Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Καβάφης ως κλασικός και ως μοντέρνος*

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ανήκει στους κλασικούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μοναδικό επίτευγμα για έλληνα ποιητή της παλαιάς, μεταιχμιακής διασποράς...

Δημήτρης Δημηρούλης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ανήκει στους κλασικούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μοναδικό επίτευγμα για έλληνα ποιητή της παλαιάς, μεταιχμιακής διασποράς, εκείνης που γνώρισε μεγάλη ακμή από τον 18ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα, και μετά κατέρρευσε, για να την διαδεχθεί, η μετεμφυλιακή μετανάστευση. Για τον «κλασικό» Καβάφη αποφάσισε ανέκκλητα η Ιστορία κατά τρόπο που μειώνει, και ενίοτε ακυρώνει, την αντίθετη γνώμη ή την παρεκκλίνουσα αξιολόγηση. Η αύρα του «κλασικού» και το μέγεθος της αποδοχής καθιστούν το έργο του, θεωρητικά, απρόσβλητο στην πολιορκία του χρόνου. Όπως συμβαίνει με όλους τους συγγραφείς του δυτικού κανόνα, κάθε απόπειρα αποτίμησης βαρύνεται, αν δεν υπονομεύεται, εξαρχής, από τη θεσμική σύμβαση της «μεγάλης λογοτεχνίας».

Αναπόφευκτα κάθε ανάγνωση του Καβάφη έχει να αντιμετωπίσει, ανάμεσα στα πολλά άλλα, και δύο αδυσώπητα ερωτήματα: «τι άλλο μπορεί να ειπωθεί που δεν περιέχεται ήδη στην τεράστια ύλη γύρω από το καβαφικό έργο;» και, σε παραλλαγή, «τι καινούργιο προσκομίζει στο σώμα της ακάθεκτης καβαφικής βιβλιογραφίας κάθε νεόκοπη προσέγγισή του;». Είναι δύο ερωτήματα που δεν εννοούν πάντα αυτό που ερωτούν. Συχνά μάλιστα γίνονται η πρόφαση για να παραμείνει η «καβαφολογία» στα ίδια διαχειριστικά χέρια.

Επιχειρώ να κατανοήσω τον κόσμο και τον λόγο του Καβάφη σημαίνει ότι δέχομαι την αναμέτρηση με την παράδοση, δηλαδή με το παρελθόν, ως παρουσία στον σημερινό χρόνο, και αναγνωρίζω ότι ο ποιητής που φέρει αυτό το όνομα δεν υπήρξε ποτέ ως κάτι δεδομένο αλλά, όπως όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς, πάντα υπό διεκδίκηση.

Επιπροσθέτως, έχει κανείς να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ιδιοκτησίας: είναι τόσοι εκείνοι που επένδυσαν την επαγγελματική και κοινωνική (ακόμη και οικονομική) σταδιοδρομία τους σε οτιδήποτε καβαφικό, ώστε να καθίσταται ματαιοπονία η απομάκρυνσή τους από το πεδίο όπου δρουν με αυθεντία κτήτορα, σαν να έχουν εξασφαλίσει για πάντα τη διαχείριση του ονόματος και του έργου. Το πρώτο ξεκίνημα, για να κρατήσει κανείς την απόστασή του από αυτούς τους δραστήριους καταχραστές, δεν μπορεί παρά να είναι η επανένταξη του ζητήματος στην ιστορική του απροσδιοριστία, ξέροντας ότι ποτέ κανείς δεν προσέρχεται στο παιχνίδι αυτό αθώος. Με τη διαρκή μάλιστα επανεξέταση των όρων «αιτία-αποτέλεσμα» είναι φανερό ότι έχουμε ήδη συναντήσει έναν άλλο Καβάφη.

Πού καταλήγουμε με τέτοιες διαπιστώσεις; Στον εντοπισμό δύο γνωρισμάτων τα οποία αναφέρονται σε ό,τι ονομάζουμε «καβαφικό έργο»: το πρώτο έχει να κάνει με την ένταξη στον κανόνα, δηλαδή με την κατάκτηση της κορυφής που ονομάζεται, στα μέτρα του δυτικού πολιτισμού, «κλασικό», και το δεύτερο με την προσχηματική ανάγνωση που εμφανίζεται ως απόρροια της κατανόησης του έργου, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το καβαφικό έργο είναι ήδη βουλιαγμένο στην «πολλή ερμηνεία» και η δήθεν αντικειμενική ή επιστημονική προσέγγιση δεν είναι τίποτε άλλο από κριτική βυθισμένη σε ιδεολογίες, πολιτικές, θεωρίες, απόψεις, και γενικά ανθρώπινη περίσταση.

Δεν προβλέπεται κάποιο αρχιμήδειο σημείο απ' όπου μπορεί να συναντήσει τον Καβάφη «γυμνό», χωρίς όλα αυτά τα «βάρη» του χρόνου και της ανάγκης. Τέτοιος Καβάφης δεν υπάρχει, γιατί το να γίνεις «κλασικός» σημαίνει ότι απολαμβάνεις τα αγαθά του κανόνα, δηλαδή τη γενική αναγνώριση και τον καθολικό θαυμασμό, αλλά συνάμα πληρώνεις και το αντίτιμο της θεσμοποίησης που, σε ακραίες περιπτώσεις, ισοδυναμεί με την ακύρωση του έργου και την επιβίωσή του ως συμβατικής σοφίας ή καλαισθησίας. Αυτή η μοίρα όμως είναι κοινή, για όλους τους συγγραφείς του κανόνα, και δεν αφορά μόνο τον Καβάφη.

Ο αναγνώστης κάθε εποχής καλείται συνεπώς να συναντηθεί με τον «Καβάφη», τα πολλά προσωπεία που απορρέουν από τη διαχρονία, και μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο να αναζητήσει τη δική του διαδρομή. Σε αντίθετη περίπτωση, πιθανώς έχοντας την ψευδαίσθηση ότι καινοτομεί, να αναμασήσει έναν από τους πολλούς Καβάφηδες που προσβάλλουν την αισθητική μας και ταλαιπωρούν τη σκέψη μας, το πρόσωπο με άλλα λόγια που έχει καθιερωθεί στην κοινή κλίμακα και επιβάλλει, κάθε φορά που έχουμε μεταφυσικά προβλήματα ή μακιαβελικά αδιέξοδα να επικαλούμαστε την «Ιθάκη», όταν αμπελοφιλοσοφούμε να μνημονεύουμε την «Πόλι», και όταν πυροβολούμε στο κενό της ιστορίας ή του πολιτισμού να παραθέτουμε κομμάτια από το «Περιμένοντας τους βαρβάρους». Κλασικός σημαίνει να είσαι πάντα πρόχειρα παραθέσιμος. Αυτό είναι μια κατάκτηση αλλά και μια καταδίκη. Καλός αναγνώστης είναι εκείνος που μέσα στον ορυμαγδό της καβαφικής ερμηνείας έχει τους λόγους του να ψάχνει το απάτητο μονοπάτι, με την επίγνωση ότι ο «Καβάφης» δεν υπάρχει αλλά πρέπει να τον ανακαλύψει για μια ακόμη φορά.

Ο Καβάφης όμως δεν είναι μόνο κλασικός, είναι και μοντέρνος. Για την ακρίβεια ένας κλασικός του μοντερνισμού. Όπως και άλλοι συγγραφείς του μοντερνισμού κατάγεται από τον 19ο αιώνα και μάλιστα όχι από τις εκβολές του στον 20ό αλλά από πιο μακριά και πιο βαθιά. Άργησε να βρει το δρόμο του γιατί δεν είχε να αναμετρηθεί μόνο με τις αισθητικές αναζητήσεις του συμβολισμού και του παρνασσισμού, δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει τις σειρήνες του αισθητισμού, έπρεπε, πάνω απ' όλα, να απαρνηθεί έναν ολόκληρο τρόπο γραφής, μια ποιητική παράδοση, κυρίαρχη στον ελληνικό κόσμο (αυτόχθονα ή ετερόχθονα) της εποχής του, που συνδύαζε την άχαρη καθαρεύουσα με τον ανώδυνο λυρισμό, με έναν δηλαδή μαραμένο και ξεχαρβαλωμένο ρομαντισμό που φύτρωσε αφθόνως τότε αλλά μετά ξεχάστηκε για πάντα.

Ο Καβάφης ήταν υποψήφιος για να υποστεί τη σκληρή αυτή λήθη. Τα περισσότερα που έγραψε και δημοσίευσε έως τα τέλη του 19ου αιώνα δεν συνιστούν στο παραμικρό παρακαταθήκη για το μέλλον. Είχε κατορθώσει βέβαια να ολοκληρώσει και ορισμένα σημαντικά ποιήματα αλλά μόνα τους δεν θα επαρκούσαν για να τον διασώσουν. Το σύνολο του έργου του έως τότε δείχνει έναν εστέτ ποιητή της σειράς, ο οποίος ούτε τον δρόμο του στην ποίηση είχε βρει ούτε φωνή δική του στη γλώσσα είχε αποκτήσει. Θα μπορούσε βέβαια να ενταχθεί στις γραμμές της γενιάς του '80, όπως έκαμαν άλλοι ποιητές του έξω ελληνισμού, και να συναντήσει τον 20ό αιώνα στο ίδιο καράβι με τον Παλαμά. Τελικά δεν αποφάσισε τίποτε από τα δύο. Ούτε με τους καθαρεύοντες της αθηναϊκής σχολής συμπορεύτηκε ούτε με τη γενιά του Παλαμά συμβιβάστηκε. Διάλεξε τη δική του διεστραμμένη παράκαμψη, με επιμονή και προσήλωση.

Αυτό έγινε σε σχετικά ώριμη ηλικία και σηματοδότησε την πιο εκπληκτική αλλαγή πορείας στην ελληνική γραμματεία. Ο Καβάφης εισέρχεται στον 20ό αιώνα θέλοντας να γίνει ποιητής του μοντερνισμού, ενώ γνωρίζει ότι όλη η λογοτεχνική αγωγή του τον προετοίμαζε για κάτι τελείως διαφορετικό. Το κατάφερε αυτό ανατρέποντας όλα τα δεδομένα σε τρεις κρίσιμους τομείς: την ποιητική, τη θεματική και τη διανομή. Και στα τρία υπήρξε καινοτόμος, καθιερώνοντας τη δική του αποκλειστική ταυτότητα. Στην ποιητική αναζήτησε και κατέκτησε έναν ιδιογενή τρόπο γραφής∙ τον αναγνωρίζει κανείς από μακριά, όπως αναγνωρίζει έναν πίνακα του Πικάσο ή τη φωνή της Κάλας. Στη θεματική συγκρότησε ένα μικρό σύμπαν από πρόσωπα, γεγονότα, αισθήματα, στάσεις και σύμβολα που ενισχύουν την ιδιαιτερότητα του λόγου. Στη δημοσιοποίηση των κειμένων επινόησε κάτι μοναδικό στο πεδίο του ευρωπαϊκού μοντερνισμού: την ιδιωτική ρύθμιση της διανομής των ποιημάτων του και την άρνηση να ακολουθήσει την καθιερωμένη οδό της έκδοσης βιβλίου, και μάλιστα υπό την αιγίδα κάποιου εκδοτικού οίκου περιωπής στο εθνικό κέντρο, δηλαδή στην Αθήνα.

Σε όλα αυτά, και σε πολλά άλλα συναφή και παρεμφερή, υπήρξε σταθερά ανορθόδοξος. Στη μετάβαση από τον 19ο στο 20ό αιώνα ο Καβάφης σμίλευσε το ποιητικό πρόσωπό του μεθοδικά στο πλευρό της καινοτομίας και προσανατόλισε τις καλλιτεχνικές του ζητήσεις προς την κατεύθυνση της πειραματικής πρωτοπορίας. Ενώ μοιάζει παλαιός και συμβατικός, άνθρωπος άλλης εποχής, με όλους τους ακκισμούς τού αισθητή και τις τσιριμόνιες τού ξεπεσμένου αριστοκράτη, τελικά διοχέτευσε το σκηνικό τού εξεζητημένου βίου του στην υπηρέτηση ενός έργου που όσο περνούσαν τα χρόνια όλο και περισσότερο ξεμάκραινε από τον ρητορικό λυρισμό του Παλαμά ή του Σικελιανού και άρχισε να συνομιλεί, έμμεσα αλλά δυναμικά, με τον χώρο του ευρωπαϊκού μοντερνισμού.

Ο Καβάφης υπήρξε μοντέρνος με δύο τρόπους. Ο ένας τον συσχετίζει με το ιστορικό πεδίο που ορίζει το συγκεκριμένο λογοτεχνικό κίνημα στις αρχές του 20ού αιώνα. Ηλικιακά και αισθητικά μπορεί να μην ανήκει σε αυτό, η ετυμηγορία ωστόσο της ιστορίας είναι σαφής: η καβαφική γραφή είναι μια γραφή του ελληνικού και ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Ο άλλος τον θεωρεί μοντέρνο ανεξάρτητα από κινήματα, ρεύματα και τάσεις, θεωρώντας ότι ο ποιητικός του λόγος είναι εκ γενετής μοντέρνος, γιατί υπερασπίζεται μια τέχνη που τίθεται απέναντι στα καθιερωμένα με τη μορφή της διαφοράς και με τη διακινδύνευση της αιρετικής στάσης. Όπως και αν έχει το πράγμα ήδη, στην τελευταία περίοδο της ζωής του, πρόλαβε και είδε διάφορους εκπροσώπους των νέων τάσεων να ασχολούνται σοβαρά μαζί του, έστω και αν οι κρίσεις δεν ήταν πάντα ευνοϊκές.

Στην ευρωπαϊκή σκηνή καθοριστική υπήρξε, ήδη από το 1919, η μεσολάβηση του Ε.Μ. Φόρστερ που τον προώθησε στον κύκλο του Μπλούμσμπερι και τον τοποθέτησε στο πεδίο της προσοχής του Τ.Σ. Έλιοτ. Στην Ελλάδα αναμετρήθηκε μαζί του, με άνισα αποτελέσματα και αντιφατικές θεωρήσεις, η ομάδα της γενιάς του '30, ο πιο μαχητικός πυρήνας του ελληνικού μοντερνισμού. Για παράδειγμα, γίνεται αντικείμενο σφοδρής επίθεσης από τον Θεοτοκά το 1929 και, μετά θάνατον, υποβάλλεται σε εξαντλητική ανάλυση από τον Γιώργο Σεφέρη, που αντιμετώπιζε στο πρόσωπο του Καβάφη τον πιο επίφοβο αντίπαλο εν γένει στην ποίηση, ιδιαίτερα όμως στη διεκδίκηση των πρωτείων στη μοντέρνα γραφή.

Από τότε και μετά η σύνδεσή του με τον μοντερνισμό είναι διαρκής, με εμφανή πύκνωση την τελευταία πεντηκονταετία, όταν η φήμη του εξαπλώνεται ραγδαία και προσελκύει την προσοχή σπουδαίων νέων συγγραφέων (π.χ. Ιωσήφ Μπρόντσκι) αλλά και σημαντικών κριτικών ή θεωρητικών της λογοτεχνίας (π.χ. Ρόμαν Γιάκομπσον). Την ανάδειξη αυτή του Καβάφη σε ξεχωριστή μορφή τού ευρωπαϊκού μοντερνισμού (και όχι μόνο του ελληνικού), παρακάμπτοντας τυπικούς περιορισμούς και γραμματολογικές ενστάσεις,1 τη βεβαιώνει η αδιάκοπη συσχέτισή του με εκπροσώπους του κινήματος σε όλον τον κόσμο. Να θυμίσω ενδεικτικά τον παραλληλισμό του με τον Έλιοτ από τον Σεφέρη, με τον Μπρεχτ από τον Γ. Π. Σαββίδη, με τον Μπόρχες από τον Ευγένιο Αρανίτση ή τη συμπαράταξή του με τον Πεσσόα, από πολλούς και σε διάφορες εκδοχές, τα τελευταία χρόνια.

Ακόμη και στο περιβάλλον της μεταμοντέρνας κατάστασης, η σταδιοδρομία του καβαφικού έργου όχι μόνο δεν κάμπτεται αλλά συνεχίζει την ανοδική της πορεία. Τώρα πια δεν είναι μόνο το τεράστιο πολιτισμικό κεφάλαιο που εκπροσωπεί αυτό το έργο ως τέτοιο, αλλά και η ίδια η μορφή τού καλλιτέχνη που διακινείται ως προσοδοφόρο πολιτισμικό αγαθό παγκοσμίως και στις πιο απίθανες περιστάσεις. Ο Καβάφης είναι ένας μοντέρνος ποιητής με τεράστια παρουσία στον ελληνικό μοντερνισμό (να ένας ακόμη λόγος που καθιστά ανεπαρκή την ταύτιση του κινήματος στην Ελλάδα με την παρέα της γενιάς του '30) και με σημαντική, και διαρκώς διευρυνόμενη, παρουσία σε αυτό που σήμερα καλείται οξυμώρως «παράδοση του μοντερνισμού». Με τα πρόσημα του κλασικού και του μοντέρνου, δηλαδή με τα διαπιστευτήρια ενός κλασικού τού μοντερνισμού (και χωρίς τα δεκανίκια του Νόμπελ) ο Καβάφης θεωρείται σήμερα ως ο πιο γνωστός έλληνας συγγραφέας εκτός Ελλάδας. Στην κορυφή αυτή βρίσκεται εδώ και πολλές δεκαετίες, παρέα με τον Καζαντζάκη, και δεν φαίνεται ότι θα εκτοπιστούν εύκολα από τη θέση τους ή ότι θα έχουν και άλλη συντροφιά σύντομα.

Για ορισμένους, η απήχηση του Καβάφη, δεν είναι υπόθεση χωρίς παρενεργήματα.2 Όπως ισχυρίζονται, με επιτιμητική συχνά δυσφορία, η αποδοχή του από το μεγάλο κοινό επί τόσες δεκαετίες επέβαλε συνθήκες καταναλωτικής συνήθειας και επιπόλαιης μόδας. Τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Θα προτιμούσαν μια πιο μετρημένη αντίδραση και μια πιο επιφυλακτική αντιμετώπιση. Ο Καβάφης του συρμού, σύμφωνα με μια παρεμφερή άποψη, είναι διαφορετικός από τον «αληθινό» Καβάφη, από τον Καβάφη της υψηλής τέχνης. Το επιχείρημα δεν είναι καινούργιο: η κριτική πάντα παρακολουθούσε αμήχανα, αν όχι περιφρονητικά, την επαφή του μεγάλου κοινού με τα κορυφαία, ιδιαίτερα τα δύσκολα, έργα της λογοτεχνίας.

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, η «πολλή ερμηνεία» δεν ισοδυναμεί με ένα «ανοιχτό έργο». Αντίθετα, ο όγκος του σχολιασμού και το πλήθος της ανάλυσης το σκεπάζουν με πληροφορίες, εξηγήσεις και μετρήσεις, οι οποίες περιορίζουν δυναστικά τον ορίζοντα της αναθεώρησης, δηλαδή τη γονιμοποιό διαθεσιμότητα των κειμένων. Όπως, όμως, συμβαίνει με όλους τους σύγχρονους κλασικούς, τα κείμενα βρίσκουν πάλι τον δρόμο τους στην ανθρώπινη πραγματικότητα όταν έχουν την τύχη να αναζωογονηθούν με απρόσμενες οικειοποιήσεις, που όχι μόνο ξεχωρίζουν από το σωρό αλλά και αναπροσδιορίζουν το αντικείμενό τους.

Η διάρκεια της μνήμης στην περίπτωση του κλασικού έργου χρειάζεται και τα δύο: και την ακατάσχετη βιομηχανία λόγου για να καλυφθούν οι θεσμικές ανάγκες, και τη σπάνια αναπαρθένεψη της εκλεκτής ερμηνείας. Επομένως, κάθε σήμερα πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι σε έναν Καβάφη ήδη κλασικό και ήδη βυθισμένο στον ωκεανό της κριτικής και της φιλολογίας. Θαμμένο στα σχόλια. Μια τέτοια διαπίστωση μάς οδηγεί μοιραία στην περιοχή του Ερμή, όπου όλα είναι επισφαλή, δίβουλα και αμφίσημα. Στην περιοχή αυτή αναφύονται τα δύσκολα ερωτήματα για τη φύση της ερμηνείας και τον ρόλο της κατανόησης. Συχνά ερμηνεύουμε τον Καβάφη πριν συναναστραφούμε τον λόγο του και εξοικειωθούμε με τον κόσμο του. Θα έπρεπε να είναι βέβαια αυτονόητο ότι η ερμηνεία αναιρεί τον ίδιο της τον εαυτό, εάν αποκοπεί από τον ορίζοντα του έργου ή εάν, επιπλέον, αγνοήσει τις συνθήκες παραγωγής του και παρακάμψει τα ίχνη της διαδρομής του στον χρόνο.

