Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κοινωνικές ανισότητες και πολιτικές δυναμικές

Του Γιώργου Αγγελόπουλου*

 

- Όσο περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλει τη μετάβαση σε μια μετα-μνημονιακή εποχή με σταδιακή μείωση των ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων τόσο περισσότερο ενισχύονται οι πιέσεις επιστροφής στην ικανοποίηση αιτημάτων επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Η τάση αυτή θα εμφανιστεί κυρίως στις αυτοδιοικητικές εκλογές όπου υπάρχουν ορισμένα «δικτυωμένα» πελατειακά στελέχη της λαϊκής Δεξιάς και οι επαγγελματίες δήμαρχοι του ΠΑΣΟΚ. [...]Αν ενδώσουμε στην εδώ και τώρα τμηματικότητα, κάποιοι αριστεροί υποψήφιοι βουλευτές και δήμαρχοι θα εξασφαλίσουν την εκλογή τους, έχοντας όμως πυροβολήσει τα πόδια όλων μας. Αν προωθήσουμε ένα σαφές σχέδιο αντιμετώπισης των κοινωνικών ανισοτήτων, με κύριο άξονα τη βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς επάνοδο στη λιτότητα, μπορούμε να υπερασπιστούμε «την πίτα που μεγαλώνει και άρα προσφέρει μεγαλύτερα κομμάτια σε όλους».

 

Η πρόσληψη των κοινωνικών ανισοτήτων αλλάζει στη δεκαετία του 1970. Η νεοφιλελεύθερη διανόηση οριστικοποιεί την απαξίωση της κοινωνικής ισότητας και την εγκαταλείπει ακόμα και ως άμυνα έναντι της πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης. Η ευθύνη για τις κοινωνικές ανισότητες αποδίδεται στα άτομα που δεν καταφέρνουν να αριστεύσουν και εκ των πραγμάτων αυτοο-αποκλείονται από την «κοινωνική εξέλιξη». Το αίτημα για ισότητα γίνεται κατανοητό ως αίτημα συλλογικής υποβάθμισης. Στην αριστερή διανόηση οι διαδοχικές και επάλληλες συζητήσεις για τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχεια, το κοινωνικό κεφάλαιο, την κοινωνία των δύο τρίτων, τις παγκόσμιες πόλεις, την αυτοκρατορία, την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση, τις έμφυλες διαφοροποιήσεις, και την πολιτική των ταυτοτήτων, δημιούργησαν ένα πλαίσιο όπου αφενός αναγνωριζόταν το δικαίωμα για μια αξιοπρεπή διαβίωση, αλλά παράλληλα απουσίαζε ο κεντρικός άξονας των κοινωνικών αντιθέσεων (π.χ. κάτοχοι - μη κάτοχοι των μέσων παραγωγής στο μεσοπόλεμο). Η εικόνα αυτή παρουσιάστηκε και στο πολιτικό πεδίο. Ειδικά μετά το 1989 και τη σοσιαλδημοκρατική στροφή προς τον νεοφιλελευθερισμό, εκπίπτουν οι πολιτικές περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον περιορισμό των πολιτικών για τις περιφερειακές ανισότητες στην Ε.Ε., τη μετατροπή των πολιτικών ενίσχυσης των ανέργων σε δράσεις ανάπτυξης της δια βίου μάθησης κ.ά. Στην περίπτωση της Ελλάδας οι πολιτικές για την φτώχεια της πρώτης περιόδου του ΠΑΣΟΚ βασίζονται στην παραδοχή μιας βασικής κοινωνικής αντίθεσης (προνομιούχοι - μη προνομιούχοι) και δευτερευόντως στην ύπαρξη παράλληλων εκδοχών κοινωνικών ανισοτήτων (π.χ. προγράμματα ενίσχυσης της νησιωτικής και ορεινής χώρας). Στη συνέχεια, όμως, επιβλήθηκαν πολιτικές που οι ανθρωπολόγοι ονομάζουν «τμηματικότητα». Ως τμηματικότητα ορίζεται η παραγωγή μορφών «τοπικισμού» που οργανώνουν τη σχέση των πολιτών με το κράτος. Η έννοια του «τοπικού» δεν αναφέρεται αποκλειστικά στον γεωγραφικό χώρο, αλλά περιλαμβάνει κοινωνικούς «τόπους», όπως ομάδες επαγγελματικών συσσωματώσεων, ταυτοτικών προσανατολισμών, ηλικιακών κατηγοριών, διαφορετικών εθνοπολιτισμικών καταβολών, κ.λπ. Οι πολιτικές απαντούσαν στα αιτήματα επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Ήταν υλιστικές στο βαθμό που αφορούσαν εισοδηματικές και φορολογικές βελτιώσεις, καθώς και πρόσβαση στην εξουσία. Υπονόμευαν, όμως, το αίτημα για κοινωνική ισότητα, διότι δεν αφορούσαν όλους, αλλά λίγους και συγκεκριμένους. Στο πολιτισμικό περιβάλλον, του μικροαστισμού που σταδιακά συνυπήρξε με τη δικαιωματική ατζέντα, ήταν δύσκολο να αναγνωρίσουμε το καθολικό πρόταγμα της κοινωνικής ισότητας. Στην ύστερη περίοδο διακυβέρνησης του, το ΠΑΣΟΚ οργάνωσε πλήρως τη σχέση του πολίτη με το κράτος μέσω πελατειακών σχέσεων στους ΟΤΑ, στα συνδικάτα, στο ποδόσφαιρο, στα «νέα επιχειρηματικά τζάκια».

Το επίδικο των κοινωνικών ανισοτήτων θα τεθεί με άλλους όρους μετά την κρίση του 2008. Μια αλυσίδα κοινωνικών κινημάτων δημιούργησε το παράθυρο ευκαιρίας όπου τόσο τα υλικά προτάγματα εισοδηματικής, αναπτυξιακής και φορολογικής πολιτικής όσο και τα μετα-υλιστικά προτάγματα των πολιτικών ταυτότητας υπήχθησαν στην κεντρική αντίθεση υπέρ - κατά της λιτότητας. Η μετα-πολιτική περιορίστηκε προς όφελος αυτού που ο Ε. Παπαταξιάρχης αποκαλεί «αναθεώρηση του πολιτικού». Στην Ελλάδα, η αναδιανομή εισοδήματος και πρόσβασης στην εξουσία, που προωθούνταν μέσω της τμηματικότητας, δεν μπορούσε να λειτουργήσει σε περιβάλλον λιτότητας και καταστολής. Δεν υπήρχε πλέον «μεγάλη πίτα» λόγω της μείωσης του ΑΕΠ, δεν υπήρχε «μοίρασμα της πίτας» λόγω των πολιτικών λιτότητας και εντέλει «ότι έμεινε από την πίτα μοιράζονταν σε ελάχιστους» με προκλητικό τρόπο. Οι μελέτες των Τ. Λίμαν, Α.Μ. Σιμονάτσι, Β. Σάλβερντα δείχνουν ξεκάθαρα το ρόλο της φορολογίας και της εισοδηματικής μείωσης στη διαμόρφωση των ανισοτήτων στον ευρωπαϊκό Νότο. Τα κοινωνικά στρώματα στράφηκαν προς ό,τι ο Χ. Βερναρδάκης αποκάλεσε επιστροφή στην ταξική ψήφο. Η αντιμετώπιση των ανισοτήτων αποτέλεσε αυτό που η Μ. Καραμεσίνη ονόμασε «μεγάλη πρόκληση». Ανταποκρινόμενος σε αυτήν την πρόκληση, για μια σειρά από λόγους που δεν μπορούμε εδώ να εξηγήσουμε, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την πολιτική έκφραση της λαϊκής βούλησης. Ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ συγκρότησε, σύμφωνα με τον Γ. Μπαλαμπανίδη, «ένα συμπεριληπτικό και χειραφετησιακό πρόταγμα». Προσέφερε, μέσω της διάκρισης μνημόνιο - αντιμνημόνιο, μια πολιτική ανταπόκρισης στις ανάγκες των ανέργων, των μισθωτών, των νέων και τελικά των αγροτών. Η ένταξη όλων αυτών των κοινωνικών στρωμάτων σε ένα κοινό πρόταγμα υπήρξε η πιο σημαντική εξέλιξη στην περίοδο αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού (2012 - 2015) και οδήγησε στην κυριαρχία μιας βασικής κοινωνικής αντίθεσης. Οι πολιτικές που ακολούθησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προτεραιοποίησαν την αντιμετώπιση των κοινωνικών ανισοτήτων έχοντας κατά νου τις συνέπειες της βασικής κοινωνικής αντίθεσης (υπέρ - κατά της λιτότητας).

Το τοπίο των εκλογικών αναμετρήσεων του 2019 είναι εν μέρει διαφορετικό από αυτό της περιόδου 2012 - 2015. Η βελτίωση των δημοσίων οικονομικών, καθώς και η σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα της λειτουργίας των θεσμών (π.χ. δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, καθολική πρόσβαση στις δομές υγείας, διορισμοί στην εκπαίδευση) δημιουργούν προσδοκίες επανόδου στην μεταπολιτευτική ευδαιμονία. Διαδικασίες που έθρεψαν την τμηματικότητα επανέρχονται ως αιτήματα μέσω δικαστικών διεκδικήσεων, μέσω προσπαθειών μεταβολής της φορολογίας, μέσω της επιρροής ολιγαρχών στον χώρο του ποδοσφαίρου, μέσω της αντίδρασης στη Συμφωνία των Πρεσπών. Όσο περισσότερο ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλει τη μετάβαση σε μια μετα-μνημονιακή εποχή με σταδιακή μείωση των ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων τόσο περισσότερο ενισχύονται οι εν λόγω πιέσεις επιστροφής στην ικανοποίηση αιτημάτων επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Η τάση αυτή θα εμφανιστεί κυρίως στις αυτοδιοικητικές εκλογές όπου υπάρχουν ορισμένα «δικτυωμένα» πελατειακά στελέχη της λαϊκής Δεξιάς και οι επαγγελματίες δήμαρχοι του ΠΑΣΟΚ. Στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο βρισκόμαστε ενώπιον μιας «σύνθετης δομής πολιτικής σύγκρουσης η οποία ενδέχεται να συνεχίζει να μας ακολουθεί για καιρό» - όπως εύστοχα υποστήριξε ο Γ. Μπαλαμπανίδης. Βασικός αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι η Ν.Δ. που ανερυθρίαστα τάσσεται υπέρ της αύξησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Ως Αριστερά, μαζί με τους κεντρο-αριστερούς συνοδοιπόρους μας, έχουμε να αναμετρηθούμε κυρίως με τον εαυτό μας. Αν ενδώσουμε στην εδώ και τώρα τμηματικότητα, κάποιοι αριστεροί υποψήφιοι βουλευτές και δήμαρχοι θα εξασφαλίσουν την εκλογή τους έχοντας όμως πυροβολήσει τα πόδια όλων μας. Αν προωθήσουμε ένα σαφές σχέδιο αντιμετώπισης των κοινωνικών ανισοτήτων, με κύριο άξονα τη βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς επάνοδο στη λιτότητα, μπορούμε να υπερασπιστούμε «την πίτα που μεγαλώνει και άρα προσφέρει μεγαλύτερα κομμάτια σε όλους».

Οι αναφορές παραπέμπουν κυρίως σε κεφάλαια των πρόσφατα εκδοθέντων (2019) συλλογικών τόμων επιμέλειας Μ. Καραμεσίνη (Ανισότητες, Νεοφιλελευθερισμός και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση) και Γ. Μπαλαμπανίδη (ΣΥΡΙΖΑ. Ένα Κόμμα εν Κινήσει).

* Διδάσκει Πολιτική και Κοινωνική Ανθρωπολογία στο ΑΠΘ

Δείτε όλα τα σχόλια