Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πενήντα χρόνια «βελτίωσης της σιωπής»...

Manfred Eicher, ο νους και η ψυχή της ECM

Μισός αιώνας ECM

Ήταν 1969, ακριβώς πριν το τέλος της δεκαετίας του ’60 που έφερε περισσότερες αλλαγές στην πολιτική, πνευματική και πολιτιστική ζωή της ανθρωπότητας από οποιαδήποτε άλλη του 20ού αιώνα, όταν ένας εικοσιεξάχρονος Γερμανός μουσικός, ο Manfred Eicher αποφάσισε ότι το μέλλον του θα ήταν μεν στη μουσική αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που ήταν ο αναμενόμενος.

Τοποθέτησε το ογκώδες όργανο του οποίου ήταν δεξιοτέχνης, ένα κοντραμπάσο, σε μια γωνία από την οποία πολύ σπάνια θα έφευγε πια και, μαζί με δύο φίλους του και με ένα μικρό δανεικό κεφάλαιο, ίδρυσε στο Μόναχο μια μικρή δισκογραφική εταιρεία στην οποία έδωσε το απλό όνομα ECM (αρχικά του Edition of Contemporary Music).

Ήταν η αρχή μιας όμορφης περιπέτειας η οποία οδήγησε στη σημαντικότερη ευρωπαϊκή jazz εταιρεία και ταυτόχρονα άλλαξε όχι μόνο τα δισκογραφικά αλλά και τα μουσικά μα και ηχητικά δεδομένα στον πλανήτη όσο μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού άλλες εταιρείες μπορούν να καυχηθούν. Μιας περιπέτειας και συνεχούς εξερεύνησης στον χώρο της μουσικής που διαρκεί πενήντα συναπτά έτη και συνεχίζεται...

Manfred Eicher

Έχοντας σπουδάσει όχι μόνο κοντραμπάσο αλλά και θεωρητικά της μουσικής στη Μουσική Ακαδημία του Βερολίνου, ο Manfred Eicher ανέλαβε τη νευραλγική θέση του παραγωγού, ενώ, κατά τα «κολεκτιβιστικά» ειωθότα της εποχής, τη διεύθυνση την είχε από κοινού με τους άλλους δύο συνιδρυτές. Καθώς όμως όχι μόνο γνώριζε περισσότερα και ήταν πιο έμπειρος στη μουσική αλλά και, κατά τα φαινόμενα, αυτή η υπόθεση τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο, οι δύο φίλοι του πολύ σύντομα -και αφού τα δανεικά είχαν ήδη αποπληρωθεί- αποχώρησαν, περισσότερο ή λιγότερο σιωπηρά, και ανέλαβε μόνος του πλέον και τη γενική διεύθυνση. Έκτοτε είναι ο νους και η ψυχή της ECM που με αποφασιστικότητα, αλάθητη όπως αποδείχθηκε κρίση μα και αισθητήριο και απόλυτα σταθερό χέρι κρατάει το τιμόνι και ορίζει τις κατευθύνσεις και τις κινήσεις της.

«Free At Last»

Για την Ιστορία, ο πρώτος δίσκος της ECM που κυκλοφόρησε το 1969 ήταν το «Free At Last» του Αμερικανού πιανίστα Mal Waldron δείχνοντας εξαρχής δύο πράγματα που θα παρέμεναν σταθερά και θα καθόριζαν τη μετέπειτα διαδρομή της εταιρείας, αφενός ότι το ιδίωμα που αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα και σκόπευε κατά κύριο λόγο να υπηρετήσει ο Eicher ήταν η -σχεδόν αποκλειστικά και από πάσης πλευράς αμερικανική μέχρι τότε- jazz και αφετέρου ότι, ίσως ακριβώς εξαιτίας του πρώτου, δεν είχε καμία πρόθεση να περιορίσει τις δραστηριότητες της εταιρείας του μόνο σε ομοεθνείς του ή ακόμα και αποκλειστικά σε Ευρωπαίους μουσικούς. Έτσι ακριβώς ήταν και η συνέχεια. H ECM μπορεί να είναι μια ευρωπαϊκή εταιρεία με έδρα τη Γερμανία, αλλά τόσο το ρεπερτόριο όσο και η φιλοσοφία της είναι τόσο διεθνιστικά όσο ελάχιστων άλλων.

Ο Eicher πήρε πολύ γρήγορα μερικές κομβικές για το μέλλον της ECM αποφάσεις, με πρώτη και κυριότερη την επένδυση σε ένα ιδιόκτητο στούντιο, στο κτήριο των γραφείων της μάλιστα, γεγονός το οποίο πρώτον μείωσε κατά πολύ το κόστος κάθε παραγωγής και δεύτερον του επέτρεψε να διαθέτει όσο χρόνο ήθελε και χρειαζόταν για να υλοποιεί το όραμά του για τους δίσκους της εταιρείας δίχως το άγχος ότι αυτό σήμαινε περισσότερες δαπάνες σε ώρες ενός στούντιο του οποίου ιδιοκτήτης ήταν άλλος. Επιμένοντας λοιπόν -ειδικά τα πρώτα τριάντα χρόνια της εταιρείας· από τότε το κάνει πλέον μόνο στις παραγωγές οι οποίες αποτελούν πρώτη προτεραιότητα για εκείνον- να είναι παρών, ακούραστος και κυριολεκτικά άγρυπνος πολλές φορές, σε όλη τη διαδικασία της υλοποίησης ενός δίσκου, από την αρχή της ηχογράφησης μέχρι την τελική μείξη (η οποία φυσικά είναι κατεξοχήν δουλειά του παραγωγού) και με σταθερό και πολύτιμο συνεργάτη του έναν και μοναδικό επί πάρα πολλά χρόνια ηχολήπτη, γρήγορα διαμόρφωσε και επέβαλε όχι απλά μια απολύτως προσωπική άποψη, αλλά στην κυριολεξία μια σχολή όχι μόνο για το περιεχόμενο αλλά και για τον τρόπο ηχογράφησης και συνολικά παραγωγής των δίσκων.

Στούντιο, όχι live...

Η «σχολή της ECM» δεν άργησε να μετατραπεί στον φημισμένο «ήχο της ECM», διακριτό από οποιασδήποτε άλλης εταιρείας και αναγνωρίσιμο από το έμπειρο αυτί χωρίς καν να ξέρει ότι το ηχογράφημα που ακούει είναι της εν λόγω εταιρείας! Ο ήχος αυτός βασίζεται στην καθαρότητα, δίχως κανενός είδους εφέ δηλαδή, της ηχογράφησης των ακουστικών αλλά και ηλεκτρικών οργάνων, η οποία επιτείνεται από τη χρήση πολύ περισσότερης από τη συνηθισμένη αίσθησης του χώρου (space) κατά την ηχογράφησή τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα ακρόαμα σπάνιας καθαρότητας και λαμπρότητας που μερικές φορές καταφέρνει να σε μεταφέρει στο στούντιο κατά τη στιγμή της ηχογράφησης, σαν να είσαι δηλαδή εκεί και να ακούς τους μουσικούς που παίζουν ζωντανά (δεν είναι καθόλου συμπτωματικό ότι ο Eicher αποφεύγει, αν δεν απεχθάνεται, τις ζωντανές ηχογραφήσεις και ένα πολύ μικρό τμήμα του καταλόγου της ECM είναι live δίσκοι, καθώς, όσο κι αν την επεξεργαστεί μετά στο στούντιο της εταιρείας, μια ζωντανή ηχογράφηση συνήθως δεν του επιτρέπει να έχει την ηχητική τελειότητα που έχει συνηθίσει και απαιτεί για τους δίσκους τους οποίους κυκλοφορεί). Ίσως να ήταν πολύ περισσότερο αυτός ο ήχος, παρά το περιεχόμενο ενός δίσκου της εταιρείας που έκανε τον συντάκτη ενός καναδικού jazz περιοδικού να τον περιγράψει το ’71 ως «the most beautiful sound next to silence», φράση που ο ευφυέστατος Eicher υιοθέτησε σχεδόν αμέσως ως το διάσημο όσο σχεδόν και το λογότυπο μότο της ECM, δηλαδή “Ο πιο όμορφος ήχος μετά τη σιωπή”!

Αναπόσπαστο τμήμα, τέλος, της συνολικής αισθητικής εντέλει την οποία καθιέρωσε η ECM είναι τα -επίσης άμεσα αναγνωρίσιμα- εξώφυλλα των δίσκων της. Κατά κανόνα είναι εικαστικό έργο, πιο συχνά σύγχρονο και μερικές φορές παλιότερο, που είναι πάντα νεκρή φύση και (κατά προτίμηση ευρωπαϊκή και μάλιστα χειμερινή) ποτέ προσωπογραφία ή οτιδήποτε ανάλογο και συνήθως σε ασπρόμαυρο και ελάχιστες φορές έγχρωμο φόντο. Τα τελευταία χρόνια σε ορισμένα εξώφυλλα αντί για εικαστικά υπάρχουν φωτογραφίες, αλλά του ιδίου ύφους και αισθητικής με εκείνα.

Χωρίς φυσικά τίποτα από τα παραπάνω να είναι ασήμαντο, ας περάσουμε τώρα στην ουσία του θέματος, δηλαδή στο ρεπερτόριο της ECM. Κατά τα φαινόμενα ο Eicher είχε σκεφτεί πολύ προσεκτικά πριν δώσει όνομα στην νεοσύστατη εταιρεία του, καθώς το Έκδοση Σύγχρονης Μουσικής, όπως μεταφράζεται στα ελληνικά, τον κάλυπτε μεν απόλυτα για την jazz η οποία τον ενδιέφερε, αλλά δεν τον εγκλώβιζε σ’ αυτήν. Έτσι, στο ρεπερτόριο της ECM, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70, περιλαμβάνονται δίσκοι πρωτοποριακών στην πλειονότητά τους συνθετών του 20ού αιώνα, όπως οι Αμερικανοί John Cage, Steve Reich και John Adams και ο ιδιοσυγκρασιακός Εσθονός Arvo Part αλλά και δημιουργών της world music όπως όπως οι Anouar Brahem, L. Shankar, Jon Hassell και ο αείμνηστος Βραζιλίανος Nana Vasconcelos. Η ίδρυση το ’84 της ECM New Series, ουσιαστικά ενός sub label όπως αποκαλούνται διεθνώς, επέτρεψε στον Eicher να συγκεντρώσει σ’ αυτό τους δίσκους σύγχρονης μα και κλασικής μουσικής της εταιρείας έχοντας ήδη δημιουργήσει έναν καθόλου ευκαταφρόνητο ανάλογο κατάλογο. Καθώς ο Eicher είναι και φανατικός κινηματογραφόφιλος [το ’92 μάλιστα συνυπέγραψε με έναν άλλο το σενάριο αλλά και τη σκηνοθεσία (!) μιας ταινίας, ενώ το ’03 θυμήθηκε για πρώτη και μοναδική φορά τον μουσικό και μάλιστα δημιουργικό εαυτό του και έγραψε το soundtrack μιας άλλης], δεν είναι παράξενο ότι στο ρεπερτόριο της εταιρείας υπάρχουν και αρκετά soundtracks αλλά και επιλογές από τη μουσική των ταινιών ενός συγκεκριμένου σκηνοθέτη, όπως για παράδειγμα ο Ζαν Λικ Γκοντάρ.

Την «αφρόκρεμα» της jazz

Όσον αφορά το κύριο ρεπερτόριό της, την jazz, οι φίλοι του ιδιώματος γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ECM έχει κυκλοφορήσει δίσκους με κυριολεκτικά την «αφρόκρεμα» όλων σχεδόν των τάσεων και των ρευμάτων της. Στην ECM όμως αποκλειστικά οφείλεται η ανάδειξη και εντέλει καθιέρωση της λεγόμενης σκανδιναβικής jazz, ενός ρεύματος το οποίο προφανώς αποτελείται από μουσικούς της σκανδιναβικής χερσονήσου και χαρακτηρίζεται από μια πολύ ιδιαίτερη «αποστασιοποίηση» στο παίξιμο και πολλές φορές από την παρουσία αρκετών στοιχείων της κλασικής μουσικής.

Για τα πενήντα χρόνια της ECM διοργανώθηκαν φέτος αρκετές εκδηλώσεις στη Γερμανία και αλλού, με μία από τις σημαντικότερες να είναι το συνέδριο αρκετών από τους κατά τόπους εκπρόσωπος της τον Ιανουάριο στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά όμως είναι ήδη παρελθόν. Σε λίγες ημέρες η ECM θα εισέλθει στο πεντηκοστό πρώτο έτος λειτουργίας της, τον Ιούλιο ο Manfred Eicher, ακμαιότατος πάντα, θα συμπληρώσει αισίως τα εβδομήντα επτά χρόνια του και με τη νέα εκπροσώπηση της στην Ελλάδα, από τη θεσσαλονικιώτικη και εξειδικευμένη εδώ και δεκαετίες στο jazz ρεπερτόριο A&N του Νίκου Βοζίκη, φαίνεται ότι η εταιρεία κερδίζει μια νέα γενιά ή έστω ομάδα φίλων του εξαίρετου ρεπερτορίου της στη χώρα μας. Δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε στην ECM να γιορτάσει κάποτε και τον έναν αιώνα λειτουργίας και προσφοράς της στη μουσική και στον Manfred Eicher να είναι καλά για πάρα πολλά χρόνια ακόμα, ώστε να συνεχίζει να διευθύνει και να κατευθύνει αυτό που δημιούργησε και το οποίο τελικά ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ακόμα μία δισκογραφική εταιρεία!

Η παλιά γενιά

Από τους/τις μουσικούς που ανήκουν στο δυναμικό της ECM εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ορισμένοι/ες μάλιστα από την αρχή της διαδρομής τους, θα αναφέρουμε ενδεικτικά μία από τις «σημαίες» της εταιρείας, τον Γερμανό Stephan Micus, έναν εξαιρετικά ιδιόρρυθμο μουσικό, τυπικά εκτελεστή πνευστών οργάνων αλλά και πολλών άλλων, ανάμεσά τους και δικών του ιδιοκατασκευών, ενώ έχει ηχογραφήσει και έναν δίσκο χρησιμοποιώντας μόνο... πέτρες (!) και ο οποίος κινείται σε μια εντελώς προσωπική του και εν πολλοίς αχαρτογράφητη περιοχή ανάμεσα στην jazz, τον απολύτως ελεύθερο αυτοσχεδιασμό αλλά και τη world music, τον μέγιστο Αμερικανό πιανίστα - φαινόμενο Keith Jarrett, καθώς εκτός από κορυφαίος jazz μουσικός είναι επίσης και εξαίρετος σολίστ της κλασικής μουσικής, τον σπουδαίο Νορβηγό σαξοφωνίστα Jan Garbarek, την κορυφαία Γερμανίδα σολίστ του βιολοντσέλου Anja Lechner, την Αμερικανοαρμένια βιρτουόζο της βιόλας Kim Kashkashian, τον σπουδαίο Ούγγρο πιανίστα Andras Schiff, τον Γάλλο κλαρινετίστα και (σοπράνο) σαξοφωνίστα Louis Sclavis, τον Ιταλό (και σχεδόν... γενάρχη της jazz σκηνής της γειτονικής χώρας) υπέροχο τρομπετίστα Enrico Rava και από τον χώρο της world music τον Αργεντινό δεξιοτέχνη του μπαντονεόν Dino Saluzzi και τον Τυνήσιο δεξιοτέχνη του ούτι Anouar Brahem.

Το «νέο αίμα»

Από τις νεότερες γενεές αξίζει σίγουρα να αναφέρουμε την εξαίρετη Ρωσίδα συνθέτιδα και ενορχηστρώτρια Anna Gourari, τους Nik Bärtsch’s Ronin, δηλαδή ένα ελβετικό jazz κουαρτέτο του οποίου ηγείται ένας σπουδαίος πιανίστας, τον ευρηματικό Νορβηγό τρομπετίστα Nils Petter Molvaer, τη νεότατη και πάρα πολλά υποσχόμενη επίσης Νορβηγίδα σαξοφωνίστρια Mette Henriette, τον θαυμάσιο Αμερικανό πιανίστα Vijay Iyer και τον Ισραηλινό τρομπετίστα Avishai Cohen με τον χαρακτηριστικό προσωπικό ήχο του.

Οι Έλληνες της ECM...

Η πρωτοκαθεδρία εδώ αναπόφευκτα ανήκει στην Ελένη Καραΐνδρου ,αφού άλλωστε ήταν εκείνη που εγκαινίασε τη συνεργασία της ECM με ονόματα της χώρας μας το 1986 με το soundtrack της για την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μελισσοκόμος» και με αφορμή τη συμμετοχή σ’ αυτό του Jan Garbarek. Έκτοτε η μεγάλη συνθέτιδα, έχοντας επιπλέον αναπτύξει μια πολύ στενή φιλική σχέση με τον Manfred Eicher, κυκλοφορεί (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) στην ECΜ τους δίσκους της. Όμως και η Σαβίνα Γιαννάτου κυκλοφορεί τους δίσκους της με τους Primavera En Salonico (όχι τους προσωπικούς δηλαδή) στην ECM. Η εταιρεία έχει κυκλοφορήσει επίσης albums της Μαρίας Φαραντούρη και ένα της καταξιωμένης συνθέτιδας και μαέστρου Κωνσταντίας Γουρζή, η οποία ζει μόνιμα και εργάζεται στη Γερμανία. Πιο πρόσφατα προστέθηκαν στο δυναμικό της ECM ο Σωκράτης Σινόπουλος με το κουαρτέτο του και ο κοντραμπασίστας και συνθέτης Dine Doneff (που μέχρι κάποια στιγμή ήταν γνωστός ως Κώστας Θεοδώρου).

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πίσω από το παραπέτασμα της γελοιότητας

Είναι το λιγότερο αστεία και γραφικά τα κυβερνητικά στελέχη, όταν βγαίνουν στα κανάλια να εξηγήσουν ότι το πακέτο των 37 δισ. η Ελλάδα το κέρδισε με το σπαθί του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τις εξαιρετικές διαπραγματευτικές του δυνατότητες και με τις λαμπρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις