθάνεται τον χαρακτηρισμό) συνθέτης Μανώλης Γαλιάτσος αγαπάει πολύ την ποίηση. Όταν από ένα σημείο και μετά στράφηκε σε πολύ σύνθετες και αποκλειστικά ορχηστρικές φόρμες, τα εκτενή συνοδευτικά κείμενά του διαπνέονταν από μιαν έντονη ποιητική διάθεση.

Στον προηγούμενο δίσκο του, «Το Αργό Πέρασμα Των Ημερών», που κυκλοφόρησε το ’15, έξι από τα συνολικά δέκα εννέα κομμάτια του album ήταν μελοποιήσεις ποιημάτων, που δύο ήταν του Γιώργου Βέη, ο οποίος επίσης είχε κάνει και την μετάφραση ενός του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Υπό μιαν έννοια λοιπόν το επόμενο βήμα είχε ήδη προαναγγελθεί, αλλά όχι στον βαθμό που συμβαίνει στην τελευταία του εργασία και ομολογουμένως αρχικά μου προξένησε κάποιαν έκπληξη. Γιατί από τα δέκα εννέα και πάλι κομμάτια του δίσκου του Μανώλη Γαλιάτσου, τα έντεκα αυτή τη φορά είναι μελοποιήσεις ποιημάτων και μάλιστα ενός και μόνον ποιητή, του Γιώργου Βέη.

Η «αποκωδικοποίηση» του ανά χείρας CD δεν μπορεί παρά να αρχίσει από το εξώφυλλο, έναν πίνακα της εικαστικού Σταυρούλας Σταυροπούλου, που «μπορεί να περιγράφει ένα άνθος, την παιωνία του δίσκου ίσως ή ένα πρωτόπλασμα, μια άγνωστη μορφή ζωής σε σπερματική κατάσταση που δεν έχει δείξει ακόμη τα όριά της», σύμφωνα με τον συνθέτη. Κάτω από το όνομα του τελευταίου, ένας παράδοξος συνδυασμός τίτλου και του ονόματος του έτερου βασικού συντελεστή, «Η Ζωή σε έντεκα ποιήματα του Γιώργου Βέη». Ήδη η πρώτη ακρόαση φανερώνει ότι ο δίσκος δεν αποτελεί μόνο μορφικά αλλά και νοηματικά την «συνέχεια» του προηγούμενου του δημιουργού. Όπως δηλαδή είχα αναλύσει εκτενώς τότε (Αναγνώσεις, 15/11/2015) στο «Το Αργό Πέρασμα Των Ημερών» ο Μανώλης Γαλιάτσος διερευνούσε με την μουσική του τη διάσταση εντός της οποίας εγγράφεται η πεπερασμένη ανθρώπινη ύπαρξη, δηλαδή τον χρόνο. Στο νέο δίσκο του έρχεται λοιπόν ομαλά η στιγμή για να ασχοληθεί με το διάστημα αυτής της εγγραφής, εκείνο δηλαδή που αποκαλούμε ζωή. Και το κάνει επιλέγοντας σαν όχημα την ποίηση του Γιώργου Βέη.

Στα έντεκα αυτά ποιήματα (τρία εκ των οποίων ανέκδοτα) του Γ. Βέη, ο Μ. Γαλιάτσος διακρίνει τον συνδετικό κρίκο τους: όλα αποτυπώνουν ή έστω περιγράφουν εκφάνσεις της ζωής, και επάνω σε αυτό δομεί την εργασία του. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τι τον ελκύει τόσο στην ποίηση του Βέη, που ενώ επιφανειακά ασχολείται με την καθημερινότητα και την ρουτίνα της, σιγά-σιγά αποκαλύπτει τα διαδοχικά επίπεδά της, κάτι σαν «φολίδες ζωής» που οδηγούν όλο και βαθύτερα, στην κρυμμένη αλήθεια της. Ο συνθέτης βρήκε στον κρυπτικό λόγο του ποιητή πολλά κοινά στοιχεία με την δική του μεθοδολογία και προσέγγιση. Γιατί, ειδικά στα ορχηστρικά έργα του, η μουσική του επίσης διακρίνεται για τα πολλαπλά συνθετικά και ενορχηστρωτικά επίπεδα, τα οποία εκφράζουν περισσότερα του ενός συναισθήματα και ιδέες ή διαφορετικές όψεις -ή και μία γκάμα- του αυτού εντός μίας και μόνης σύνθεσης.

