Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μυρωδιά... του τσαγκάρη

Το μικρό τσαγκαρομάγαζο που συνάντησα εκείνο το αυγουστιάτικο μεσημέρι σε μια από τις λεωφόρους της Αγκόνας, ήταν η μεγάλη έκπληξη που με περίμενε καθώς τέλειωνε το σύντομο πέρασμά μου από την Ιταλία. Ακόμα περισσότερο που ο καταστηματάρχης, ένας παππούς καλοστεκούμενος...

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΜΑΝΤΑΔΑΚΗ

Το μικρό τσαγκαρομάγαζο που συνάντησα εκείνο το αυγουστιάτικο μεσημέρι σε μια από τις λεωφόρους της Αγκόνας, ήταν η μεγάλη έκπληξη που με περίμενε καθώς τέλειωνε το σύντομο πέρασμά μου από την Ιταλία. Ακόμα περισσότερο που ο καταστηματάρχης, ένας παππούς καλοστεκούμενος, με σπινθηροβόλα μάτια, χαμογελαστός, με την κλασσική ποδιά, μου φάνταζε το πανάρχαιο σύμβολο του τσαγκάρη.

Η παρέα κατάλαβε αμέσως την συγκίνησή μου. Παρ' ότι είμαστε καθοδόν και βιαστικοί προς το λιμάνι για την επιστροφή, δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να μην κοντοσταθώ στο μικρό μαγαζί της εντυπωσιακής αυτής λεωφόρου.

Ξαφνικά βρέθηκα αρκετά χρόνια πίσω. Ο χρόνος έτρεξε πολύ γρήγορα και μακριά. Στην οδό Δεληγιώργη, αριθμός 28 στο Μεταξουργείο της Αθήνας, το τσαγκαράδικο του πατέρα μου, ο οποίος πρέπει να έχει πάνω-κάτω την ίδια ηλικία με τον ιταλό συνάδελφό του. Εκεί που έζησα τα περισσότερα χρόνια της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας και γνώρισα τον κόσμο.

Περιμέναμε υπομονετικά να τελειώσει ο παππούς τη συνομιλία του με την ιταλίδα πελάτισσα που φιλοξενούσε στο μαγαζί. Η πολύχρονη σπουδή μου στο πλευρό του πατέρα μου, μου επέτρεπε να αποκρυπτογραφήσω τον διάλογο χωρίς να ξέρω τα ιταλικά.

Ο γερο-τσαγκάρης εξηγούσε στην κυρία ότι θα έπρεπε να αλλάξει και τα δύο τακούνια των παπουτσιών της, όχι μόνο το χαλασμένο, γιατί δεν έβρισκε στην αγορά ένα μοναδικό (ορφανό) τακούνι, ίδιο, για να το αντικαταστήσει. Τα τακούνια, όπως και όλα σχεδόν τα αξεσουάρ των παπουτσιών, κυκλοφορούν σε ζεύγη. Σόλες, τακούνια, εγγράφες, πάτοι, τα πάντα είναι ζευγαρωμένα. Ο καλός της μάστορας θα τα έφτιαχνε σαν καινούρια, αλλά με κόστος πολύ μεγαλύτερο, αφού θα αντικαθιστούσε και το γερό...

Όταν η Ιταλιάνα κατάλαβε, συμφώνησε, κι έφυγε, ο παππούς μάς χαιρέτησε και μας συστήθηκε ευγενικά.

-Πάολο, παρακαλώ τι θα θέλατε;

-Έλληνες είμαστε, του εξηγεί η ιταλομαθής της παρέας μας. Και δείχνοντας εμένα του εξηγεί ότι είμαι γιος τσαγκάρη από την Αθήνα, της ίδιας περίπου ηλικίας με εκείνον, που διατηρούσε ένα σχεδόν όμοιο μαγαζί. Με τον πάγκο του, τα εργαλεία, τον μπαρπαλιά, τη μηχανή για τα φόντια, τα καλαπόδια στα ράφια και το μαστέλο κάτω ακριβώς από τον πάγκο του τεχνίτη.

Του συστήνομαι και με χαρά που δεν την έκρυβε ανοίγει την συζήτηση.

-Έχουμε και τους δύσπιστους πελάτες στο επάγγελμα, μου λέει, υπονοώντας την πελάτισσα που μόλις είχε φύγει. Καταλάβατε τι την ενόχλησε; μας ρωτάει.

-Ναι, του απαντώ. Και του εξηγώ τις σκέψεις που είχα κάνει καθώς παρακολουθούσα τον κ. Πάολο να της δείχνει τα τακούνια και να προσπαθεί να την πείσει.

-Α, λοιπόν ξέρεις καλά την τσαγκαρική, και γελάει... Και τι κάνει τώρα ο μπαμπάς σου; Παίρνει καμία σύνταξη;

-Μια μικρή σύνταξη για σαράντα χρόνια δουλειάς.

-Πάλι καλά, κάνει ο κ. Πάολο και σκυθρωπιάζει. Αμ εγώ, που δεν παίρνω σύνταξη και αναγκάζομαι ακόμα να δουλεύω; Βάλε και σε μένα άλλα σαράντα χρόνια και άλλα οκτώ φαντάρος.

-Που είσαστε στρατιώτης; τον ρωτάω όλο περιέργεια.

Ο παππούς σοβαρεύεται ακόμα περισσότερο και μου κάνει:

-Ήλθα και στην Αλβανία παιδί μου το '40. Μην τα ψάχνεις τώρα.

-Στην Αλβανία ήταν το '40 κι ο πατέρας μου! Στο Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά.

-Αλήθεια; φωτίζεται ξανά το πρόσωπο του παππού. Σ' αυτά τα μέρη ήταν και η μονάδα μου.

Γίνεται μια σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα. Και τότε ο κ. Πάολο μου λέει πιάνοντάς μου το χέρι:

-Ο Θεός μας βοήθησε τους τσαγκαράδες και δεν σκοτωθήκαμε μεταξύ μας. Ξέρεις τι φρίκη θα ήταν τσαγκάρης να σκοτώνει τσαγκάρη;

-Κι αν τόφερνε η κακιά στιγμή του πολέμου; τον ρωτάει η ιταλομαθής μας. Αν βρισκόσαστε με τις λόγχες ο ένας απέναντι στον άλλον;

-Δεν θα σκοτωνόμαστε, της απαντάει με σίγουρη φωνή ο κ. Πάολο. Ξέρεις εμείς αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον από την μυρωδιά του κορμιού μας. Μυρίζει το πετσί και η προβιά. Και το νοιώθουμε.

Να πείτε πολλά χαιρετίσματα στον πατέρα σας κι ας μην τον ξέρω.

Ο κ. Πάολο, ο τσαγκάρης από την Ανκόνα, στον πατέρα μου τσαγκάρη στην Αθήνα. Αντίπαλοι στα βουνά της Αλβανίας. Φύγαμε συγκινημένοι. Ο παππούς μάς χαιρετούσε βουρκωμένος όρθιος στην πόρτα του μαγαζιού του. Ποιος ξέρει αν ζει, αν πρόλαβε ποτέ να πάρει τη σύνταξη που περίμενε;

Όταν μετά από λίγα χρόνια ξαναπέρασα από εκεί, το μαγαζάκι δεν υπήρχε.

 

Μαστέλο: μεταλλικό δοχείο με νερό για να μαλακώνουν τα πετσιά, που το έβαζαν κάτω από τον πάγκο του τεχνίτη. Μπαρμπαλιάς: αυτοσχέδιο εργαλείο με μεταλλικό άκρο σε σχήμα σόλας για να τοποθετείται και να δουλεύεται το παπούτσι. Φόντι: το δερμάτινο μέρος του παπουτσιού. Καλαπόδι: ξύλινο πρότυπο πέλματος που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των παπουτσιών.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ισχυρή πολιτική βούληση

Το ζήτημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας είναι πλέον πολιτικό. Από τεχνοκρατικής άποψης έχει λυθεί με τη συμφωνία της κυβέρνησης με τις διοικήσεις των τραπεζών. Τις οποίες, θα πρέπει να...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο