Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιώργος Σεβαστίκογλου: Διαδρομές στο θέατρο και την ιστορία

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΖΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, Γιώργος Σεβαστίκογλου, αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 488

 

Για τις νεότερες γενιές αναγνωστών και θεατών, το όνομα του Γιώργου Σεβαστίκογλου συνδέεται με ένα, κυρίως, θεατρικό έργο, την Αγγέλα, που έρχεται και επανέρχεται κατά καιρούς στην ελληνική σκηνή (φέτος, π.χ., παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου στο θέατρο Altera Pars). Το όνομά του αναδύεται επίσης, σταθερά, στα γραπτά και τις αναμνήσεις της συντρόφου της ζωής του, της Άλκης Ζέη, διαδραματίζοντας τον ρόλο του μεγάλου συμπρωταγωνιστή, όπως, για παράδειγμα, στη μαρτυρία της Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο (Μεταίχμιο 2013).

Έτσι, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του παραμένει στην αφάνεια: τα Κωνσταντίνου και Ελένης και Θάνατος βασιλικού επιτρόπου έχουν παρουσιαστεί ελάχιστα, ενώ όσα έγραψε για τις ανάγκες του θιάσου των πολιτικών προσφύγων της Τασκένδης συναντώνται μονάχα ως τίτλοι στα αρχεία...

Το έργο του Σεβαστίκογλου ως δραματουργού, το μόνο για το οποίο διαθέτουμε απτά τεκμήρια, μπορεί να είναι σε κάποιο βαθμό γνωστό στους νεότερους, όμως οι σημαντικότερες πτυχές της δημιουργικής προσφοράς του, εκείνες του σκηνοθέτη και, ιδίως, του δασκάλου, κατοικούν μονάχα τη μνήμη όσων έζησαν τις παραστάσεις του, είτε ως συνεργάτες είτε ως θεατές, πολύ περισσότερο δε όσων μαθήτευσαν κοντά του.

Αυτήν την πτυχή του πολύπλευρου έργου του Γ. Σεβαστίκογλου, που υπήρξε μάλλον η σημαντικότερη και σημάδεψε όσους είχαν την τύχη να την βιώσουν από κοντά, αναδεικνύει η βιογραφία του, την οποία συνέθεσε η θεατρολόγος Κωνσταντίνα Ζηροπούλου. Αντλώντας από τη διδακτορική της διατριβή («Γιώργος Σεβαστίκογλου. Η πολύπλευρη θεατρική του δραστηριότητα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, 1940-1990: μια πορεία προς την ανανέωση του δραματικού λόγου και της σκηνικής πράξης», Τμήμα Θεάτρου ΑΠΘ, 2007), αλλά επικεντρώνοντας, εδώ, στο «σπονδυλωτό χρονικό» των μετακινήσεών του μέσα στην τέχνη και την ιστορία, εμπλουτίζοντας το υλικό της με πληθώρα προφορικών μαρτυριών και αρχειακών τεκμηρίων, η συγγραφέας παρακολουθεί τον δημιουργό στις περιπλανήσεις του «εντός των γεγονότων», όπως χαρακτηριστικά λέει ο φίλος του από τα χρόνια του Παρισιού, σκηνοθέτης Γιάννης Κόκκος.

Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1913, στα σχολεία της οποίας θα μπουν και οι ρίζες της γλωσσομάθειάς του, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου θα εγκατασταθεί οικογενειακώς στην Αθήνα το 1924. Εδώ θα σπουδάσει νομικά και θα συνδεθεί με τους δύο χώρους που καθόρισαν την πορεία της μετέπειτα ζωής του: Τον Κάρολο Κουν, με τον οποίο θα συνεργαστεί αρχικά ως μεταφραστής, εντασσόμενος στον πυρήνα του Θεάτρου Τέχνης, και το ΚΚΕ. Έφεδρος αξιωματικός στην Αλβανία, κατά τη διάρκεια της Κατοχής θα πολεμήσει μέσα από τις γραμμές και του ΕΑΜ και του θεάτρου... Επικεφαλής του Θιάσου Νέων των Ενωμένων Καλλιτεχνών, που δίνει παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα μέσα στις συνθήκες της «λευκής τρομοκρατίας», το 1948 διαφεύγει στην Ιταλία και μετά από πολλές περιπέτειες φτάνει στον Γράμμο, όπου μαζί με τον Μάνο Ζαχαρία και τον Απόστολο Μουσούρη αποτελούν το κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ. Θα βρεθεί στην Τασκένδη μέχρι το 1956, και μετά στη Μόσχα, συνεργαζόμενος με το Θέατρο Βαχτάνγκωφ, μέχρι τον βραχύβιο επαναπατρισμό του (1965-67). Αυτοεξόριστος για άλλη μια φορά, στο Παρίσι, θα συνδεθεί στενά με τους μετασχηματισμούς που επιφέρει στον χώρο του θεάτρου η «πολιτιστική επανάσταση» του 1968, καταθέτοντας ως δάσκαλος-σκηνοθέτης την πιο γόνιμη προσφορά του. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα το 1978, αναγνωρισμένος πια, θα σκηνοθετήσει μερικές σημαντικές παραστάσεις, αλλά θα πεθάνει το 1990, νικημένος από το πάρκινσον.