Εδώ ο Γαλιάτσος, πηγαίνοντας ενάντια στην πεπατημένη, ακόμα και στον εαυτό του, δεν μελοποιεί την ποίηση του Βέη. Αντί για αυτό, καταβυθίζεται εντός της για να ανακαλύψει όχι μόνο τον ρυθμό, την μετρική της δηλαδή, αλλά ακόμα και την μελωδία των λέξεων μα και των φράσεών της, με σκοπό να τα αναδείξει, κυριολεκτικά εναρμονίζοντάς τα. Για να τον υπηρετήσει, μετέρχεται μιας ασυνήθιστης συνθετικής υφολογικής ποικιλίας, η οποία ξεκινάει από περισσότερο ή λιγότερο ενορχηστρωμένες πιανιστικές μπαλάντες, περνάει από το ιδιαίτερα αγαπημένο του «νεοκλασικό» στιλ και φτάνει μέχρι ιδανικές αξιοποιήσεις της rock φόρμας και μάλιστα στις πιο σύγχρονες εκδοχές της· π.χ. στο κομμάτι «Στον Ουρανό Της Σαγκάης» υπάρχουν ακόμα και απόηχοι από την... κινεζική μουσική! Όλα αυτά υποστηρίζονται άψογα από ένα ενδεκαμελές σύνολο (στο οποίο σαφώς κυριαρχούν πέντε πνευστά, που συμπληρώνονται από βιολί, βιολοντσέλο, κλασική αλλά και ηλεκτρική κιθάρα, μπάσο και ντραμς, και φυσικά το πιάνο μα και την τσελέστα και τα κρουστά που παίζει ο ίδιος ο συνθέτης) αληθινών βιρτουόζων και ικανών να αποδώσουν επαρκέστατα τις αναρίθμητες ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες, μόνιμο γνώρισμα μα και προτέρημα του Γαλιάτσου, ο οποίος μελετά εξαντλητικά αυτό το στάδιο, καθώς το θεωρεί, δικαιολογημένα, αδιάρρηκτο τμήμα της σύνθεσης.

Ακόμα πιο καθοριστικό όμως θεωρώ ένα άλλο στοιχείο, που στο παρελθόν είχε παρατηρηθεί μόνο μία φορά, στον δεύτερο δίσκο του δημιουργού, «Άντρες Είναι Μοναχοί», το ’92. Με την εξαίρεση δηλαδή ενός τραγουδιού που το ερμηνεύει η μόνιμη συνεργάτιδα του, η σοπράνο και ηθοποιός Μαριάνθη Σοντάκη (η οποία συμμετέχει και σε μερικά ακόμα) και ένα άλλο που ερμηνεύει ο επίσης τακτικός συνεργάτης του Ανδρέας Καρακότας, στα υπόλοιπα αναλαμβάνει να το κάνει ο ίδιος, εκθέτοντας έτσι τον εαυτό του με μιαν ιδιότητα που δεν έχει, γεγονός που προσδίδει ακόμα περισσότερο ειδικό βάρος στο έργο και δείχνει πόση σημαντικό είναι για εκείνον.

Ο δίσκος αυτός δεν είναι παρά η ανάγνωση και συνάμα η ερμηνεία του Γαλιάτσου της ποίησης του Βέη, κατά τη γνώμη μου θεμιτή για τον αποδέκτη της ποίησης. Μια ανάγνωση με δυνατή φωνή, περίτεχνα χρωματισμένη, καθώς αυτός που την κάνει συμβαίνει να είναι ένας ταλαντούχος μουσικός. Το αν θα συμφωνήσουν με τις ερμηνείες που δίνει στην ποιητική του Βέη επαφίεται σε όλους τους άλλους αναγνώστες / ακροατές του έργου. Αναμφίβολα όμως είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάγνωση, η οποία φωτίζει πτυχές της ποίησης του Βέη. Κατά τη γνώμη μου πάντα, το εγχείρημα κρίνεται απολύτως επιτυχημένο, τουλάχιστον ως προς τις προθέσεις του, γιατί, όπως λέει το ποίημα «Γνώση», Στις εκβολές του μεσημεριού/ γράφεται συνήθως το μέλλον μας/ το διαβάζουμε κάποια στιγμή,/ νομίζοντας πως πρόκειται για τις/ ειδήσεις της ημέρας/ εκεί όμως παίζεται κορώνα γράμματα/ ο όλεθρος/

 

Όχι μνήμη, αλλά ενόραση ψιθυρίζουν...

- Αγαπητέ Γιώργο Βέη, βρίσκεις στοιχεία στην μουσική του Μανώλη Γαλιάτσου, όχι μόνο σε αυτόν τον δίσκο αλλά και σε προηγούμενους, που υπάρχουν και στην ποίηση σου ή έστω είναι συγγενικά με αυτήν;

Γ.Β.: Ναι. Πρόκειται για τη λειτουργική σύζευξη ορισμένων διακριτών στοιχείων της παράδοσης με αμιγώς νεωτερικό υλικό. Αναγνωρίζω επίσης τον αντισυμβατικό χειρισμό πολλών θεμάτων, ο οποίος συνάδει ενίοτε με τις δικές μου δοκιμές στο χώρο της δημιουργικής γραφής.

- Αγαπητέ Μανώλη Γαλιάτσο, ποια στοιχεία από τον εαυτό σου, άρα και από την μουσική σου, βρίσκεις στην ποίηση του Γιώργου Βέη, που σε έκαναν να προχωρήσεις στην πραγματοποίηση αυτού του δίσκου;

Μ.Γ.: Η χρονική στιγμή στην ποίηση του Γιώργου Βέη είναι πάντοτε σύγχρονη, αλλά μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Είναι ως να κρατάμε στα χέρια μας έναν μαγικό σπόρο του απώτατου παρελθόντος ο οποίος ανοίγει και μας αποκαλύπτει τον σημερινό, δικό μας κόσμο. Φορτίζει συγκινησιακά με την ένταση μιας αναδυόμενης ανθρώπινης μνήμης, κάνοντας τις εικόνες να πολλαπλασιάζονται στο άπειρο. Είναι επίσης ελλειπτικός και πολυσήμαντος, κι εγώ θέλω η μουσική μου επίσης να διαρθρώνεται σε πολλαπλά επίπεδα.

- Πώς θα περιέγραφες τον άνθρωπο Μανώλη και όχι τον μουσικό Γαλιάτσο;

Γ.Β.: Εξαιρετικός συζητητής. Τον αφορά ιδίως η ζέουσα πραγματικότητα, το ξεπέρασμα των αντινομιών της, η απόδοση δικαιοσύνης σε όλα, ει δυνατόν, τα επίπεδα. Μέσα από την ειδικότερη αισθητική του πρόταση προκύπτει ένας αυθεντικός καλλιτέχνης. Ομιλεί, δρα γενικότερα, λες και διαβάζει συνεχώς μια παρτιτούρα.

- Ο Γιώργος είναι ίδιος σαν άνθρωπος με αυτό που δείχνει μέσα από το έργο του ο ποιητής Βέης;

Μ.Γ.: Ένας δημιουργός θα ήταν ίσως απελπιστικά αυτοαναφορικός και (άρα) ελάσσων, αν απεκαλύπτετο ως ταυτόσημος με το έργο του. Η ζωντανή επαφή με τον Γιώργο Βέη διαβαθμίζει αργά και διαφωτιστικά τις πτυχές του έργου του, επανενώνοντας αδιατάρακτα τα δύο πρόσωπα σε ένα.

- Η δική σου Πλατεία Αμερικής είναι η Αμερική που ανακάλυψε, συμπτωματικά καθώς κάτι άλλο αναζητούσε, ο Κολόμβος ή αυτή που ανακάλυψες εσύ με τα μάτια του προσώπου, του μυαλού ή ίσως και της φαντασίας;

Γ.Β.: Είναι η μεγάλη Πλατεία Αμερικής που αρχίζει από τα Πατήσια και φτάνει ως τον Άγιο Φραγκίσκο της δυτικής ακτής των Η.Π.Α. Αναφέρομαι στον κοινό παρονομαστή του δράματος που παίζεται σ’ αυτή τη σκηνή και απλώς δίνω έμφαση εδώ στην κατάρρευση της ύπαρξης από τα σκληρά ναρκωτικά.

- Το ποίημα «Πλατεία Αμερικής» του Βέη σου θυμίζει καθόλου την ομώνυμη στα Πατήσια, την περιοχή της Αθήνας όπου άλλωστε κατοικείς;

Μ.Γ.: Εξαρχής εξέλαβα τον συγκεκριμένο τίτλο με την διπλή -αττική και υπερατλαντική- αναφορά του, ως μέρος του υπόγειου, διαβρωτικού χιούμορ που διακρίνει τον Γιώργο Βέη, συχνά μάλιστα στους τίτλους του, όπως στο δαιμόνιο «Ενότητα Στη Βάση» με το οποίο κλείνει ο δίσκος.

- Αν η μουσική είναι φενάκη, τότε τι δεν είναι; Η ποίηση ίσως;

Γ.Β.: Ασφαλώς έχει χαραχθεί στα γονίδιά μας, «πᾶς γὰρ ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου εὐρυθμίας τε καὶ εὐαρμοστίας δεῖται» (:πλατωνικός Πρωταγόρας). Έξω όμως, στον χιονισμένο κήπο, δοκιμάζεται η αντοχή των αιχμαλώτων του ναζισμού. Μέσα, δίπλα στο φλογισμένο τζάκι, εκτελούνται ρομαντικές σονάτες για βιολί και πιάνο. Εξ ου και ο τίτλος, εννοείται πάντως ότι κάθε στίχος υπάρχει ανεξάρτητα από το νόημά του (:Μπόρχες).

- Αν η μουσική είναι φενάκη, κατά τον Βέη τουλάχιστον, μήπως αυτοκαταργείσαι ή έστω αυτοακυρώνεσαι μελοποιώντας το συγκεκριμένο ποίημά του;

Μ.Γ.: Οι ανόητοι και οι άνευ στόχων άνθρωποι αυτοακυρώνονται. Όποιος μουσικός δεν κατανόησε ότι η μουσική είναι (και) φενάκη δεν ξεπέρασε ποτέ τα μισά του δρόμου. Ο Γιώργος Βέης, σε άλλο ποίημα του δίσκου, αναρωτιέται: Μήπως απ' τον πόθο μας λείπει η σοφή μουσική;

- Θεωρείς και εσύ τον θάνατο ζεστό;

Γ.Β.: Δεν μας αρέσουν τα ψεύτικα λουλούδια. Μας συγκινούν τα κομμένα, τα νεκρά. Οι ανθοδέσμες που σε λίγο θα πεταχτούν. Γι’ αυτό είναι όμορφες ή, όπως το έγραψε ο Γουάλας Στίβενς, «death is the mother of beauty. Only the perishable can be beautiful which is why we are unmoved by artificial flowers».

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δύο διαφορετικοί δρόμοι, δύο διαφορετικά σχέδια

Ο προϋπολογισμός που αναμενόταν να ψηφιστεί χθες το βράδυ από τη Βουλή είναι ο πρώτος μετά από οκτώ χρόνια που δεν περιλαμβάνει νέους φόρους. Αντίθετα, περιλαμβάνει μειώσεις φόρων, καθώς τα επιπλέον...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο