Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι μεταλλάξεις μιας εικόνας (2)

Όταν την περασμένη εβδομάδα (την περασμένη Πέμπτη, για την ακρίβεια) γραφόταν σε αυτή τη στήλη το κείμενο «Οι μεταλλάξεις μιας εικόνας», με θέμα την τρομερή ευκολία με την...

Όταν την περασμένη εβδομάδα (την περασμένη Πέμπτη, για την ακρίβεια) γραφόταν σε αυτή τη στήλη το κείμενο «Οι μεταλλάξεις μιας εικόνας», με θέμα την τρομερή ευκολία με την οποία τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων πέρασαν από την άκρατη (και ρηχή) πολυλογία για τη Χρυσή Αυγή στην άκρατη (και ρηχή) πολυλογία για το κοριτσάκι που βρέθηκε στον τσιγγάνικο οικισμό, ο συντάκτης του κειμένου δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ήδη την Κυριακή (που δημοσιεύτηκε το κείμενο στην «Αυγή») θα είχαμε μια τρίτη μετάλλαξη της εικόνας, το ίδιο επιπόλαιη και ρηχή -αλλά και πιο επικίνδυνη- με τις άλλες δύο προηγούμενες.

Λέγαμε στο κείμενο της περασμένης Κυριακής ότι οι κυρίες με τα πανάκριβα ταγέρ και το μόνιμο ύφος του δικαστή που διαβάζουν τα δελτία ειδήσεων, δεν χρειάστηκε να αλλάξουν καν ύφος -πόσο μάλλον λογική- περνώντας από το ένα θέμα στο άλλο. Χειρίστηκαν με τον ίδιο τρόπο τα βίντεο με τις νεοναζιστικού ύφους στρατιωτικές παρελάσεις και τους πυρσούς της Χ.Α. με τα βίντεο της μικρής ξανθομαλλούσας που χόρευε σε γιορτές και πανηγύρια. Υπήρχε πόνος, υπήρχε πάθος, υπήρχε συνθηματολογία, υπήρχαν οι κακοί, υπήρχε μια εύκολη διδακτική στάση. Στη μια περίπτωση η προσέγγιση έλεγε περίπου ότι όσοι συμπατριώτες μας ψήφισαν Χ.Α. περίπου δικαιολογούνται λόγω Μνημονίου και κακών Γερμανών (ξεχνώντας ηθελημένα ότι, πώς να το κάνουμε, έχουμε μια χούντα στο πρόσφατο παρελθόν μας, που έζησε σχεδόν ανενόχλητη για εφτά χρόνια, και έναν Παπαδόπουλο τον οποίο μιμείται ο Μιχαλολιάκος), στη δεύτερη περίπτωση έλεγε ότι για την αγοραπωλησία βρεφών αποκλειστικοί υπεύθυνοι είναι οι τσιγγάνοι που δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο (ξεχνώντας ηθελημένα ότι έχουμε έναν απηρχαιωμένο περί υιοθεσίας νόμο και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτοί που αγοράζουν τα παιδιά από τους τσιγγάνους δεν είναι τσιγγάνοι αλλά ευυπόληπτοι πολίτες, από αυτούς που διαμαρτύρονται για τις παρανομίες που συμβαίνουν σε αυτή τη χώρα).

Και στις δύο περιπτώσεις μια απολιτική και άκρως συναισθηματική προσέγγιση που στοχεύει απλώς σε μεγάλα νούμερα τηλεθέασης.

Μέχρι που ήρθε η εν ψυχρώ δολοφονία των δύο χρυσαυγιτών. Και πάλι εν μία νυχτί, ξεχάστηκαν αμέσως οι τσιγγάνοι και το ξανθό κοριτσάκι, και επανήλθαμε στο θέμα της Χρυσής Αυγής. Η νέα προσέγγιση ίδια με τις προηγούμενες, απολιτική και άκρως συναισθηματική, κι ας ήταν η αφετηρία εντελώς διαφορετική. Οι χρυσαυγίτες έπαψαν να είναι οι τραμπούκοι της πρώτης προσέγγισης και έγιναν τα «κακόμοιρα παλικάρια», οι λεβέντες των οποίων τη ζωή έκοψε ένα αδίστακτο (και ύποπτα σταθερό) χέρι.

Το πρόβλημα, βεβαίως, σε αυτή την τηλεοπτική προσέγγιση δεν είναι η καταδίκη μιας τέτοιας δολοφονίας ούτε η καταδίκη της λογικής της αντεκδίκησης, λογική που -συμφωνούμε όλοι σε αυτό- μπορεί να οδηγήσει μακριά, σε επικίνδυνα μονοπάτια. Άλλο ενοχλεί. Ενοχλεί ότι, ξαφνικά, τα δολοφονημένα «παλικάρια» (που βρέθηκαν, λέει, σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή) έδωσαν μια περίεργη όσο και ύποπτη άφεση αμαρτιών στο νεοναζιστικό κόμμα. Όσα πριν έναν μόλις μήνα βροντοφώναζαν τα κανάλια για την εγκληματική οργάνωση της Χ.Α., τώρα σβήνονταν με τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις των λαλίστατων γονέων του ενός νεαρού, οι οποίοι έχουν από την πλευρά τους κάθε δικαίωμα να θεωρούν ότι όλες οι δολοφονίες είναι ίδιες (και ΕΙΝΑΙ πράγματι ίδιες στην τραγικότητά τους), αλλά το συμπέρασμα που βγάζει ο τηλεθεατής είναι ότι, τελικά, και η Χ.Α. είναι μια οργάνωση που βάλλεται πανταχόθεν, άρα και από τρομοκράτες αριστερούς. Επομένως όλοι ίδιοι είναι, γιατί να τα βάζουμε με τη Χ.Α.;

Κανείς ακόμα δεν ξέρει ποιος και γιατί έκανε αυτή τη δολοφονική επίθεση. Μπορεί να είναι άφρονες ακροαριστεροί τρομοκράτες, μπορεί να είναι μαφιόζοι, μπορεί να είναι μια κλασική προβοκάτσια. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η δολοφονία αφήνει όλα τα σενάρια ανοιχτά. Όποιοι όμως και να είναι οι δολοφόνοι, κερδισμένη βγαίνει η οργάνωση της Χρυσής Αυγής, η οποία, εκμεταλλευόμενη την τρίτη κατά σειρά μετάλλαξη της ίδιας -επαναλαμβάνω: απολιτικής και άκρως συναισθηματικής- εικόνας, θυματοποιείται και βγαίνει ξανά στον αφρό.

Στο μεταξύ οι κυρίες με τα πανάκριβα ταγέρ θα συνεχίσουν να διαβάζουν τις ειδήσεις όπως έμαθαν να κάνουν. Προσφέροντας κάκιστες υπηρεσίες στην ελληνική κοινωνία, σκορπώντας με την εξισωτική τους λογική τη σύγχυση καθώς και μια μεταφραζόμενη σε αριθμούς τηλεθέασης εύκολη «ανθρωπιά».

 

Η επιστροφή ενός παλιόλυκου

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι υπήρξε, από την αρχή, μια από τις μεγάλες κινηματογραφικές αγάπες της στήλης. Γαλουχημένος στους απόηχους του '68, με ένα ταλέντο που χρησιμοποίησε δημιουργικά τις επιδράσεις δύο τόσο διαφορετικών δασκάλων όπως ήταν ο Λουκίνο Βισκόντι και ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο Μπερτολούτσι έδωσε μερικά αριστουργήματα τη δύναμη των οποίων ο χρόνος δεν κατάφερε να αλλοιώσει. Ταινίες όπως η Στρατηγική της αράχνης, ο Κομφορμίστας, το 1900, το Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι και ο Τελευταίος αυτοκράτορας είναι ταινίες που έχουν σημαδέψει το παρελθόν και την αισθητική μας. Ύστερα, μετά από μια σειρά αδύναμων ταινιών (με χειρότερες τον Μικρό Βούδα και την Κλεμμένη ομορφιά), ήρθε η σιωπή. Ένα ατύχημα, που συνέβη σε μια συμβατική εγχείρηση μέσης που τον καθήλωσε σε αναπηρική καρέκλα, τον έκανε να κλειστεί στο σπίτι του με βαριά κατάθλιψη. Όλοι θεωρούσαν ότι ο Μπερτολούτσι είχε πλέον τελειώσει.

Μέχρι που διάβασε το σύντομο μυθιστόρημα του Νικολό Αμανίτι με τίτλο «Εγώ κι Εσύ» (στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τον Καστανιώτη). Η ιστορία ενός ελαφρώς προβληματικού δεκατριάχρονου ο οποίος προτιμά, αντί να πάει στα χιόνια με τους συμμαθητές του, να κλειστεί μόνος για μια εβδομάδα στην υπόγεια αποθήκη της πολυκατοικίας του, μέχρι που εμφανίζεται να του χαλάσει την ησυχία η ακόμα πιο προβληματική και εξαρτώμενη από ηρωίνη ετεροθαλής αδελφή του, κάτι είπε στον εβδομηντατριάχρονο πλέον Ιταλό σκηνοθέτη, ο οποίος αποφάσισε να επιστρέψει στην ενεργό δράση.

Φανταστείτε μια ταινία με ουσιαστικά δύο μόνο πρόσωπα που κινούνται σε έναν χώρο και στην οποία δεν βαριέσαι ούτε για μια στιγμή. Δύο συγκλονιστικούς ηθοποιούς που είναι έφηβοι και δεν παριστάνουν τους έφηβους. Ένα πρόσωπο (αυτού του αγοριού) σημαδεμένο από πραγματική ακμή, χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Μια ιστορία σύγχρονη, χωρίς διδακτισμούς, χωρίς εύκολους ερωτισμούς, με συγκρούσεις που δεν μυρίζουν φτηνή λογοτεχνία. Μια ιστορία στην οποία αυτά που υπονοούνται είναι περισσότερα από αυτά που λέγονται. Ένας σκηνοθέτης που αποδεικνύει ότι μπορείς να μιλήσεις για την εφηβεία με μια ευαισθησία που θα ζήλευαν λογοτέχνες και σκηνοθέτες που έχουν τα μισά του χρόνια.

Διαβάστε το βιβλίο και δείτε την ταινία. Μπορείτε να κάνετε και το αντίστροφο: είναι από τις λίγες περιπτώσεις που από ένα καλό βιβλίο βγαίνει μια καλή ταινία - συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Μεταξύ άλλων θα ανακαλύψετε ότι ακόμα και το πολυφορεμένο θέμα των ναρκωτικών ουσιών μπορεί να δοθεί με μια άλλη ματιά, χωρίς την απολιτική και άκρως συναισθηματική προσέγγιση που συνηθίζουμε σε αυτή τη χώρα (δες και προηγούμενο άρθρο).

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κύριος Βορίδης

O κύριος Βορίδης ξεκίνησε τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία ως στέλεχος του Μιχαλολιάκου στη νεολαία της ΕΠΕΝ και αργότερα διάδοχός του στην ηγεσία αυτής της διαβόητης χουντοφασιστικής οργάνωσης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο