Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Απροσχημάτιστες αφηγήσεις

Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του -προηγήθηκαν τα «Ο θείος μου ο Άγιος» και «Ψάρι με κεφάλι και ουρά»- ο Ξενοφών Μαυραγάνης αναδεικνύεται ως ένας φιλοσοφημένος ηδονιστής.

ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΛΥΚΕΣΑ

 

ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ, Προς το παρόν υγιαίνω, διηγήματα,

Εκδόσεις Νησίδες, σελ. 192

Στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του -προηγήθηκαν τα «Ο θείος μου ο Άγιος» και «Ψάρι με κεφάλι και ουρά»- ο Ξενοφών Μαυραγάνης αναδεικνύεται ως ένας φιλοσοφημένος ηδονιστής. Ένας επικούρειος που μετέρχεται της αφηγήσεως και του γραπτού λόγου για να υπερασπιστεί το απόφθεγμα «βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόχευτος». Ταυτοχρόνως όμως είναι και ένας υμνητής της ανόθευτης λιτότητας του βίου. Οπότε προκύπτει ένας συγγραφέας θηρευτής ηδονών οι οποίες συμβαίνει να ανθίζουν στη φτώχεια ή την ταπεινότητα.

Ο Ξ.Μ. είναι βέβαια ένας «μολεμένος» αστός, ένας δικηγόρος με τα σέα και τα μεά του και υπό φυσιολογικές συνθήκες θα εμφανιζόταν ως «οριενταλιστής» της φτώχειας. Ευτυχώς οι συνθήκες δεν είναι φυσιολογικές. Το αφύσικο του πράγματος συνίσταται στο γεγονός ότι αν και αστός οι συγγραφικές του καταβολές είναι παπαδιαμαντικές.

Δεν εννοώ τη γλώσσα αλλά τους ήρωες που ξεθάβει από έναν αρχέγονο κόσμο. Πρόσωπα που βγαίνουν από την ομίχλη του προπερασμένου αιώνα ή το ημίφως του περασμένου. Τυραγνισμένοι, κακοπαθημένοι, με κρυφά ή ανατιναγμένα δημοσίως πάθια, του πνεύματος και του σώματος.

Οι άνθρωποι του συγγραφέα είναι φυσιολογικοί, κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, οι ήρωες του δεν είναι επιτηδευμένοι, δεν κομπάζουν, δεν φτύνουν ψηλά και επιπλέον έχουν αυτό το είδος της περηφάνιας που το αναγνωρίζεις εύκολα γιατί δεν χρειάζεται να κραυγάσει. Απλώς είναι.

Οι ήρωες του είναι ζηλευτοί διότι επιπλέον είναι υπαρκτοί και είναι ακόμη πιο ζηλευτό διότι αυτός ο μπαγάσας τους ακούμπησε αλλά δεν τους ξόμπλιασε για να μας τους παρουσιάσει. Τους άφησε ελεύθερους και μέρωσε ακόμη και την συμπάθεια και την τρυφερότητα με την οποία τους περιβάλλει. Πίσω από τον διαρκή σαρκασμό του Μαυραγάνη κατοικοεδρεύει ένα γνήσιο χαμόγελο που χαρίζεται και δεν πουλιέται.

Ο ίδιος βέβαια υποδύεται ότι γράφει αναμνήσεις αλλά είναι σαν να μας κλείνει το μάτι λέγοντας «σας λέω ένα αληθινό ψέμα, μια ψεύτικη αλήθεια γιατί τά 'χουμε ανάγκη πανάθεμα για να ξαναβρούμε τα ζύγια μας, είναι οι βοηθητικές ρόδες για να μάθουν τα παιδιά μας ιππποδήλατο και οι μεγαλύτεροι να το ξαναθυμηθούν. Αν θέλετε να ‘ναι αληθινοί διαβάστε τις περιπέτειές τους ως ημερολόγιο του βίου τους. Αν θέλετε να 'ναι γεννήματα της φαντασίας μου πάλι καλά. Το αποτέλεσμα μετράει. Τι ανάσταση τι γέννηση εξάλλου».

Αλλά γιατί είναι ο Μαυραγάνης ένας απροσχημάτιστος επικούρειος; Διαβάζοντας τις περιπέτειες των πάμφτωχων ηρώων του πιάνει κανείς εύκολα τον χορτασμένο εαυτό του να ξερογλείφετε μπροστά στα ταπεινά προσφάγια τους. Χόρτα των χαντακιών της Μυτιλήνης, ελιές καλοπλυμένες από το χώμα ζητιανεμένες, λάδια δεύτερης ποιότητας, κομματάκια τυρί στην άκρη ενός πηρουνιού που δεν γεμίζει ποτέ, σουφρωμένες πιπεριές, μαραμένες μελιτζάνες, κλεμμένα αυγά, χθαμαλές ψαριές με αγκαθόψαρα, άσπρες φασόλες με αγουρέλαιο, ανάλαδη φακή, σουπιές, καλαμαράκια και χταπόδια, κουκιά όλα συνοδευμένα με το δάκρυ τσι παναγιάς. Κι ακόμη σύκα και πετιμέζια, κολοκύθια και μουστουκούλουρα, ριτσέλια και λουκάνικα με καρύδια, κυδωνόπασταστα. Ύμνοι στην ρίγανη και τη θρίμπα, το θυμάρι και το χαμομήλι, το δενδρολίβανο και τους λεμονανθούς. Σελίδες επί σελίδων μπορούν γεμίζουν με κάθε είδους λεπτομέρειες. Όσοι αντέξουν ας κρατήσουν σημειώσεις.

Οι ήρωες του Μαυραγάνη όμως δεν είναι χαζοσέφ. Στην τροφή τους δεν υπάρχει κανένα φαγώσιμο εισαγωγής, τίποτα εκκεντρικό, διαπρέπουν στο να αρκούνται σε όσα η γη που πατάνε και καλλιεργούν παράγει αναλόγως την εποχή. Όσα η θάλασσα τους δίνει κάθε μέρα. Ίσως ακούγονται λίγα, αλλά ο Ξ.Μ. μας δείχνει πόσο πολλά είναι. Ένας ολόκληρος τσελεμεντές του Φτωχού. Ένα φτωχό παστωμένο ψάρι φτάνει να γλύφεις τα δάχτυλά σου με τις ώρες. Κι έτσι οι ήρωες του δεν είναι καλοφαγάδες κοιλιόδουλοι ή αστοί με διάρροια επιτήδευσης. Αυτά τα λιγοστά έχουν, όταν τα έχουν και ευλογάνε το θεό για την καθημερινή παρουσία τους στο τραπέζι τους.

Και φυσικά οι ήρωές του επιπλέον ερωτοπαθείς. Τρέχουν ζουμιά, -και μην κοκκινίσετε ή σκανδαλισθείτε-, στα σκέλια τους, τα δάχτυλά τους βρίσκουν δρόμο στην ηδονή δίχως προστυχιές ή βλακώδη υπονοούμενα. Η ερωτική τους αδημονία είναι πλαισιωμένη από παιδική συστολή. Οι εξομολογήσεις τους είναι λύτρωση και όχι σεξουαλική επίδειξη. Και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κρύβεται μέσα σε όλα τούτα. Αντιθέτως λέει και την άποψή του. Μετέρχεται την δικηγορίστική γλώσσα -για πολύ λίγο ευτυχώς- αλλά δεν χρησιμοποιεί την δικολαβίστικη προσέγγιση. Είναι πικρόχολος ή και πικρός συχνά δε ευθέως πικραμένος.

Αυτή χαρά της ζωής αναδύεται μέσα από την ανάγνωση των περιπετειών και παθημάτων του μικρού Παναγιώτη, δέκα γραμμάτων της κατοχής, του καπετάνιου που κάνει θάλασσα τον κήπο της σύνταξής του, του ερωτοπαθημένου καλόγερου, του Τριαντάφυλλου και του ιπποδήλατού του, της καπετάνισσας που θα αγαπούσαν όλοι άντρες του κόσμου, του λιπόσαρκου Νικόλα, του ξυπόλητου Ανέμου, του Γιάννη του οικοδόμου και του Σ.Κ. Τα δύο τελευταία είναι και τα μοναδικά «αστικά» όσο και σύγχρονα αφηγήματα. Ίσως για να τεθεί ευθέως η ερώτηση αν κέρδισαν ή έχασαν τη ζωή τους τούτοι οι ήρωες και να απαντηθεί το ερώτημα στο έσχατο κείμενο το οποίο τελειώνει με τη λέξη «ίσως». Ένα «ίσως» όχι αμφίθυμο αλλά ενεργητικής στωικότητας.

Ο Απόστολος Λυκεσάς είναι συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια