Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ανάδειξη των «αοράτων» σε πρωταγωνιστές του μέλλοντός μας

Αρθρο της Έφης Αχτσιόγλου - Η Κυβέρνηση, απέναντι στο πρότυπο της εσωτερικής υποτίμησης, έθεσε το πρότυπο της κοινωνικά δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης στο οποίο τα εργασιακά δικαιώματα θεωρούνται προαπαιτούμενα της οικονομικής ανάπτυξης.

Της Έφης Αχτσιόγλου*

Οι κοινωνικές ανισότητες οξύνθηκαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης, και αυτό το ζήσαμε με ιδιαίτερα μεγάλη ένταση στη χώρα μας. Η διαπίστωση είναι κοινή και αναμφισβήτητη. Έχει ασφαλώς σημασία να δούμε πώς συνέβαλε στην όξυνση των ανισοτήτων ο τρόπος που οι κυρίαρχες δυνάμεις διαχειρίστηκαν την οικονομική κρίση. Έχει, επίσης, σημασία να εξετάσουμε αν η ελληνική εμπειρία της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποτελέσει ένα εναλλακτικό και αντιπαραθετικό με τα προηγούμενα μοντέλο αντιμετώπισης της κρίσης, ένα μοντέλο που στοχεύει στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και αποδίδει καρπούς. Στο ζήτημα αυτό θα επικεντρωθώ.

Στις αρχές του 2015 τη διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε μια πολιτική δύναμη που έθετε στον προγραμματικό της πυρήνα τα κοινωνικά δικαιώματα. Η κυβέρνηση όρισε ως άμεσες προτεραιότητες την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, που σάρωσε την ελληνική κοινωνία την περίοδο 2010-2014, και την ανάταξη της οικονομίας, με παράλληλη μείωση της ανεργίας που είχε φτάσει σε δυσθεώρητα επίπεδα.

Κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς δημοσιονομικές συνθήκες, κάναμε πράξη την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, μέσα από μια σειρά μέτρων που ξεκίνησαν από το νόμο για τη ανθρωπιστική κρίση και συνεχίστηκαν με τη θέσπιση του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης, την εξασφάλιση της πρόσβασης των ανασφάλιστων στο εθνικό σύστημα υγείας, τον τριπλασιασμό των πόρων για την κοινωνική αλληλεγγύη (άλλοτε γνωστή ως πρόνοια). Δημιουργώντας ένα συμπαγές δίχτυ κοινωνικής προστασίας για εκατομμύρια συμπολίτες μας που αντιμετώπιζαν το φάσμα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμό, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίθηκε ήδη από τα δύο πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης σε μια κορυφαία δέσμευση που είχε αναλάβει απέναντι στην ελληνική κοινωνία. Τη δέσμευση για ουσιαστική κοινωνική προστασία.

Προσέξτε, ωστόσο, τον όρο που χρησιμοποιώ. Μιλώ για «κοινωνική προστασία», όχι για «κοινωνικά δικαιώματα». Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών όρων είναι καίρια και έγκειται στο πρότυπο του ενεργού κοινωνικά πολίτη έναντι του κοινωνικά αποκλεισμένου ατόμου.

Επιτρέψτε μου να θυμίσω μερικές βασικές αρχές για τα κοινωνικά δικαιώματα: Πρώτον, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν είναι ατομικά δικαιώματα, αλλά δικαιώματα των μελών της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, είναι συλλογικά δικαιώματα. Είναι δικαιώματα συμμετοχής στον παραγόμενο πλούτο και δικαιώματα διεκδίκησης της συμμετοχής αυτής. Δεύτερον, μήτρα των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι το δικαίωμα στην εργασία. Αυτό έχει δύο πτυχές. Αφενός, η εργασία εγγυάται- ή τουλάχιστον θα πρέπει να εγγυάται- ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο και άρα την ένταξη και την ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική ζωή. Από την άλλη πλευρά, σε συλλογικό επίπεδο, η εργασία παρέχει την ευκαιρία συμμετοχής στον κοινωνικό διάλογο στο πλαίσιο της συλλογικής αυτονομίας, καθώς και μέσα από συλλογικές διεκδικήσεις. Ως εκ τούτου, ο εργαζόμενος είναι σε θέση να συμμετέχει στη συλλογική επιδίωξη κοινωνικών συμφερόντων προκειμένου αυτά να μετατραπούν σε κοινωνικά δικαιώματα.

Επιστρέφοντας τώρα στο παράδειγμα της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, έχει αξία να δούμε ότι η κυβέρνηση, ακριβώς επειδή έχει αριστερό προγραμματικό σχέδιο, δεν περιορίστηκε στην κοινωνική προστασία, αλλά σταδιακά προχώρησε σε μια σημαντική αλλαγή παραδείγματος. Όρισε στο επίκεντρο της στρατηγικής της για την ανάκαμψη της οικονομίας τα εργασιακά δικαιώματα και την ενίσχυσή τους. Απέναντι στο πρότυπο της εσωτερικής υποτίμησης, έθεσε το πρότυπο της κοινωνικά δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης στο οποίο τα εργασιακά δικαιώματα θεωρούνται προαπαιτούμενα της οικονομικής ανάπτυξης.

Τούτο στο πεδίο των εργασιακών μεταφράστηκε συνοπτικά στο εξής σχέδιο: Πρώτον, στην αποκατάσταση ορισμένων βασικών στοιχείων του συστήματος προστασίας της εργασίας που είχαν αποδιαρθωθεί την περίοδο των μνημονίων. Έμφαση δόθηκε στα συλλογικά εργατικά δικαιώματα, όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τα οποία νοηματοδοτούν τα κοινωνικά δικαιώματα με τον τρόπο που πιο πάνω περιέγραψα, ακριβώς δηλαδή διότι επιτρέπουν τη διαρκή διεκδίκηση συμμετοχής στον παραγόμενο πλούτο.

Το σχέδιο ωστόσο δεν εξαντλήθηκε στην ιδέα της επαναφοράς ή της αποκατάστασης. Αφενός, διότι η έννοια της επαναφοράς ή της αποκατάστασης ή του κεκτημένου μπορεί για κάποιους εργαζομένους σήμερα να έχει νόημα, για πολλούς άλλους όμως δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Ακριβώς γιατί δεν βίωσαν ποτέ το πλαίσιο αυτό. Αφετέρου, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα κινδυνεύαμε να εγκλωβιστούμε τελικά στην αναπαραγωγή ενός μοντέλου που χρεοκόπησε μεταξύ άλλων διότι, ενώ έθετε δικλείδες προστασίας, είχε και πολλά τυφλά σημεία. Βασιστήκαμε, λοιπόν, παράλληλα σε ένα δεύτερο άξονα: στη λήψη μέτρων που ρυθμίζουν πτυχές της αγοράς εργασίας που δεν είχαν ρυθμιστεί ποτέ πριν, ούτε την περίοδο πριν από την κρίση. Πτυχές που ήταν εξαιρετικά σημαντικές στην καθημερινή ζωή χιλιάδων εργαζομένων, οι οποίοι τόσο την περίοδο της κρίσης όσο και κυρίως πριν από αυτή ήταν αόρατοι: οι αδήλωτοι, οι επισφαλώς εργαζόμενοι, οι εργαζόμενοι στις εργολαβίες, οι νέοι, οι μετανάστες.

Γιατί αυτό διαχωρίζει ένα πολιτικό κόμμα της Αριστεράς που ασκεί τη δαικυβέρνηση από κάποια άλλη πολιτική δύναμη με κοινωνικές ευαισθησίες; Διότι με τον τρόπο αυτό επιδιώκουμε να φέρουμε στο προσκήνιο ένα τεράστιο τμήμα της κοινωνίας που ήταν αόρατο και μέσα από την προστασία της εργασίας του να το καταστήσουμε δυναμικό φορέα των σύγχρονων κοινωνικών δικαιωμάτων. Είναι αυτού του τύπου οι παρεμβάσεις που μας επιτρέπουν να ανανοηματοδοτήσουμε τα κοινωνικά δικαιώματα πρωτίστως ως πολιτικά δικαιώματα, που μας επιτρέπουν να καταστήσουμε τα μέχρι χθες αόρατα υποκείμενά πρωταγωνιστές του μέλλοντός μας. Είναι τελικά αυτού του τύπου οι παρεμβάσεις που μπορούν να δημιουργήσουν ρωγμές και να προκαλέσουν τους επιδιωκόμενους για μια αριστερή πολιτική δύναμη κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Αυτή δε η προσέγγιση των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να είναι στατική, αλλά διαρκώς διαμορφούμενη στο πλαίσιο των κοινωνικών δυναμικών που αναπτύσσονται στην Ευρώπη. Για να μπορέσει όμως τούτο να συμβεί, προϋποτίθεται η σαφής τοποθέτηση στο απλό ερώτημα: είναι ή δεν είναι πολιτικός στόχος για την Ευρώπη η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων; Διότι το ζήτημα της ισότητας δεν είναι φιλολογικό, δεν είναι ρητορικό.

Δεν μπορεί να είναι μια επιθυμία, όταν μιλάμε για κυβερνήσεις και θεσμικά όργανα. Είναι ή δεν είναι πολιτικός στόχος στον οποίο φτάνουμε πιο κοντά κάθε στιγμή που λαμβάνονται αποφάσεις και υλοποιούνται πολιτικές υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας; Πρέπει σήμερα, αν δεν είναι ήδη πολύ αργά, όλες οι προοδευτικές δυνάμεις να απαντήσουμε το ερώτημα και να εξειδικεύσουμε αυτό τον πολιτικό στόχο. Να του δώσουμε περιεχόμενο.

Υπάρχουν πρωτοβουλίες πάνω στις οποίες μπορούμε να χτίσουμε το διαφορετικό μέλλον της Ευρώπης ως μιας Ένωσης πολιτικής στη βάση της ισότητας. Υπάρχουν παραδείγματα, και το παράδειγμα της Ελλάδας μπορεί να λειτουργήσει εποικοδομητικά. Αυτό, όμως, που είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαίο είναι να συμφωνήσουμε στον αναπροσανατολισμό των ιεραρχήσεων που εδώ και χρόνια διέπουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αν και εφόσον ο διακηρυγμένος μας στόχος είναι αυτός που πολλές φορές επικαλούμαστε και σπανίως εξειδικεύουμε: μια Ευρώπη των ίσων.

 

* Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια