Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το κλαδί, όλος ο φόβος

Το βασικό ερώτημα, για το πρώτο βιβλίο ενός νέου ανθρώπου, είναι αν όντως περιέχει ποιήματα ή όχι. Δεν πρόκειται για ρητορικό σχήμα αλλά για έναν έλεγχο αυτονόητο, που όλο και πιο συχνά παρακάμπτεται, μέσα στο πλέγμα των συναναστροφών και της ευκολίας.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

ΦΑΝΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πλυντήριο άστρων, εκδόσεις Λογότεχνον, σελ. 64

Το βασικό ερώτημα, για το πρώτο βιβλίο ενός νέου ανθρώπου, είναι αν όντως περιέχει ποιήματα ή όχι. Δεν πρόκειται για ρητορικό σχήμα αλλά για έναν έλεγχο αυτονόητο, που όλο και πιο συχνά παρακάμπτεται, μέσα στο πλέγμα των συναναστροφών και της ευκολίας. Σε αυτό το ερώτημα, κανένας εξωκειμενικός παράγοντας δεν μπορεί να επιδράσει στο ελάχιστο, όπως π.χ. οι πληροφορίες για τις σπουδές αυτού του νέου ανθρώπου ή για την ένταξή του στη ριζοσπαστική αριστερά, όπως σημειώνονται στο «αυτί» της παρούσας έκδοσης, ή όπως μια δημόσια σύσταση του βιβλίου από κάποιους ομοτέχνους, σε μια εκδήλωση βιβλιοπαρουσίασης σαν τη σημερινή. Αυτά, ίσως να ενδιαφέρουν κάποτε, όταν η κριτική ή η φιλολογία θα αναζητήσουν κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες, για τη συνθήκη μέσα στην οποία γράφηκαν τα ποιήματα ή ο ποιητής διαμόρφωσε τη γλώσσα του και την πορεία του. Τώρα, το ερώτημα παραμένει αδυσώπητο: πρόκειται για ποιήματα;

Σπεύδω να δηλώσω, πως η ποιητικότητα όντως εγκατοικεί στο βιβλίο του Φάνη Παπαγεωργίου. Και προκύπτει σε δύο από τα πεδία όπου δοκιμάζεται η προσπάθειά του: στην εικονοποιία και στον επιγραμματισμό. Οι εικόνες του αντλούν το απαραίτητο «θράσος» από τον αιχμηρό λυρισμό του μεσοπολεμικού σουρρεαλισμού. Οι δε επιγραμματικοί στίχοι, με μια συμπύκνωση του λόγου που οφείλει τις τεχνικές της τόσο στον Καβάφη όσο και στον Καρούζο, διαθέτουν όλο εκείνο το φορτίο που απαιτείται για να στέκουν στο ρόλο τους.

Ένας δεύτερος έλεγχος αφορά τη δομή και την οικονομία των ποιημάτων. Κατορθώνει ο λόγος του να τα αρθρώσει ως ποιήματα «ολοκληρωμένα» (έστω και ως «προγραμματικά» ημιτελή;) Σε αρκετά αυτό συμβαίνει, δίνοντάς μας άρτια ποιήματα. Σε άλλα, η ένταση του λόγου, μαγιακοφσκικής καταγωγής, που αποτελεί το όχημα της ποιητικότητας του Παπαγεωργίου, δεν αρκεί για να ολοκληρώσει την εικόνα, για να την ανοικειώσει στο επίπεδο του ποιητικού λόγου.

Κυλώντας οι σελίδες της συλλογής, υπάρχουν ποιήματα που φθάνουν να αναμετρηθούν με την εικονοποιία του Εμπειρίκου, χωρίς μάλιστα ο Παπαγεωργίου να αντλεί από τις ευκολίες που παρέχει η καθαρεύουσα. Εκεί, νομίζω πως κρίνεται η ποιητική του δυνατότητα. Όχι απαραίτητα ως ένας δρόμος για τη συνέχεια, αλλά ως ένα μέτρο της φωνής του. Και η κρίση είναι απολύτως θετική.

Αυτό όμως είναι όμως και το σημείο μετά το οποίο η φωνή του «σπάζει», ιδιαίτερα όταν ανοίγεται σε μια ανοιχτά πολιτική θεματική, με ποιήματα για τον Πλουμπίδη, τον Αλτουσέρ, τον Μάη του ‘68, τους συντρόφους του στη ριζοσπαστική αριστερά. Εδώ, όταν κανείς εμπλέκεται με τόσο προφανή θέματα, έχει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της θεματογραφίας. Έτσι, είτε η εικονοποιία του θα πρέπει να είναι πρωτόφαντη, όπως π.χ. εκείνος ο στίχος του Μιχάλη Κατσαρού, «τον έξαλλο Μαγιακόφσκι που πυροβολούσε τους υπουργούς», είτε η επιγραμματική διατύπωση θα πρέπει να αποτυπώνει μια απολύτως διαφορετική προσέγγιση, όπως π.χ. εκείνος ο στίχος του Θωμά Γκόρπα, για την Μέριλιν: «Μαζί με σε θυμάμαι και τον Μπελογιάννη».

Ως πρώτη εμφάνιση στο κατώφλι της ποίησης, η συλλογή του Φάνη Παπαγεωργίου είναι όχι μόνο ενδιαφέρουσα αλλά και ελπιδοφόρα για τη συνέχεια. Ο λόγος του διαθέτει κατορθωμένη τη δυνατότητα της ποιητικότητας, και μάλιστα αντέχει σε υψηλές συχνότητες της φωνής του. Το πρόβλημα εντοπίζεται στον ίδιο τον Παπαγεωργίου. Θα πρέπει να πιστέψει πολύ περισσότερο στην ποίηση και στη δυνατότητά της να μιλήσει, για όλα αυτά που τον απασχολούν, με τη δικιά της γλώσσα. Γιατί όταν την εκβιάζεις, όταν τη σέρνεις σε μονοπάτια που δεν της είναι οικεία, αυτή διαφεύγει μέσα στο δάσος των λέξεων. Κι όμως, μόνο αυτή μπορεί να μιλήσει, για όλα αυτά τα σοβαρά και τα μεγάλα, με έναν τρόπο ανεπανάληπτο: με τον δικό της τρόπο.

Τέλος, κατά τη γνώμη μου ο Παπαγεωργίου θα πρέπει να σεβαστεί περισσότερο τη γλώσσα, η οποία κάποτε συνθλίβεται από τη ένταση του ρυθμού της εικονοποιίας. Δεν αναφέρομαι, φυσικά, στον νοηματικό της ειρμό, πόσω μάλλον που ο Παπαγεωργίου κατορθώνει απροσδόκητες και εντυπωσιακές νοηματικές αλληλουχίες, αλλά σε εκείνο το περιθώριο που χρειάζεται η γλώσσα για να αναπνεύσει, ως λέξη/εικόνα. Άλλωστε, συχνά ο λόγος ενός ποιήματος περιέχει περισσότερη ποίηση απ' ό,τι νομίζουμε.

Συνοψίζοντας, θα πρέπει να πω ότι το βιβλίο του Παπαγεωργίου είναι από τα ελάχιστα βιβλία πρωτοεμφανιζομένων που εγγράφονται με αξιώσεις στο πεδίο της ποίησης. Αναμένουμε την ωρίμανση της ποιητικής του, καθώς και τις αναπόφευκτες επιλογές του, δηλαδή το αισθητικό πρόταγμα που τελικά θα διαμορφώσει.

 

Δέσμες φιλιών καμώνονται το έπος

Σέρνονται αργά, ρίχνοντας το μαύρο στο σκοτάδι

Γυρνάνε τον ουρανό με τον τροχό και με το κάρο

Και σπάνε με τη σειρά τα σουραύλια της νεότητας

 

Τέλος, να σημειώσουμε την ενδιαφέρουσα και σύγχρονη εκδοτική φόρμα του καινούριου εκδοτικού οίκου «Λογότεχνον», που έχει έδρα του τη Θεσσαλονίκη.

Δείτε όλα τα σχόλια