Η βιογραφία που συνέθεσε η Κωνσταντίνα Ζηροπούλου αποτελεί, αναμφίβολα, ευπρόσδεκτη συνεισφορά στη σχετικά ισχνή βιβλιογραφία για τη ελληνική θεατρική ιστορία κατά το β' ήμισυ του 20ού αι. Ιδιαίτερα καθώς πετυχαίνει να αναδείξει, έχοντας ως αντικείμενο μελέτης μια πολυπρισματική δημιουργία, τη λειτουργία εκείνη που έκανε τον Σεβαστίκογλου μοναδικό: τη δουλειά του με τους ηθοποιούς, τη μαθητεία πλάι του...

Η ιστορική βιογραφία (διότι, βιογραφώντας τον Σεβαστίκογλου, είναι αδύνατον να ξεφύγεις από την Ιστορία, με την οποία ταύτισε τη ζωή του) είναι ένα είδος ελάχιστα αναπτυγμένο στην ελληνική ιστοριογραφία. Είδος απαιτητικό, καθώς ο συγγραφέας του πρέπει να έχει σε βάθος εποπτεία όχι μονάχα των τεκμηρίων που αφορούν τον βιογραφούμενο αλλά και περισσοτέρων της μιας ιστορικών περιόδων, που καλύπτουν το χρονικό άνυσμα του βίου ενός προσώπου.

Στο έργο της Κ. Ζηροπούλου, η Ιστορία τίθεται σε δεύτερο πλάνο, προκειμένου να αναδειχθεί το δημιουργικό έργο του Σεβαστίκογλου. Πόσο όμως μπορεί κανείς να το ξεχωρίσει από τις ιστορικές περιπλοκές που σημάδεψαν τον βίο του; Δυστυχώς, η ιστορική πλαισίωση στη βιογραφία που συνέθεσε η συγγραφέας πάσχει, σε σημείο που ο ιστορικά ενήμερος αναγνώστης κλείνει το βιβλίο της χωρίς να έχει διαφωτιστεί στο παραμικρό σχετικά με τις πολιτικές πτυχές του βίου του Σεβαστίκογλου. Σταχυολογώ μερικά μονάχα από τα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα μετά την ανάγνωση της βιογραφίας: Μέσα από ποιες διαδικασίες εντάσσεται κατά τον Μεσοπόλεμο στο ΚΚΕ; Ποια δράση αναπτύσσει κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στο πλαίσιο του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ; Πού βρίσκεται στα Δεκεμβριανά; Τι ακριβώς αφορούν οι διαρκείς «γκρίνιες» σχετικά με τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών; Μονάχα παράπονα για την οικονομική εγκατάλειψη του θιάσου από το κόμμα ή υπονοούνται και άλλες διαφωνίες; Πώς αντιμετωπίζει ο Σεβαστίκογλου κομβικές στιγμές της πορείας του κομμουνιστικού κινήματος, όπως τα αιματηρά γεγονότα της Τασκένδης, τον Σεπτέμβριο του 1955; Ποια σχέση διατηρεί με την οργάνωση των Ελλήνων κομμουνιστών στο Παρίσι και μέσα από ποιες πολιτικές και διανοητικές διεργασίες συντάσσεται με την ανανέωση στη διάσπαση του 1968;

Ερωτήματα σαν κι αυτά, που δεν διαφωτίζονται στην ανά χείρας βιογραφία, δεν είναι δευτερεύοντα, ούτε αφορούν μιαν «άλλη», παράπλευρη δραστηριότητα του Σεβαστίκογλου, αλλά οφείλουν να συνυπολογιστούν προκειμένου να κατανοήσουμε τη συγκρότηση της δημιουργικής του πορείας, χωρίς, ασφαλώς, να επιζητείται η εγκαθίδρυση οποιασδήποτε αντανακλαστικής σχέσης των μεν με την δε.

Χρησιμοποιώντας πληθωρικά προφορικές και άλλες μαρτυρίες από το πλούσιο υλικό που συγκέντρωσε (συχνά εις βάρος του δικού της κειμένου), η συγγραφέας μοιάζει να διστάζει να τις θέσει υπό τον έλεγχό της, ενώ και η επισκόπηση της βιβλιογραφίας που χρησιμοποιεί αναδεικνύει την ισχνή παρουσία ιστοριογραφικών πηγών, σε σχέση με τις θεατρολογικές δευτερογενείς πηγές.

Με τον τρόπο αυτό, όμως, αποτυγχάνει, εν μέρει, να απαντήσει σε κάποια από τα ερωτήματα που θέτει: Πράγματι, ο Σεβαστίκογλου υπήρξε «αγωνιστής», και του θεάτρου και της ζωής. Μέσα από ποιες ακριβώς ιστορικές διαδικασίες διαμορφώθηκε αυτή η αγωνιστικότητα, όμως, είναι ένα ερώτημα για το οποίο η παρούσα βιογραφία δεν δίνει ικανοποιητική απάντηση.

 

Δείτε όλα τα σχόλια