Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Για τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη

Στο παραπάνω ποίημα, που είναι και από τα τελευταία του, ο Καβάφης μας παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε το περιβάλλον στο οποίο ζούσε. Ένα περιβάλλον που το δημιούργησε ο ίδιος «μες σε χαρές και μες σε λύπες.

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ Λ. ΒΡΕΤΤΟΥ


1.«Αισθηματοποίηση» του ιστορικού ποιήματος

ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΧΩΡΟ

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας

που βλέπω κι όπου περπατώ  χρόνια και χρόνια.

 

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:

με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.


Κ' αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο για μένα.

 

Στο παραπάνω ποίημα, που είναι και από τα τελευταία του, ο Καβάφης μας παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε το περιβάλλον στο οποίο ζούσε. Ένα περιβάλλον που το δημιούργησε ο ίδιος «μες σε χαρές και μες σε λύπες. Με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα». Και μετά τη δημιουργία, μετά τη φόρτωση δηλαδή του περιβάλλοντος με τα περιστατικά και τα πράγματα του ποιητή, ακολουθεί η αισθηματοποίησή του: «Κ' αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο για μένα». Θα μπορούσε ίσως να πει: σε δημιούργησα και σ' αισθηματοποίησα. Όμως λέει: σε δημιούργησα κι εσύ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο για μένα. Και αυτό είναι πιθανό να μεταφράζεται ως εξής: σε έφτιαξα κι εσύ ανταπέδωσες σε μένα, το δημιουργό σου, το «αίσθημα» που νόμιζα πως δεν σου έδωσα όταν σε έφτιαχνα.

Όμως περιβάλλον για τον Καβάφη είναι και η ποίησή του. Αν μάλιστα σκεφτούμε πως το πλέον δραστικό ποιητικό περιβάλλον είναι για τον ποιητή το ιστορικό περιβάλλον, που όντως το «δημιουργεί» και αυτό «χρόνια και χρόνια», κινούμενος και εμπνεόμενος βασικά από «τον ίδιο χώρο», τα ελληνιστικά κυρίως χρόνια, μπορούμε να πούμε τα εξής:  Ο Καβάφης φτιάχνοντας το ιστορικό του ποίημα με όλα τα ιστορικά «περιστατικά» που επέλεγε ως αναγκαίο του υλικό και με όλα τα «πράγματα», δηλαδή τους ποιητικούς του τρόπους, ανακάλυπτε ίσως εκ των υστέρων το «αίσθημα» που παρήγαγε το ποίημά του. Το ποίημά του δεν τελείωνε από αυτόν, αλλά από το ίδιο το ποίημα. Η ολοκλήρωση του ποιήματος γινόταν με την «αισθηματοποίησή» του. Θεωρώ δηλαδή πως για το αίσθημα (συναίσθημα, συγκίνηση) του ιστορικού του ποιήματος ίσως και να αμφέβαλε στην πορεία του και ο ίδιος ο ποιητής, καθόσον εγνώριζε ότι τα μέσα που μετερχόταν ήταν πεζά και αντιποιητικά. Το αίσθημα παραγόταν από το συνολικό ποίημα και εκ των υστέρων. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στον αναγνώστη της καβαφικής ιστορικής ποίησης που θέλγεται βασικά από το σύνολο του ποιήματος και από την ειρωνεία που το συγκολλάει. (Ο Νάσος Βαγενάς έχει ήδη μιλήσει για την ειρωνική γλώσσα του Καβάφη και για την συγκίνηση που αυτή παράγει).

Μα η ειρωνεία του Καβάφη, θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει, δεν είναι ένας από τους ποιητικούς του τρόπους, δεν είναι ένα από τα πράγματα που ο ποιητής βάζει μέσα στο ποίημα; Δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η ειρωνεία είναι αυτή που θα συγκολλήσει το κατά τρόπο, πολλές φορές, στεγνό αφηγούμενο ιστορικό περιστατικό; Άρα αφού το γνωρίζει, αυτός είναι που «αισθηματοποιεί» το ποίημα.

Εάν η ειρωνεία ήταν σποραδική, εάν δηλαδή την έριχνε ο ποιητής ευκαιριακά μέσα στο ποίημα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι όντως ο ποιητής την χρησιμοποιούσε και αυτήν ως μέσο για να βγάλει το ποίημά του αίσθημα. Όταν όμως ο ποιητής εισέρχεται στις ιστορικές του πηγές όντας ειρωνικός, ακολούθως με το αυτό ειρωνικό ένδυμα και βλέμμα εισέρχεται και στο ποίημα. Εμφορούμενος από την ειρωνεία, την ξεχνάει σαν ποιητικό τρόπο, αφού δεν είναι τρόπος αλλά παντεποπτικό βλέμμα. Η ειρωνεία του είναι ένστικτο, ανάσα. Κι όπως ξεχνάει κανείς πως ανασαίνει, αλλά ζει και κινείται, έτσι ξεχνάει κι ο ποιητής τη δική του ανάσα, αλλά γράφει.

Έχει χυθεί πολύ μελάνι για να βρεθεί ο τρόπος που παράγεται συγκίνηση από τα ιστορικά καβαφικά ποιήματα, τη στιγμή που τους λείπει η ιδιαιτέρως συγκινησιακή χρήση της γλώσσας. Συναισθανόμενοι όμως την «αισθηματοποιητική» λειτουργία του καβαφικού ποιήματος μπορούμε να πούμε αυτό: ο Καβάφης δημιουργεί «φτωχικά» το ποίημά του σα να είναι περιβάλλον του κι αυτό «αισθηματοποιείται» ολόκληρο για το δημιουργό του και προς έκπληξή του.

 

2.Ο ιστορικός - «ανιστόρητος» Καβάφης

Για να συμβεί ένα ιστορικό ποίημα δεν χρειάζεται ο ποιητής να ξέρει «πολλή» ιστορία. Ίσως μάλιστα να είναι καλύτερα εάν ο ποιητής μπαίνει στο ποίημα χωρίς πολλές ιστορικές λεπτομέρειες, αλλά με διάθεση φιλοσοφική προς την ιστορία, τέτοια που να του επιτρέπει ακόμα και τα μικρά ιστορικά εναύσματα που βρίσκει μπροστά του (μια λέξη, μια φράση, μια εικόνα) να τα μεταποιεί σε «πλήρη» ιστορικά (με την πλατιά έννοια) ποιήματα. Αρκεί ένα «Ασίνην τε» στον Σεφέρη ή «μια μνεία μικρή κι ασήμαντη» στον Καβάφη για να συμβεί η ιστορία του ποιήματος. Μα μήπως με ανάλογο τρόπο δεν μπορεί να συμβεί και η ιστορία η ίδια; Ένα κάτι λίγο των λέξεων (για να μιλήσω σχηματικά), ένα «filio que», δεν μοιάζει να άρκεσε για το Σχίσμα των Εκκλησιών; Ώστε με τον τρόπο της ίδιας της ιστορίας και η ιστορική ποίηση μπορεί να κάνει τα ποιήματά της να συμβαίνουν. Και, για να ειρωνευτούμε με τον τρόπο του Καβάφη, δεν μπορεί η ιστορία να κατηγορηθεί ότι δεν ξέρει να συμβαίνει!

Όταν λοιπόν ο Καβάφης προσπαθεί στο ποίημά του «Καισαρίων» να «εξακριβώσει μια εποχή», αυτή την εξακρίβωση την κάνει μέσω μιας συλλογής επιγραφών των Πτολεμαίων και όχι μέσω μιας ιστορικής ανάλυσης της εποχής. Δεν τον ενδιαφέρει εν προκειμένω (για το ποίημα) η «πολλή» ιστορία, αλλά το έναυσμα. Δεν διαβάζει εν προκειμένω το βιβλίο ως ιστορικός, αλλά ως αποκωδικοποιητής μικρών μνειών, τοποθετημένων σε ένα «εξακριβωμένο» περιβάλλον.  Όμως «εξακριβωμένο» δεν σημαίνει απαραιτήτως και ιστορικά ακριβές. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε και την ειρωνεία του Καβάφη, ο οποίος εισέρχεται στο ποίημα αυτό κατευθείαν αυτοειρωνικός. Είναι σα να μας λέει: μα πώς να εξακριβώσω μια εποχή με μια συλλογή επιγραφών, όταν μάλιστα αυτή τη συλλογή την πήρα στα χέρια μου «εν μέρει και την ώρα να περάσω»;  Η ειρωνεία του Καβάφη είναι ειλικρινής και στοχεύει στο να τον καταδείξει, παρά τα ιστορικά φαινόμενα, και ως σκοπίμως «ανιστόρητο». Έτσι άλλωστε, με μια τέτοια «ανιστόρητη» για τον ίδιο τον ποιητή θέση, μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα ένα ιστορικό ποίημα. Η ειρωνεία του Καβάφη ανατρέπει κατά κάποιο τρόπο τη σοβαρότητα της ιστορίας, ώστε η δική του ποιητική ιστορία, το δικό του ποίημα να φανεί ακόμα πιο ισχυρό μέσα σε ένα ματαιωμένο γενικότερο πλαίσιο. Γι' αυτό το λόγο και ταιριάζει καλύτερα η ειρωνεία του Καβάφη στο πλαίσιο της παρακμής και της κρίσης και γι' αυτό το λόγο αντλεί συνεχώς τα ιστορικά του θέματα από εκεί.

Το ποίημα «Βυζαντινός άρχων, εξόριστος, στιχουργών» ξεκινάει έτσι: «Οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν. Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε επιμελέστατος». Στους στίχους αυτούς αναγνωρίζω και αυτό: από τη μια μεριά την ελαφρότητα που, με την ειρωνεία του, θέλει και προσδίδει κάποιες φορές ο Καβάφης στην ιστορία και από την άλλη μεριά τη σοβαρότητα που, με τρόπο επιμελέστατο, αποκτά τελικά η δική του ποιητική ιστορία μέσα στο δήθεν ελαφρό πλαίσιό της.

Τη φιλοσοφική του διάθεση απέναντι στην ιστορία (όχι με την έννοια μιας φιλοσοφικής σκέψης και παραίνεσης) την αποκαλύπτει ο Καβάφης στο ποίημα «Ο Δαρείος», όπου ειρωνεύεται από την αρχή την ιστορικότητα του ποιήματός του και τις ιστορικές λεπτομέρειες μέσω των οποίων καλείται ο ποιητής Φερνάζης (προσωπείο του Καβάφη) να γράψει ένα επικό ποίημα. Γρήγορα λοιπόν και κουρασμένος από τις ιστορικές λεπτομέρειες, ο ποιητής αντιπαραβάλλει σε αυτές τη φιλοσοφία («Αλλ' εδώ χρειάζεται φιλοσοφία»), η οποία και θα τον απασχολήσει μέχρι το τέλος του ποιήματος:

 

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος

του επικού ποιήματός του κάμνει.

Το πώς την βασιλεία των Περσών

παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Από αυτόν

κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,

Ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ). Αλλ' εδώ

χρειάζεται φιλοσοφία  πρέπει ν' αναλύσει

τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:

ίσως υπεροψίαν και μέθην.


Στα παραπάνω λοιπόν παραδείγματα βλέπουμε έναν Καβάφη που διακόπτει την ιστορική του αφορμή όχι μόνο για να οδηγήσει το ποίημα προς άλλη κατεύθυνση, αλλά και για να δείξει ότι, παρότι φαίνεται προσκολλημένος στις ιστορικές του πηγές, μπορεί και συμπεριφέρεται απέναντί τους και αρκετά «ανιστόρητα».

 

3. Ιστορία, πολιτική και σώμα στον ιστορικό Καβάφη

Το ότι ο Καβάφης είναι ιστορικός ποιητής είναι κοινός τόπος. Δεν μοιάζει όμως να είναι κοινός τόπος η πολιτική συνείδηση του Καβάφη. Φαίνεται πως και ο ίδιος δεν ήθελε να δώσει την όποια πολιτική διάσταση στα ποιήματά του κι έτσι η καταφυγή στο ιστορικό παρελθόν έκρυβε πιθανόν και απέκλειε την όποια συγχρονική διάσταση της ποίησής του.

Ιστορικό παρόν για τον Καβάφη μοιάζει καταρχάς να είναι το σώμα του και αυτό φαίνεται να του αρκεί ως σύγχρονη ιστορία. Ένα σώμα όμως αρκετά ενοχικό και «παρακμιακό» κάποιες φορές, που μοιάζει να βγαίνει και αυτό από ένα ανάλογο ιστορικό παρελθόν, από το οποίο αντλούνταν τα ιστορικά του ποιήματα. Όποια λοιπόν ιστορία κι αν κινεί ο ποιητής, είτε αυτή του παρελθόντος, είτε αυτή του παρόντος (σώμα), φαίνεται να βρίσκεται σε ανάλογη ποιητική κατάσταση, όπου «επίμονα κ' η ποιητική ιδέα πάει κ' έρχεται». Ώστε παρόν και παρελθόν πάνε μαζί και χέρι χέρι στην ποίηση του Καβάφη, γι' αυτό και το σώμα, ως σύγχρονη ιστορία, επίμονα και τακτικά παρεισφρέει ως ιντερμέδιο σε κάποια από τα ιστορικά ποιήματα, θυμίζοντάς μας ίσως και την συγχρονική διάσταση των  ποιημάτων αυτών.  

Αν όμως θέλαμε να εξηγήσουμε γιατί θεωρούμε πως μια πλειάδα ποιημάτων του Καβάφη είναι ή και μπορούν να διαβαστούν ως πολιτικά ποιήματα, θα προχωρούσαμε σε άλλα λιγότερο «σωματικά» επιχειρήματα.

α) Αν τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη ήταν γραμμένα στην εποχή στην οποία αναφέρονται, θα ήταν οπωσδήποτε ποιήματα πολιτικά, αφού σε όλα υπάρχει μια συγκεκριμένη θέαση πραγμάτων και προσώπων και μια συνακόλουθη θέση του ποιητή απέναντι στη διαχείριση της εξουσίας και στα πρόσωπα που τη λυμαίνονται.

β) Διαλέγοντας σταθερά ο ποιητής ως πλαίσιο των ιστορικών του ποιημάτων εποχές κρίσης και παρακμής, όπου η εξουσία και τα πρόσωπά της δοκιμάζονται, δεν κάνει νομίζω τίποτε άλλο από τα να καταδεικνύει μια διαρκή ιστορική και πολιτική κρίση που φθάνει μέχρι και τις ημέρες που ο ίδιος γράφει.

γ) Κάποια από τα ποιήματα αυτά μοιάζει να αφορούν σε τρέχουσες πολιτικές καταστάσεις και πρόσωπα και μάλιστα να τα φωτογραφίζουν, δεν θα μπορούσε δε να συμβεί το τελευταίο εάν δεν συνέτρεχαν τα δύο πρώτα επιχειρήματα.

δ) Η ειρωνεία με την οποία μπαίνει εξ αρχής ο Καβάφης σε αρκετά ιστορικά ποιήματα μοιάζει να συνιστά περισσότερο πολιτική θέαση των πραγμάτων και λιγότερο ιστορική «πόζα».

Βέβαια στην ποίηση του Καβάφη δεν θα συναντήσουμε κατά τρόπο φανερό το ιστορικό παρόν, δηλαδή το σύγχρονο με αυτόν γεγονός και αυτός είναι ο βασικός λόγος που μας κάνει προφανώς να αμφιβάλλουμε ή και να αρνούμαστε την πολιτικότητά του, αφού πολιτικό ποίημα θεωρούμε μάλλον αυτό το οποίο αντλεί ζωή από το ιστορικό παρόν και δεν αποφεύγεται σε αυτό η όποια πολιτική διακύβευση.  Όμως ο σοφός Καβάφης μοιάζει να μας λέει πως μπορεί το ποίημα να μιλάει για το παρελθόν και να κάνει πολιτική, χωρίς μάλιστα να ελλοχεύει ο κίνδυνος το σύγχρονο περιστατικό και γεγονός να «επικαιροποιήσει» το ποίημα και να το κάνει να λειτουργεί σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και μόνο. Αν μάλιστα δεχθούμε, όπως έχει καταδειχθεί, πως όντως ο Καβάφης άντλησε υλικό και από την εποχή του, δηλαδή και από το ιστορικό παρόν, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια μυθοποιητική λειτουργία της ποίησής του, όπου κάποιες φορές το σύγχρονο γεγονός μετουσιώνεται σε ιστορικό παρελθόν που προβάλλεται μυθοποιημένο στο εκάστοτε αναγνωστικό παρόν. Αυτή όμως είναι η λειτουργία της ιστορικής ποίησης του Καβάφη, είτε υπάρχει πίσω της συγκεκριμένο γεγονός είτε όχι, αφού και το, απευθείας από τις ιστορικές πηγές προερχόμενο, ιστορικό παρελθόν συμπεριφέρεται ποιητικά ως μύθος του παρόντος.

Ώστε δεν απαιτείται, προκειμένου να πούμε ότι κάποια από τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη είναι και πολιτικά ποιήματα, να το αποδείξουμε με συγκεκριμένα ευρήματα και έρευνες, ούτε και να αποποιηθούμε τον πολιτικό-επικαιρικό τους χαρακτήρα μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος ο ποιητής κάποιες φορές τον αρνήθηκε.

Ο  Ε. Μ. Forster που συναναστράφηκε τον Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, θα μας πει (στο κείμενό του με τίτλο «Η ποίηση του Κ. Π. Καβάφη», γραμμένο το 1919) ότι ο ποιητής, παρότι τα είχε δοκιμάσει και τα δύο, δεν μπορούσε να απαντήσει για το τι είναι καλύτερο: η πολιτεία ή η μοναξιά; Για να καταλήξει: «Αλλά τουλάχιστον είναι βέβαιος (ο ποιητής) για ένα πράγμα – η ζωή προϋποθέτει θάρρος, διαφορετικά παύει να είναι ζωή». Ενώ λίγο νωρίτερα έχει πει ο Forster: «Ένας τέτοιος ποιητής ποτέ δεν μπορεί να είναι δημοφιλής. Πετάει αργά και συγχρόνως πολύ υψηλά. Είτε υποκειμενικός είτε αντικειμενικός στον τρόπο του, απέχει εξ ίσου από τον στίβο της «επικαιρότητος» - ποτέ του δεν θα συνθέσει  ένα Βασιλικόν ή ένα Βενιζελικόν ύμνο».

Ας σχολιάσουμε λίγο τα παραπάνω. Αν κρίναμε με σημερινά κριτήρια και επιφανειακά, τότε με βάση την παραπάνω δυσκολία του Καβάφη να διαλέξει ανάμεσα στην πολιτεία (με την έννοια της ενασχόλησης με τα κοινά και συνακόλουθα με την έννοια της πολιτικής) και τη μοναξιά (αποτράβηγμα, ιδιώτευση), θα καταλήγαμε εύκολα ίσως στο συμπέρασμα πως ο Καβάφης δεν ήταν πολιτικό ον και συνακόλουθα πολιτικός ποιητής. Γιατί αν ήταν δεν θα δυσκολευόταν να απαντήσει. Είναι όμως έτσι; Ή μήπως είναι ανώτερος πολιτικά αυτός που μπορεί και να «πολιτεύεται», αλλά και να αποτραβιέται, όταν φθάσει η στιγμή, στη μοναξιά του; Και πόσο χρειάζεται να βρίσκεται κάποιος στην πολιτεία, αν είναι να συμπεριφέρεται, όπως μας έχει καταδείξει ο Καβάφης στο (μεταγενέστερο από το κείμενο του Forster) ποίημά του «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» (1928), σαν τον ηγεμόνα αυτό, σαν ένας δηλαδή τυχαίος και αστείος άνθρωπος που προσπαθεί να ξεγελάσει τον λαό φερόμενος «επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας» και «μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά»; Όταν ένας τέτοιος ηγεμόνας περιορίζεται σε λίγες λέξεις για να μην προδοθεί και τον πάρει ο λαός «στο ψιλό» και πλήττει συνακόλουθα από τις στοιβαγμένες μέσα του και ανέκφραστες κουβέντες, δεν είναι προτιμότερο από το να βιώνει την πολιτική ως αφόρητη πλήξη και μοναξιά λόγω έλλειψης επικοινωνίας, να αποσύρεται; Ή τι να κάνει ο ποιητής Καβάφης σε μια πολιτεία που «σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του», αλλά «αυτή είν' η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα», όπως μας λέει στο ποίημά του «Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)», γραμμένο το 1919, την ίδια δηλαδή χρονιά με το κείμενο του Forster; Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης μιλάει για έναν άνθρωπο που παραγκωνισμένος από το θρόνο της Συρίας επιστρέφει σ' αυτήν με μεγάλες προσδοκίες για να την κάνει «πάλι κράτος δυνατό». Όμως έχει να συναντήσει εκεί τον τυχοδιώκτη διεκδικητή του θρόνου Βάλα που τον προωθεί στο θρόνο ο Ηρακλείδης. Προσπαθεί για 12 χρόνια να επιτύχει τους αγαθούς σκοπούς του («…θ' αγωνισθεί, θα κάμει, θ' ανυψώσει…όλην την ορμήν αυτή θα μεταδώσει στον λαό») για να νικηθεί τελικά και να σκοτωθεί στη μάχη που έδωσε με τον Βάλα το 150 π.Χ.  

Όταν λοιπόν ο Καβάφης δεν μπορεί εύκολα να απαντήσει στην ερώτηση του Forster, είναι γιατί και μέσω της ενασχόλησής του με την ιστορία, αλλά και μέσω της ποίησής του έχει ήδη αποκτήσει συνείδηση ιστορικοπολιτική και έχει μάθει καλά τι σημαίνει πολιτεία και τι σημαίνει μοναξιά. Έχει καταλάβει ότι και μέσα στην έννοια της πολιτείας υπάρχει πολλή μοναξιά. Συνεπώς πώς να απαντήσει εύκολα σε μια ερώτηση σαν αυτή; Σε ποια από τις δύο μοναξιές να γείρει; Και μοιάζει να μας λέει: Αν είναι να μπω στην πολιτεία για να συνθέσω ύμνο βασιλικό ή βενιζελικό, ας μου λείπει. Άλλο ήρθα για να κάνω με την ποίησή μου. Αλλά κι εκείνη η μόνη βεβαιότητα που εξέφρασε καταληκτικά ο Καβάφης στον Forster, ότι δηλαδή «η ζωή προϋποθέτει θάρρος, διαφορετικά παύει να είναι ζωή», μοιάζει να βγαίνει κατευθείαν από το ποίημα αυτό και να συνιστά υπαρξιακή και πολιτική θέση:

 

Αδιάφορον: επάσχισεν αυτός,

όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.

Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,

ένα μονάχα λογαριάζει πια

με υπερηφάνειαν   που, κ' εν τη αποτυχία του,

την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.


Τ' άλλα – ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.

Αυτή η Συρία – σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,

αυτή είν' η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.


Στην πραγματικότητα λοιπόν ο Καβάφης απαντάει στον Forster με τον τρόπο που μιλάει στο ποίημά του «Δημητρίου Σωτήρος». Το «η ζωή προϋποθέτει θάρρος, διαφορετικά παύει να είναι ζωή» ισοδυναμεί με τους αγώνες και τις προσπάθειες του Δημητρίου Σωτήρος που και στην αποτυχία του «την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει». Είναι πιθανό να έδωσε τέτοια διάσταση ο Καβάφης στο ποίημα μετά τη σχετική συζήτηση και την ερώτηση που του τέθηκε. Είναι επίσης πιθανό να είχε ήδη γράψει το ποίημα και να απάντησε με τον τρόπο και τη συνείδηση που του υπέβαλε ο διαμορφωμένος και από το ποίημα εαυτός του. Το σίγουρο είναι πως ο Καβάφης αφού είχε δοκιμάσει στο ποίημα αυτό και την πολιτεία και τη μοναξιά της, προέκρινε ως πραγματικά σημαντικό το να πορεύεσαι μέσα στη ζωή και στον κόσμο με θάρρος και ακατάβλητη ανδρεία για να μπορείς να ορκίζεσαι πως θα αγωνιστείς, θα κάνεις και θα ανυψώσεις, με όλα σου τα «θα» να προβάλλουν ως γνήσια και όχι να είναι τα «θα» της ψευδοπολιτικής:

 

Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε

που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι

ιδού που έχει θέλησιν αυτός

θ' αγωνισθεί, θα κάμει, θ' ανυψώσει.  


Αρκεί να βρει έναν τρόπο στην Ανατολή να φθάσει,

να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία-

κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει

μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν

αυτή θα μεταδώσει στον λαό.


Ο Καβάφης λοιπόν με την ιστορική του ποίηση συμπεριφέρεται και πολιτικά. Αλλά ακόμα κι όταν στην ποίησή του μιλάει το «σώμα», σαν ετερότητα μιλάει. Η ποιητική ερωτική του τόλμη ασκεί και αυτή την πολιτική της. Διεκδικεί την ύπαρξη και τη δικαίωση του διαφορετικού. Και δεν διστάζει, για το σκοπό αυτό, να συμπεριφερθεί ενίοτε με πολιτική διπλωματία και να βαπτίσει το ερωτικό του σώμα και μέσα σε κάποιο ιστορικό ποίημα, όπως έκανε αμέσως παραπάνω, όπου αυτό το ιστορικοπολιτικό «όμνυε» πως «θ' αγωνισθεί, θα κάμει, θ' ανυψώσει» συναντάει τον ίδιο στην ουσία του στίχο «Ομνύει κάθε τόσο ν' αρχίσει πιο καλή ζωή» από το ερωτικό του ποίημα «Ομνύει».


Ο Σπύρος Λ. Βρεττός (Λευκάδα, 1960) είναι ποιητής




























 

Δείτε όλα τα σχόλια