Ερμηνεύω σημαίνει στρατεύομαι στην κατανόηση χωρίς να την κατακτώ ποτέ. Είναι μια διαρκής μάχη χαρακωμάτων στην οποία δεν προβλέπεται νικητής και δεν υπάρχει τέλος. Μόνο προσωρινές κατακτήσεις. Είναι μελαγχολικό το θέαμα να βλέπει κανείς φιλολόγους, κριτικούς και, εν γένει, ανθρώπους του πνεύματος να προσδοκούν ή να ευαγγελίζονται τη μία και μοναδική, την έσχατη ερμηνεία. Πρόκειται ουσιαστικά για επιθετική υπεκφυγή που εργάζεται για να υποσκάψει ισχυρές αναγνώσεις, οι οποίες απειλούν κατεστημένες κυριαρχίες στη διεκδίκηση του νοήματος. Με την ίδια ακριβώς λογική απαιτείται να προκύψει κάποτε η μία και μοναδική έκδοση του ποιητή για να κλείσει ο κύκλος των μνηστήρων με τη δήθεν επιστροφή στην απόλυτη νομιμότητα, δηλαδή στην τελική και τέλεια έκδοση.

Είναι σχεδόν αδύνατο να πείσεις ανθρώπους, που έζησαν με την πεποίθηση ότι όλα αποδεικνύονται αντικειμενικά, πως μια τέτοια διαδικασία είναι εξωγενής και δεν εξαντλεί το περιεχόμενο του έργου ούτε απορρέει αιτιοκρατικά από αυτό. Δεν αντιλαμβάνονται ότι είναι απαραίτητο να αντιστρέψουμε την προοπτική και να στραφούμε σε μια κατανόηση που προϋποθέτει το νόημα του έργου ως κάτι ουσιαστικά ανέφικτο αλλά διαρκώς παρόν και ασκεί την ερμηνεία ως ρύθμιση περιστάσεων και διαπραγμάτευση συγκυριών. Σε αυτό το περιβάλλον μπορεί κανείς να προσμένει ότι είναι εφικτή η ανανεωτική ανάδυση του λογοτεχνικού έργου από εποχή σε εποχή και πάντα με την εκκρεμότητα του νοήματος ανοιχτή.

Η αλλαγή της προοπτικής επιβάλλει επίσης να περιγράψουμε το τοπίο του κειμένου και να κατασκηνώσουμε στη γλώσσα του. Τότε μόνο ο λόγος του αναδεικνύεται στο ξέφωτο της άλλης ματιάς, εκεί που ακόμη και η πιο ιδιωματική καταγραφή συναντάται με το sensus communis.

Ανεξάρτητα, ωστόσο, από την προσέγγιση του ζητήματος τα δεδομένα δεν αμφισβητούνται. Ο Καβάφης είναι ένας κλασικός της ελληνικής λογοτεχνίας με διεθνή ακτινοβολία∙ ένας ποιητής του κανόνα που ενδιαφέρει και συγκινεί το μεγάλο κοινό∙ ένας απαιτητικός συγγραφέας του μοντερνισμού που υπόκειται στην πολυμορφία της πρόσληψης και ανάλωσής του.

 

Ο Δημήτρης Δημηρούλης διδάσκει Ιστορία και Θεωρία της Λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

* Το κείμενο αυτό προέρχεται από την «Εισαγωγή» στην επικείμενη έκδοση Κ.Π. Καβάφης, Άπαντα τα Ποιήματα [Δημοσιευμένα - Αδημοσίευτα - Αποκηρυγμένα].

1 Είναι εντυπωσιακό ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού μοντερνισμού έχουν γεννηθεί στη δεκαετία 1880-1890. Πιο κοντά στον Καβάφη (1863) είναι ο Yeats (1865) και κατόπιν ο Proust (1871), ο Valéry (1871), ο Rilke (1875) και ο Wallace Stevens (1875).

2 Βλ. Δημήτρης Δημηρούλης, «Το άστρο του Καβάφη», περ. Το Δέντρο, 145-146 (Νοέμ. 2005 - Ιαν. 2006), σσ. 47-54.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η ψήφος των αποδήμων

Από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του Τ. Θεοδωρικάκου για «το δικαίωμα της ψήφου των Ελλήνων σε όλη τη Γη» και τους πύρινους λόγους του Μητσοτάκη στην Αστόρια («το 2023 θα ψηφίσετε από τον τόπο διαμονής σας») μέχρι τις συνεχείς αναδιπλώσεις,

Δειτε ολοκληρο το αρθρο