Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κάλπες για την Ευρώπη, κάλπες για τους δήμους

Ο μήνας που άρχισε είναι μήνας εκλογικός, αφού την τελευταία Κυριακή του ψηφίζουμε για τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Λογικό είναι λοιπόν να λεξιλογήσουμε εκλογικά, έστω κι αν θα επαναλάβουμε εν μέρει παλιότερα άρθρα, αφού κι άλλες φορές έχει ασχοληθεί η στήλη με εκλογικές αναμετρήσεις.

Στις 26 Μαΐου λοιπόν θα πάμε στις κάλπες. Η λέξη κάλπη εμφανίζεται πρώτη φορά τα ελληνιστικά χρόνια, παράλληλος τύπος του αρχαίου «κάλπις», που είναι λέξη ομηρική. Σήμερα η κάλπη είναι ένα μεγάλο κιβώτιο, σε σχήμα κύβου, ξύλινο ή από διαφανές πλαστικό, με μια σχισμή στην επάνω πλευρά του για να ρίχνουμε τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο. Στην αρχαιότητα όμως η κάλπις ήταν άλλοτε κανάτι για νερό (με αυτή τη σημασία στον Όμηρο), άλλοτε αγγείο που το χρησιμοποιούσαν σαν τεφροδόχο, αλλά επίσης και μια λήκυθος όπου έβαζαν κλήρους -από εκεί και η σημασία της ψηφοδόχου.

Στις πρώτες εκλογικές διαδικασίες του νεοελληνικού κράτους, που γίνονταν με σφαιρίδια, οι κάλπες ήταν ορθογώνια μεταλλικά κουτιά. Υπήρχε μία κάλπη για τον κάθε υποψήφιο. Εσωτερικά, η κάλπη ήταν χωρισμένη στα δύο. Στο δεξιό μέρος, που είχε χρώμα λευκό, ήταν το Ναι· στο αριστερό, που είχε χρώμα μαύρο, το Όχι. Μπροστά η κάλπη είχε έναν σωλήνα, που μέσα έβαζε ο ψηφοφόρος το χέρι του και έριχνε το σφαιρίδιο, δεξιά αν ήθελε να υπερψηφίσει τον υποψήφιο και αριστερά αν ήθελε να τον καταψηφίσει, χωρίς να φανερώνεται η προτίμησή του.

Όταν τελείωνε η ψηφοφορία, άνοιγαν τις κάλπες και μετρούσαν τα Ναι και τα Όχι για κάθε υποψήφιο και εκλέγονταν αυτοί με το μεγαλύτερο θετικό ισοζύγιο. Εύλογα, για τον υποψήφιο που απέτυχε, καθιερώθηκε να λέμε ότι «τον μαύρισαν» ή ότι «έφαγε μαύρο» ή «έφαγε φούμο». Κι επειδή η γλώσσα είναι συντηρητική, οι φράσεις αυτές ακούγονται ακόμα και σήμερα, ενώ το σύστημα εκλογής με σφαιρίδια εφαρμόστηκε τελευταία φορά στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 (εκτός της Θράκης). Κατάλοιπο της ίδιας εποχής είναι και η φράση «το έριξε δαγκωτό», επειδή όποιος ήθελε να εκδηλώσει το άχτι του ή τη λατρεία του για κάποιον υποψήφιο δάγκωνε το σφαιρίδιο πριν το ρίξει στο Όχι ή στο Ναι -αλλά το δάγκωμα ήταν επίσης ένας εύκολος τρόπος για να ελέγχεται αν ο (αγορασμένος) ψηφοφόρος τήρησε την υπόσχεσή του.

Η λέξη ψήφος πάλι, κανονικά είναι θηλυκή, όμως όλο και περισσότερο ακούγεται και στο αρσενικό, ο ψήφος, τύπος που πέρασε και στα λεξικά για ν’ ανατριχιάζουν οι γλωσσαμύντορες. Αρχικά σήμαινε, στα αρχαία, το βότσαλο, τη μικρή στρογγυλή πέτρα. Κι επειδή με τέτοιες πέτρες μπορούσε κανείς να κάνει υπολογισμούς, το ρήμα ψηφίζω αρχικά σήμαινε «λογαριάζω, αριθμώ πράγματα». Όμως, τα βοτσαλάκια αυτά τα χρησιμοποιούσαν επίσης στις εκλογές, οπότε πήρε η ψήφος τη σημερινή της σημασία, ενώ το ίδιο συνέβη με το ρήμα ψηφίζω (στα αρχαία χρησιμοποιούσαν συνήθως τη μέση φωνή, ψηφίζομαι, για τη σημασία αυτή).

Υποκοριστικά της ψήφου, με την αρχική σημασία του βότσαλου, ήταν η ψηφίδα, απ’ όπου τα ψηφιδωτά, αλλά και το ψηφίο, στην αρχή χαλικάκι, που πήρε τον Μεσαίωνα τη σημασία του αριθμού και που κυριαρχεί στην ψηφιακή εποχή μας. Από τον αόριστο του ρήματος ψηφίζω (εψήφισα) φτιάχτηκε νέο ρήμα, το ψηφώ, με σημασία «υπολογίζω» –και από εκεί το αψηφώ, όταν δεν λογαριάζουμε κάποιον ή κάτι, δεν τον σεβόμαστε, τον υποτιμάμε: μην τους ψηφίζετε, αψηφήστε τους όπως έλεγε κάποιος.

Η νεότερη ψήφος έχει αποκτήσει εδώ και κάμποσα χρόνια το ιδιότυπο υποτιμητικό υποκοριστικό «ψηφαλάκι» ή “ψηφουλάκι”. Η λέξη είναι συχνή στον δημοσιογραφικό λόγο. Εικάζω πως η λέξη πρωτοακούστηκε στην Κρήτη και γενικεύτηκε μόλις τις δυο τελευταίες δεκαετίες.

Μειωτικά τις ψήφους τις λέμε και κουκιά. Οι αρχαίοι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν μεν κουκιά για την ανάδειξη αρχόντων, αλλά αυτό γινόταν με κλήρωση, Η σημασία «κουκί = ψήφος» είναι του 19ου αιώνα και πρέπει να έχει την προέλευσή της στα σφαιρίδια με τα οποία, όπως είπαμε, γινόταν τότε η ψηφοφορία. Σήμερα, η λέξη ειδικότερα χρησιμοποιείται για ψήφους που είναι λίγο-πολύ δεδομένες (που είναι “κουκιά μετρημένα”), ας πούμε τις ψήφους των βουλευτών σε μια κρίσιμη ψηφοφορία. Έτσι, πολλές φορές έχει γραφτεί ότι «δεν βγαίνουν τα κουκιά» π.χ. για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας ή για την υπερψήφιση ενός νομοσχεδίου. Βέβαια, η λέξη «κουκί» χρησιμοποιείται και γενικώς για τις ψήφους στις βουλευτικές εκλογές.

Χωρίς να υποτιμώ τη σημασία των αυτοδιοικητικών εκλογών, όπου η καθιέρωση της απλής αναλογικής αναμένεται να αλλάξει το τοπίο και να διαμορφώσει συνειδήσεις, δίνω μεγαλύτερη έμφαση στις ευρωπαϊκές εκλογές -όχι επειδή θα αποτελέσουν, τάχα, πρόκριμα για τις βουλευτικές, αλλά για τη μεγάλη αυτοτελή σημασία τους. Σε μια Ευρώπη που απειλείται από την ξενοφοβική ακροδεξιά λαίλαπα, σημασία έχει να υπερψηφιστούν και στη χώρα μας δυνάμεις που μπορούν να συμβάλουν στη συνεννόηση αριστερών, σοσιαλιστικών, προοδευτικών και οικολογικών δυνάμεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το πιο φιλοευρωπαϊκό από τ’ αριστερά κόμματα και το πιο αριστερό από τα φιλοευρωπαϊκά, είναι η αυτονόητη επιλογή για όσους θέλουν να στραφεί η Ευρωπαϊκή Ένωση σε προοδευτική κατεύθυνση.

Δείτε όλα τα σχόλια