Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Καβάφης και η ποίηση της γενιάς του ΄70

Είναι γεγονός ότι η νεότερη ποίηση, αυτή που ξεκίνησε να γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, επεφύλαξε για τον Καβάφη μια ιδιαίτερη θέση στο έργο της.

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΨΑΧΟΥ       

Είναι γεγονός ότι η νεότερη ποίηση, αυτή που ξεκίνησε να γράφεται στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, επεφύλαξε για τον Καβάφη μια ιδιαίτερη θέση  στο έργο της. Με φαίνεται που ο ποιητής/μεγάλως αγαπήθη[1]  θα σημειώσει ο Γ. Βαρβέρης προσδιορίζοντας συγκινησιακά και διερμηνεύοντας ποιητικά την υποδοχή του από την ποίηση της γενιάς του, υπαινισσόμενος ωστόσο τις ιδιότυπες διαστάσεις αυτής της σχέσης, που αναπτύσσεται μέσα στο ευρύτερο ιδιόρρυθμο πλέγμα  της  επικοινωνίας  των νέων  ποιητών με την ποιητική παράδοση εν γένει. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη ποιητική συνομιλία, πνευματική και αισθητική, που αφορμάται από το ενδιαφέρον των νέων ποιητών για τον Αλεξανδρινό ποιητή και την έλξη που ασκεί επάνω τους ως άνθρωπος και ως δημιουργός και πραγματώνεται με τους όρους της νέας ποίησης που γεννιέται. Αναπτύσσεται στη βάση της κοινής αποδοχής για το δικαίωμα του ποιητή να αμφισβητεί καθορισμένα αισθητικά πρότυπα και να δημιουργεί σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής του. Οι νέοι ποιητές θα συναντηθούν μέσα από την κριτική-αμφισβητησιακή στάση τους με τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της  καβαφικής ποίησης στην πορεία της προς το ρεαλισμό. Την ήρεμη ανατροπή των ποιητικών δεδομένων από τον Καβάφη θα διαδεχθεί η δυναμική είσοδος της νέας  γενιάς, που αναπτύσσει με την ποιητική παράδοση σχέση εκτίμησης και ελεύθερης, συνειδητής πρόσληψης, εναρμονισμένη με την ιδιοσυγκρασία κάθε ποιητή. Αρκετά νωρίς  η Τ. Μαστοράκη θα δει τον Καβάφη ως σημείο αναφοράς για την ποιοτική σύνθεση της ταυτότητάς του νέου της εποχής της: Οι μεγάλοι/ κουβαλούν πάντα μέσα τους/ το παιδί που υπήρξαν/ στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο/ το κορίτσι που δεν πρόφτασαν να φιλήσουν/. . ./ τους Βαρβάρους του Καβάφη/. . ./Εμείς/ κουβαλάμε, απλούστατα, μέσα μας/ τους μεγάλους[2]. Η σχέση με τον Καβάφη θα καλλιεργηθεί σε όλη την ποιητική πορεία αυτής της γενιάς ως έκφραση εξελισσόμενης εκλεκτικής πνευματικής συγγένειας, εμπλουτισμένη με την ωριμότητα που ο χρόνος θα φέρει, επιβεβαιώνοντας πως ο Καβάφης είναι "ποιητής υπερμοντέρνος, ποιητής των μελλουσών γενεών"[3].

Η παρουσία του επισημαίνεται με αρκετούς τρόπους στο έργο τους. Επιστρέφουν σ΄ αυτόν μέσα από ποιήματα προσωπική αποστροφής, στα οποία τον κατονομάζουν ρητά και  καταγράφουν τους όρους πρόσληψης της ποίησης του, ανάγοντάς τον συχνά σε μυθοποιημένο σύμβολο με ρεαλιστική υπόσταση. Στις ποιητικές προσωπογραφίες τους για τον Καβάφη προβάλλεται η συγκινησιακή και καλλλιτεχνική σχέση τους μαζί του, αναδεικνύονται χαρακτηριστικά της ποιητικής τέχνης και της μορφής του, αλλά και της προσφοράς του.  Ο Ν. Βαγενάς στο ποίημά του "Καβάφης"[4] θα αναγνωρίσει στην επώδυνη αναμέτρηση του Αλεξανδρινού με το χρόνο εντέλει μια ανατροπή νίκης ως δικαίωση μέσα από τη διάρκεια της ποιητικής του τέχνης: Και τώρα ο Χρόνος θρέφει τη δική σου σάρκα, / το λόγο σου, που δείχνει την ψυχή του ανθρώπου. Ο Γ. Βαρβέρης θα αναδείξει πτυχές της ανθρώπινης ευαισθησίας του, αλλά και τη συνέπεια ποίησης και ζωής που τον χαρακτηρίζει. Στο ποίημά του " Χαρίκλεια Π. Καβάφη + 4.2.1899"[5] η στωική-αξιοπρεπής, πλην όμως πλήρης συγκινήσεως, αντιμετώπιση του αναπότρεπτου του θανάτου της μητέρας προβάλλεται ως έμπρακτη στάση ζωής στον Καβάφη από τον νεότερό του ποιητή. Η βαθύτατη  σχέση του με τη μητέρα διασώζεται μέσα από την ποίηση, καθώς  όλα τα πολύτιμά της, βραχιόλια κι αλυσίδες που τα είχε εκείνη από καιρό/ ντυλίξει όλα/ σε πράσινο πολύτιμο μετάξι, όπως ο Βαρβέρης μας αποκαλύπτει,  ο Καβάφης Τα ντύλιξε προσεκτικά, με τάξη/ σε ποίημα από πολύτιμο μετάξι./ Δεν τα ξανάνοιξε ποτέ[6]. Η λειτουργική ένταξη στο επικοινωνιακό πλαίσιο του ποιήματος στίχων από το ποίημα του Καβάφη "Του μαγαζιού"[7], αναδεικνύει τις τονικές αντιστοιχίες του υπαινικτικού καβαφικού ύφους με τις λεπταίσθητες παρατηρήσεις λιτής αισθητικής του νέου ποιητή.  Ο Βαρβέρης θα επανέλθει με ποιήματα για τον Καβάφη όπως " Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας προ του Κ. Π. Καβάφη"[8], " Ο ποιητής Καβάφης στην πλατεία Αιγύπτου"[9], " Ο ποιητής Καβάφης εις Αθήνας"[10] για να συνθέσει το πνευματικό και το ανθρώπινο προφίλ του. Αξιοποιώντας την καβαφική βιογραφία, έχοντας βαθιά γνώση του έργου του, που τον έχει συγκινήσει, θα αναδείξει τον σημαντικό ποιητή και  τον μεγάλο Έλληνα του μείζονος ελληνισμού, τον πνευματικό άνθρωπο που κατέχει το ανεκτίμητο κατά το Βαρβέρη προνόμιο του διλήμματος[11], τον ποιητή που μπορεί να μοιραστεί τις σύγχρονες αγωνίες των νέων της μυθικής, για το βαρβερικό σκηνικό, πλατείας Ομονοίας, για τον οποίον στο ρόλο της στοργής η περίοπτη θέση[12]  της προτομής του, παραμένει επίφαση.Ο Λ. Πούλιος θα επικοινωνήσει με τον Καβάφη με το δικό του οραματικό τρόπο  στο ποίημά του "Ο Αλεξανδρινός στο όνειρό μου"[13], όπου ο Καβάφης, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο του προτείνει ποιητική στάση ζωής, αναδεικνύοντας το κοινό ποιητικό αίτημα: Ψάξε να εξηγήσεις την τρέλα του κορμιού,/τη δίψα της ψυχής. Τούτο προσπάθησε/τουλάχιστον όσο μπορείς. Βάλε τον ηδονισμό/ και το μήνυμα αντανακλώμενα στον καλό μας στίχο. Με έναν ανάλογο οραματικό τρόπο θα τον υποδεχθεί στην " Προκυμαία"[14] του ο Δ. Καλοκύρης αναγνωρίζοντας σ΄ αυτόν την έλξη του πάθους, την υπέρβαση του θανάτου και  την αγάπη της Ιστορίας, ενώ στο ποίημα "Ο γέρων της Αλεξανδρείας"[15]του Μ. Πρατικάκη,  προβάλλεται η καταλυτική ποιητική του παρέμβαση: Το χέρι του ανοίγει κάθε θύρα. /Ο καρπός του- λίθος δίνει τέλος/στην οχλαγωγία./ Κάνει εξίσου ηδονική την αφθαρσία/και την αποσύνθεση.

            Η νέα ποιητική γενιά θα συναντηθεί με την καβαφική στοχαστική βίωση της ανθρώπινης ζωής. Η αξιακή στάση του «Όσο μπορείς» που διεκδικεί τη διάσωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα διαπεράσει την ποίησή τους. Αρκετά νωρίς ο Κ. Γ. Παπαγεωργίου, αναγνωρίζοντας τη σημασία της προσπάθειας χωρίς προκαθορισμένο θετικό αποτέλεσμα, θα γράψει: αξιοπρέπεια δεν είναι μια ωρισμένη τήρηση του κανόνα μα ένα είδος έρωτος σε ό,τι εμείς νομίζαμε δείγμα αδυναμίας ή μια σεπτή ιεροτελεστία στο πέλαγος ή κάτι τέτοιο . . ..[16] O Πούλιος θα αποκαλύψει αναφερόμενος στους μπίτνικ, τους ποιητές που τον ενέπνευσαν καθοριστικά στο ξεκίνημά του "Αυτή η γενιά της αμερικανικής ποίησης προβάλλει μια κοινωνική αμφισβήτηση με μεταφυσικό περιεχόμενο. Καταγράφοντας όλο το σακατιλίκι του σύγχρονου κόσμου, προσπάθησε να δώσει στον άνθρωπο τη χαμένη του αξιοπρέπεια"[17]. Κι αυτό η ποίησή του, κατεξοχήν ανθρωποκεντρική, το υπενθυμίζει με πολλούς τρόπους. Η ομολογία του Γ.  Βαρβέρη Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι/γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε/ χωρίς το θαύμα[18] μπορεί να αιτιολογήσει γιατί αντιλαμβάνεται την υπαρξιακή περιπέτεια ως κόσμια θλίψη, υπονοώντας μια στάση ζωής γενναία, που παραπέμπει στην καβαφική ηθική, χαμηλόφωνα ηρωική και ανθρώπινα αξιοπρεπή. Η Σ. Ιλίνσκαγια θα επισημάνει σχετικά "Μπορεί στον ποιητή αυτόν ( ενν. Καβάφης) να μη βρίσκει κανείς ελπίδες, αλλά ποτέ δεν λείπει το θάρρος/ . . . /Εντελώς ιδιαίτερη αξία έχει στον Καβάφη η όρθια ανθρώπινη στάση απ΄την οποία ξεκινά το ηθικό συναίσθημα και την οποία έχει φορμάρει σε υπέρτατο κανόνα συμεριφοράς"[19] .

Η σχέση των νέων ποιητών του ΄70 με την Ιστορία, άμεσα συναρτημένη με την πολιτική τους στάση, αντλεί επίσης από την καβαφική προσφορά. Σε μια σχέση διαλεκτικής μαθητείας θα χρησιμοποιήσουν και το μύθο και την Ιστορία ως πολύτιμη εμπειρία ζωής  και έκφραση κοινής μοίρας, κάτω όμως από το πρίσμα της δικής τους ιστορικής ενόρασης. Θα αξιοποιήσουν ιστορικά σύμβολα με το αίσθημα του χρονικού συνταυτισμού παρόντος-παρελθόντος για να εκφράσουν συναισθήματα και σκέψεις για το παρόν τους, με συντομία και ένταση ενισχυμένη από την υπαινικτικότητα. Επιπλέον θα κάνουν θέμα της ποίησής τους τη ζωντανή Ιστορία του νεότερου ελληνισμού που γράφεται μέσα στη δεκαετία του ΄70,  με τον απόηχο της μετεμφυλιακής εμπειρίας να τους συνοδεύει μοίρα βαριά, αλλά και τη δικτατορία του ΄67 να σφραγίζει τα χρόνια της δικής τους εφηβείας και νιότης. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα οι Αλεξανδρινοί Απόηχοι[20] του Μ. Πρατικάκη."Ο τύραννος Διονύσιος", " Οι Άππιοι Κλαύδιοι", ο τύραννος των Αθηνών Πεισίστρατος στο ποίημα "Με αγάλματα", ο βασιλιάς Αρχίδαμος της Σπάρτης στο ποίημα " Φρόνημα Λακεδαιμονίων" προτείνονται στις αφηγηματικές ποιητικές αλληγορίες ως ερμηνευτικοί κώδικες του παρόντος, υποδηλώνοντας ταυτόχρονα πολιτική στάση. Περίπου την ίδια εποχή ο Γ. Μαρκόπουλος στο ποίημα "Ευαγόρας του Εύελπι (7ος π.χ. αιών)"[21] θα ξεκινήσει από την καβαφική ιδέα του ιστορικού προσωπείου για να καταγγείλει την οδυνηρή διάψευση των προδομένων προσδοκιών και αξιών ενός σύγχρονου  Ευαγόρα, με τους ποιητικούς όρους της νέας ποίησης που γεννιέται. Στο ποίημα του Γ. Πατίλη "Ο Κύριος δεν ήρθε"[22] την ελπιδοφόρα αλλαγή επαγγέλλονται, "πρωταγωνιστές" όλοι τους στο προδομένο ραντεβού της γενιάς για έναν ακόμη Γκοντό που δεν ήρθε ποτέ, ο Πρόεδρος, ο αρχηγός της «Δύναμης» και ο Αναμορφωτής, που παραπέμπει στο καβαφικό προσωπείο του Πολιτικού Αναμορφωτή, από το "Εν Μεγάλη ελληνική αποικία 200π.Χ", σε μιαν ανάλογη ειρωνική και ταυτόχρονα τραγική διάψευση στωικής αποδοχής. Αξιοποιώντας την καβαφική ποιητική αφήγηση για την ανάπλαση της ιστορικής στιγμής και την ειρωνεία στις             "Μέρες της  Άνοιξης του 2003"[23] ο Σ. Μπεκατώρος θα σχολιάσει την ποιητική συνομιλία του Γάλλου διπλωμάτη και ποιητή Σεν- Τζον Περς με το Σεφέρη για την Κύπρο, υπό το φως του  καβαφικού Δαρείου, αναγνωρίζοντας τη διαχρονική καβαφική σοφία στα κίνητρα των ισχυρών που αιματοκυλούν τη γη : Πάνοπλοι με την υπεροψία και την μέθη.

Αν δούμε στην ποίηση του Καβάφη την παρακμή του αστικού πολιτισμού τότε η ποίηση των ποιητών του ΄70 θα επιβεβαιώσει την νηφάλια κριτική του για την κοινωνία της εποχής του και τον άνθρωπο και θα συνεχίσει τον προβληματισμό του με αυξημένη ένταση. Κι ενώ στον Καβάφη παρακολουθούμε την πορεία από το "δράμα του εγώ" στην "κάθαρση του εμείς", στη γενιά του ΄70  ξεκινάμε από "το δράμα του εμείς" για να οδηγηθούμε στην " κάθαρση του εγώ". Ο Καβάφης θα τους δώσει συχνά το υπαρξιακό και αισθητικό έναυσμα μέσα από το οποίο θα κυοφορηθεί η σύγχρονη ποιητική αγωνία, με την αξιοποίηση καβαφικών μοτίβων και συμβόλων ενταγμένων στην προβληματική του καιρού τους.

Το τραγικό αίσθημα της μόνωσης του σύγχρονου ανθρώπου και της περιορισμένης ζωής, απότοκα της σχέσης του με το περιβάλλον, που σχεδόν προφητικά αναπτύσσει ο Καβάφης στα «Τείχη», το ποίημα «Η Πόλις», «Τα παράθυρα» θα επανέλθουν ιδωμένα υπό το πρίσμα των σύγχρονων δεδομένων. Η απογοητευτική βίωση μια οδυνηρής καθημερινότητας στη σύγχρονη πόλη υπενθυμίζει την εξαιρετική ευθύνη του ανθρώπου για την εικόνα της και τις επιπτώσεις που έχει στη ζωή του, ιδιαίτερα δε το οδυνηρό αίσθημα της μοναξιάς. Η πόλη θα γίνει γι΄ αυτούς η φοβερή πλην όμως αγαπημένη πατρίδα σε μια πορεία διαρκούς οικείωσης.Το αίσθημα του αδιεξόδου, αλλά και η ανάγκη διαφυγής θα κατατεθούν μέσα και από τη δημιουργική αξιοποίηση του καβαφικού μοτίβου του παράθυρου. Στην ποιητική ενότητα « Ο ουρανός από το παράθυρο»[24] του Σ. Μπεκατώρου, η επιρροή του Καβάφη είναι προφανής όχι μόνο στον πρώτο στίχο, κάτι που άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής δηλώνει με πλάγια στοιχεία Επάνω κάτω τριγυρνώ μέσα σ΄αυτή την κάμαρη , αλλά κυρίως στον τρόπο διαχείρισης του καβαφικού συμβόλου, ενταγμένου στον πολιτικό προβληματισμό του ποιήματος και με προφανή τη θετική προοπτική του, την καβαφική παρηγορία: Ησύχασε, ξημερώνει./ Σε λίγο ένας καινούργιος δρόμος θ΄ ανοίξει/ έξω απ΄ τα κάγκελα έξω απ΄ τους τοίχους/ έξω απ΄ τις μικρές κάμαρες και τα μικρά παράθυρα/ σε λίγο ένας καινούργιος δρόμος θ΄ ανοίξει/ κάτω απ΄ το φωτισμένο ουρανό-/ για την ελευθερία. Την ίδια εποχή και ο Γ. Κοντός, εν μέσω "ακμάζουσας" δικτατορίας, θα επανέλθει στα καβαφικά παράθυρα για να δηλώσει το αίσθημα αδιεξόδου που βιώνουν οι νέοι της γενιάς του: Όλοι κατάδικοι για μια ζωή/-ζωή κι αυτή-/ μπροστά σ΄ένα κλειστό παράθυρο[25].Παράλληλα όμως θα σημειώσει την αποστολή των νέων να ανοίξουν τα παράθυρα στο φως, δίνοντας δικαίωμα στην ελπίδα στα ποιήματα "Λεηλασία" και "Ήρθανε νύχτα".  Η "Ιθάκη", κορυφαίο σύμβολο ταξιδιού που δικαιώνεται ως αυτοσκοπός και όχι ως απόληξη, θα προσδιορισθεί κοινωνικοπολιτικά από τα βιώματα τους, τις άκαρπες προσδοκίες  στο ταξίδι που το λεν / «Κλιμακωτή αγωνία μελλοντικών καιρών»[26], ενώ αργότερα θα διευρυνθεί υπαρξιακά:  ΝΑ ΞΕΚΙΝΑΜΕ ΑΡΑΓΕ ΑΠ΄ ΑΥΤΟΝ; Να είναι άραγε ο θάνατος Ιθάκη;[27] Στις καταδικασμένες προσπάθειες των καβαφικών Τρώων και  την  πλάνη τους να συλλάβουν την ουσία των γεγονότων για να αντιδράσουν ανάλογα,  την ψύχραιμη καβαφική αποδοχή του νομοτελειακά αναπόφευγου θα διαδεχθεί η εναγώνια αναμονή μιας ανατροπής, που τίποτα δεν την προαναγγέλλει στους Τρώες[28] του Πούλιου.

Είναι γεγονός ότι ο Καβάφης πλούτισε την ποιητική γλώσσα με ένα πλούσιο πλέγμα σημαινομένων μέσα από το χειρισμό της καθημερινής γλώσσας, δημιουργώντας ένα κοινό ταμείο ποιητικού λόγου απ΄ όπου γόνιμα αντλούν οι κατοπινές γενιές. Οι ποιητές της δεκαετίας του ΄70 ενσωματώνοντας στίχους του στα ποιήματά τους σε μια ενδιαφέρουσα διαλεκτική με το θέμα τους, επιβεβαιώνουν την πολυσημία και τη διαχρονικότητα του λόγου του. Ο Α. Φωστιέρης μέσα από τις δημιουργικές λεξιμαγείες της ποίησής του θα ενστερνιστεί την καβαφική αγωνία της αποκάλυψης του δημιουργού μέσα από το έργο του:Το μόνο που μ΄ ανησυχεί/( Καθόλου δε με ανησυχεί, αστειεύομαι) / Είναι που απ΄ όσα έγραψα/ Από εκεί μονάχα θα με νιώσουν./ Στίχος γνωστός, καβαφικός. Και αξίωμα.[29]  Ο Λ. Πούλιος θα βρει στον καβαφικό λόγο το αισθητικό ισοδύναμο που θα αποδώσει το συλλογικό αίσθημα μιας μάταιης αναμονής: Η ευγενής γλώσσα δεν έχει τίποτα/ πια να πει./. . ./Τι περιμένουμε συναθροισμένοι/πάνω στο κουρασμένο θαύμα;[30]  Η «Θάλασσα του χειμώνα»[31] του Γ. Μαρκόπουλου ανακαλεί ατμοσφαιρικά μέσω τονικών υφολογικών αντιστοιχιών την καβαφική «Θάλασσα του Πρωϊού» και τον κοινό πόθο για γαλήνη.

Αλλά και στην ποιητική τους επισημαίνονται χαρακτηριστικά της καβαφικής τέχνης, όπως φθάνουν σ΄ αυτούς μέσα και από την αξιοποίηση που τους επεφύλαξε η ποιητική παράδοση, ο Σεφέρης και κυρίως οι μεταπολεμικές γενιές[32].  Η περιεκτικότητα της ποιητικής φόρμας, η δραστηριογόνα ακρίβεια της λέξης και κυρίως το υψηλό περιεχόμενο και η ουσιαστικότητα που αποχτά η ποίηση στηριγμένη κατ΄εξοχήν στην κίνηση της σκέψης[33], είναι η προσφορά του Καβάφη, τα πολύτιμα μεθοδολογικά μαθήματά[34] του. Ειδικότερα, η ειρωνεία, βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής των νέων ποιητών της δεκαετίας του΄70, είναι απότοκη της καβαφικής ειρωνείας, κρυπτική, με ενυπάρχουσα τραγικότητα και υποδόρια θλίψη, αλλά και με σκωπτική λειτουργία. Ενδιαφέρουσα αξιοποίησή της θα δούμε και στο έργο του Μ. Σουλιώτη, αλλά και στις παρωδίες καβαφικών ποιημάτων[35] όπου συμμετέχει ως Κ. Φ. Φαβάκης με τα Ποιήματα εν παρόδω. Η σημασία της καβαφικής ιστορικής λεπτομέρειας θα αξιοποιηθεί ιδιαίτερα στο μηχανισμό εικονοπλασίας  της ποίησής τους.  Ο Κ. Μαυρουδής τόσο ποιητικά, αλλά και στην ποιητικά ατμοσφαιρική πεζογραφία του θα επενδύσει στην αξιοποίηση της λεπτομέρειας πιστεύοντας, όπως άλλωστε οι ποιητές της γενιάς του, στην πολύτιμη επαγωγική λειτουργία της, κρίνοντας πως είναι το προσφορότερο μέσο για να δηλώνεται και να χρωματίζεται το ζητούμενο, γιατί έτσι, αυτό το τελευταίο θα είναι όχι μόνον νοηματικά προσβάσιμο, αλλά κυρίως ποιοτικά διακριτό και προσεγγίσιμο.[36] Μιαν ανάλογη σημαντική θέση θα βρει στην ποίησή τους η μνήμη, υπενθυμίζοντάς μας πως γράφουν Εν φαντασία και λόγω[37]. Η έννοια της καβαφικής φαντασίας ως αναπαραστατικής μνήμης θα τονιστεί από το Γιώργο  Μανιώτη  στο ποίημα « Κράτα με να σε κρατώ»[38] σχολιάζοντας ένα από τα πρόσωπα της ποιητικής του αφήγησης που "διάβαζε" Καβάφη: Αν είχε νιώσει το μεγάλο ποιητή/ θάξερε πως οι γηρασμένοι αρκούνται/ μόνο. . .σε αναμνήσεις!  Ακόμα και η μνήμη του σώματος και των αισθήσεων θα βρει χώρο στην ποίησή τους, σε ποιήματα για του δυνατού έρωτος το άκουσμα[39]. Ο Γ. Χρονάς ήδη από το Βιβλίο 1 θα περιβάλει τα ποιήματά του με όρους της καβαφικής εικονοπλασίας σε ένα λαϊκό, μελαγχολικό σκηνικό, με διακριτική την ερωτική αίσθηση.  Ο παρηγορητικός ρόλος της τέχνης της ποιήσεως θα αποτελέσει βασικό θέμα τους, με ποιήματα αυτοαναφορικά, όπως άλλωστε και στον Καβάφη. Ο Α. Φωστιέρης θα το υπενθυμίσει υπό το φως της καβαφικής μνήμης, αλλά και με τους ποιητικούς όρους του δυναμισμού της νέας γενιάς: Η νύχτα απόψε βρέχει όλους τους φόβους μου/ Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως/ Χτίζω με νύχια και με δόντια ένα ποίημα/ Λαχανιασμένος μπαίνω να προφυλαχτώ/ Και κλείνω πίσω μου τον τελευταίο στίχο[40]. Η ποιητική της αφήγησης, η λιτότητα του λόγου, ο λειτουργικός παρένθετος ποιητικός λόγος, η πεζολογική γλώσσα μπορούν να συνδεθούν με αρχές της καβαφικής ποιητικής. Άλλωστε οι "έξοδοι" του Καβάφη  σε μια γλώσσα "καθημερινή", της εποχής του, αποτελούν την απαρχή μιας άλλης εκδοχής της ελληνικής γλώσσας που θα εξελιχθεί δυναμικά στο μέλλον με τη γενιά του ΄70, η οποία πρότεινε  και καλλιέργησε μια γλώσσα ελεύθερη από ποιητικά στερεότυπα, καθημερινή και ταυτόχρονα ποιητική, πρεσβεύοντας ότι καθημερινότητα σημαίνει εσωτερική ζωή[41], διερευνώντας  βιωματικά και αισθητικά ουσιαστικά ένα καινούργιο ποιητικό κόσμο.

Ο Καβάφης άλλαξε τον ποιητικό κόσμο και στη συνέχεια άφησε την ποίηση και τις μελλοντικές γενιές να δημιουργήσουν μέσα απ΄ αυτό, μας αποκαλύπτουν με το έργο τους οι ποιητές της γενιάς του ΄70. Γνώρισαν, αλλά κυρίως ένιωσαν το έργο του, γι΄αυτό η ποίηση του δε λειτούργησε ως επίδραση, αλλά ως επιλογή.Τροφοδότησε υπόγεια και διεισδυτικά, αλλά όχι δεσμευτικά την ποίησή τους, επενεργώντας με τη δύναμη της λειτουργικής εγγραφής στο ποιητικό ασυνείδητο, αλλά και ως συνειδητή επιλογή. Εκόμισαν εις την τέχνη/  τον γκρίζο λόγο της νιότης,/την πληγωμένη ανταύγεια της μοναξιάς,/ τη δίψα/ τη νύχτα/ και την παράφρονη πινελιά[42], τις δικές τους επιθυμίες κ΄ αισθήσεις[43], αναγνωρίζοντας, όπως και ο Καβάφης, την ιερή δύναμη της Τέχνης: Σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα.

 

Η Μαρία Ψάχου είναι δρ φιλολογίας



[1]      Γ. Βαρβέρη, Ζώα στα σύννεφα. Κέδρος, Αθήνα, 2013. σ.92.

[2]     Τ. Μαστοράκη, Διόδια, Κέδρος, Αθήνα, 1972, σ. 27.

[3]     Κ.Π. Καβάφη, "Αυτεγκώμιο". Ανέκδοτα πεζά κείμενα, παρουσιασμένα και σχολιασμένα από τον Μιχ. Πιερίδη, Εκδ. Φέξη, 1963, σ. 83-85.

[4]     Ν. Βαγενά, Στη νήσο των Μακάρων. Κέδρος, Αθήνα, 2010, σ. 25.

[5]     Γ. Βαρβέρη, Βαθέος γήρατος. Κέδρος, Αθήνα, 2012, σ. 83,84.

[6]     Γ. Βαρβέρη, Βαθέος γήρατος. Κέδρος, Αθήνα, 2012, σ.84.

[7]     Κ.Π. Καβάφη, Ποιήματα Α΄( 1986-1918).Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη. Ίκαρος, Αθήνα,1983, σ. 50.

[8]     Γ. Βαρβέρη, Ο άνθρωπος μόνος.Κέδρος. Αθήνα, 2009, σ. 62-63.

[9]     Γ. Βαρβέρη,   Πεταμένα λεφτά.Κέδρος. Αθήνα, 2005, σ. 29.

[10]    Γ. Βαρβέρη, Ο θάνατος το στρώνει. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα, 1988, σ.13-14.

[11]    Γ. Βαρβέρη, Ο άνθρωπος μόνος. Κέδρος, Αθήνα, 2009, σ. 41.

[12]    Γ. Βαρβέρη,   Πεταμένα λεφτά.Κέδρος, Αθήνα, 2005, σ. 29.

[13]    Λ.Πούλιου, Τα επουσιώδη. Κέδρος, Αθήνα, 1988, σ. 29.

[14]    Δ. Καλοκύρη, Η Προκυμαία (Ποιήματα 1978-1983). Ύψιλον/ υψικάμινος, Αθήνα, 1984, σ. 25-26.

[15]    Μ. Πρατικάκη, Οντοφάνεια,Ρόπτρον, Αθήνα, 1988, σ. 23.

[16]    Κ. Γ. Παπαγεωργίου, Συλλογή. Εκδοτικός οίκος Γεωργίου Φέξη, Αθήνα, 1970, σ.31.

[17]    Λ. Πούλιου, Αντί της σιωπής. Καστανιώτης, Αθήνα, 1993.

[18]    Γ. Βαρβέρη, Ο άνθρωπος μόνος. Κέδρος, Αθήνα, 2009, σ.6 0.

[19]    Σ. Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς.Κέδρος, Αθήνα, 1986, σ. 149.

[20]    Μ. Πρατικάκη, Ποίηση 71-74/ Οι Παραχαράκτες.Εκδ. Μπαρμπουνάκη, 1982, σ. 39-46.

[21]    Γ. Μαρκόπουλου, Οχτώ και ένα εύκολα κομμάτια και η κλεφτουριά του κάτω κόσμου  Κούρος, (αφιέρωμα) 1973,σ. 11.

[22]    Γ. Πατίλη, Ο μικρός και το Θηρίο. Αθήνα , 1970, σ.32-33.

[23]    Σ. Μπεκατώρου, Κομμάτια για τρία δάχτυλα.Εκδ. Αίνος, 2005, σ. 51-52.

[24]    Σ. Μπεκατώρου, Περιορισμένος χώρος, Κέδρος, 1975, σ. 22-25.

[25]    Γ. Κοντού, Περιμετρική,Αθήνα, 1970,σ. 27.

[26]    Δ. Ποταμίτη, Η δολοφονία των αγγέλων από τα γουέστερν και τη φορμάϊκα και η αποδημία του μικροαστού Κου Δημητρίου Ποταμίτη παρά δήμον ονείρου. Ιωλκός, Αθήνα,1967,σ. 16-17.

[27]    Α. Χιόνη, Υπόγειο. Νεφέλη, Αθήνα, 2004, σ.21.

[28]    Λ.Πούλιου, Ποίηση 1,2. Κέδρος, Αθήνα, 1975, σ.52.

[29]    Βλπ. σχ. Κ.Π. Καβάφη, Ανέκδοτα Ποιήματα 1882-1923. Φιλολογ. Επιμ. Γ. Π. Σαββίδη, Ίκαρος, Αθήνα, 1982, σ.151  και Α. Φωστιέρη, Πολύτιμη λήθη. Καστανιώτης, Αθήνα, 2003, σ.47.

[30]    Λ. Πούλιου, Το διπλανό δωμάτιο. Κέδρος, Αθήνα, 1998, σ.47.

[31]    Γ. Μαρκόπουλου, Πυροτεχνουργοί. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1982,σ.39-40.

[32]    Για την σχέση του Καβάφη με την α΄μεταπολεμική γενιά βλπ. σχ.Σ. Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς,Κέδρος, Αθήνα, 1986, σ.148-154, 187-191.

[33]    Σ. Ιλίνσκαγια, Η μοίρα μιας γενιάς,Κέδρος, Αθήνα, 1986, σ. 150.

[34]    Ο.π., σ.149.

[35]    Παρωδίες Καβαφικών ποιημάτων 1917-1997. Συγκέντρωση- Παρουσίαση -Σχόλια Δ. Δασκαλόπουλος, Πατάκης, Αθήνα, 1998.

[36]    Κ. Μαυρουδή, Με εισιτήριο επιστροφής. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα,1983, σ.94.

[37]    Ο Γ. Βαρβέρης  τιτλοφόρησε έτσι την πρώτη του ποιητική συλλογή, στον Κούρο ,αρ.43, 12/1975

[38]    Ι. Στάμου ( Γ. Μανιώτης), Νέρων, Αθήνα, σ. 11.

[39]    Κ. Π. Καβάφη, Ανέκδοτα Ποιήματα 1882-1923. Φιλολογ. Επιμ. Γ. Π. Σαββίδη, Ίκαρος, Αθήνα, 1982, σ.153

[40]    Α. Φωστιέρη, Ποίηση μες στην ποίηση. Κέδρος, Αθήνα, 1977, σ.21

[41]    Κ. Μαυρουδή, Με εισιτήριο επιστροφής. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα,1983, σ.16.

[42]    Λ. Πούλιου, Το διπλανό δωμάτιο. Κέδρος, Αθήνα, 1998,σ. 22.

[43]    Κ.Π. Καβάφη, Ποιήματα Β΄( 1919-1933).Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη. Ίκαρος, Αθήνα,1983, σ. 27.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

ΜΜΕ και αυτοσεβασμός

Υπάρχουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που υπερασπίζονται την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητά τους, ακολουθούν αυστηρά τους κανόνες δεοντολογίας και συχνά προθέτουν και δικούς τους. Το χαρακτηριστικό των μέσων αυτών είναι ο αυτοσεβασμός.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο