Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Με αφορμή την υπόθεση Χρυσοχόου

Η Θέμις απέναντι στην Κλειώ

του Γιάνη Γιανουλόπουλου*

 

«Εάν οι Βούλγαροι προπαγανδισταί συγκεντρώσωσι 1.000 ζεύγη καλτσών υπέρ τού Γερμανικού στρατού, να συγκεντρωθώσι προς αντίδρασιν 1.500 υπό του ελληνικού πληθυσμού»

Αθανάσιος Χρυσοχόου, 19/3/1941

 

Έλληνας αξιωματικός, συνταγματάρχης τότε, το 1941, καταγγέλλεται από τον αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, με ιδιόχειρη επιστολή του που έγραψε στις 13.4.1943, ενώ βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό από τις κατοχικές αρχές, ότι ήταν ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές της «αυτοβούλου συνθηκολογήσεως», την οποία υπέγραψε, παρά τις περί του αντιθέτου εντολές που είχε λάβει, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου στις 21.4.1941. Ο τρίτος ήταν ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων [Βλάχος], ο οποίος διαπραγματευόταν ήδη με τους Γερμανούς, μαζί με τον Τσολάκογλου, πριν από την υπογραφή της συνθηκολόγησης.

Ο Παπάγος κατηγορούσε τους τρεις, κατά άμεσο σχεδόν τρόπο, για «ατιμία». Την «ατιμία» της συνθηκολόγησης «ενώ τα βρετανικά στρατεύματα εξακολουθούσαν να μάχονται στην Ελλάδα». Ειδικά δε τον Χρυσοχόου, επιτελάρχη του Τσολάκογλου και απεσταλμένο του στην Αθήνα για να πείσει τον αρχιστράτηγο και την κυβέρνηση ότι υπήρχε άμεση ανάγκη συνθηκολόγησης, τον κατηγορεί για ηθελημένη απόκρυψη πληροφοριών και λαθροχειρίες στα κρυπτογραφημένα τηλεγραφήματά που απέστειλε πίσω στην Ήπειρο, ώστε να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι το «κέντρο» δεν διαφωνούσε με τη συνθηκολόγηση.

Στη συνέχεια, ο Τσολάκογλου, από τη θέση του πρώτου Κατοχικού πρωθυπουργού, θέση που του εξασφάλισε μια καταδίκη εις θάνατον μετά την Απελευθέρωση, διορίζει τον έμπιστο συνεργάτη του γενικό επιθεωρητή Νομαρχιών Δυτικής Μακεδονίας, για να λειτουργήσει ως «το μάτι του» στη Θεσσαλονίκη. Οι επόμενοι δύο πρωθυπουργοί των Αρχών Κατοχής -καταδίκη εις θάνατον/ισόβια και αυτοί, ως δωσίλογοι- φαίνεται πως του είχαν την ίδια ή πιθανόν ακόμα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, διότι παρέμεινε στη μακεδονική πρωτεύουσα σε θέσεις με διευρυμένες αρμοδιότητες. Όλα αυτά δε χωρίς να υποψιαστούν τίποτα οι Γερμανοί για τον πραγματικό του ρόλο. Ρόλο «εθνικό», όπως υποστήριζε ο ίδιος μετά τον πόλεμο, που είχε σχέση αφενός με τα ελληνικά συμφέροντα στη Βόρεια Ελλάδα, αφετέρου με τον «αγώνα εναντίον του κομμουνισμού». Ειδικά το δεύτερο θα πρέπει να έκανε έξαλλους τους Γερμανούς Ναζί, εάν το μάθαιναν, αλλά παρ' όλα αυτά το τόλμησε. Για να μην υποψιαστούν μάλιστα, ακόμα και μεταπολεμικά, οι «Γερμαναράδες» (κατά το «Τουρκαλάδες») πως κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Χρυσοχόου ήταν στην πραγματικότητα... αντιστασιακός(!), δηλαδή για «ξεκάρφωμα» που λένε οι νέοι μας, προσήλθε το 1959 και υπερασπίστηκε, ως μάρτυρας στη δίκη του, τον εγκληματία Μαξ Μέρτεν, που έστειλε με τραίνα στα γερμανικά στρατόπεδα του θανάτου το σύνολο σχεδόν της ιστορικής εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης.

Το 1971, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας, το διορισμένο από τους δικτάτορες Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης τίμησε τον Αθανάσιο Χρυσοχόου με το να δώσει το όνομά του σε ένα δρόμο της πόλης. Το σημερινό Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να του αφαιρέσει αυτήν την τιμή με ειδική απόφασή του, που την καταψήφισε μόνο ο εκπρόσωπος της Χρυσής Αυγής

Όσο για την απόδειξη της... αντιστασιακής δραστηριότητας του Χρυσοχόου, οι ενάγοντες απόγονοί του, όπως και ο ίδιος παλαιότερα, επικαλούνται τις υπηρεσίες που προσέφερε στη μυστική οργάνωση «Ζευς». Υπηρεσίες που αναφέρονται σε ειδικό πιστοποιητικό που του χορήγησε ο εκ των ιδρυτών της οργάνωσης Γ. Μαργέτης το 1945, μετά τα Δεκεμβριανά και τη Βάρκιζα. Ο ίδιος άνθρωπος που πριν από την Απελευθέρωση, ακολουθώντας ακριβώς τις εντολές της εξόριστης κυβέρνησης, πληροφορούσε το Κάιρο πως «διεκόψαμεν πάσαν επαφήν μετ’ αυτού» [του Χρυσοχόου].

Κάπου εδώ, όμως, θα πρέπει να ξεχάσουμε προς το παρόν τη συγκεκριμένη αγωγή και τα σημαντικά πολιτικά της συμφραζόμενα, το ποιοι δηλαδή είναι οι εναγόμενοι -τρεις δεσμώτες της χούντας- και ποιοι οι ενάγοντες και οι πολιτικοί υποστηρικτές τους, να αφήσουμε κατά μέρος το πρωτοσέλιδο της «Ελεύθερης Ώρας» που καταγγέλλει την «αποκαθήλωση του στρατηγού Χρυσοχόου από τους εβραιο - μπολσεβίκους» ή το ποιος ήταν και πώς έδρασε κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Χρυσοχόου, και άλλα συναφή με την υπόθεση θέματα. Να τα αφήσουμε για να περάσουμε σε ένα πολύ πιο γενικό και ακόμα πιο σημαντικό ζήτημα: το κατά πόσον οι (Έλληνες ή οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας) δικαστές είναι αρμόδιοι να «δικάζουν» και να κρίνουν εάν είναι αθώες ή ένοχες οι απόψεις ιστορικών και άλλων επιστημόνων που αναφέρονται στη δράση δημοσίων προσώπων του παρελθόντος, όταν οι απόγονοι των προσώπων αυτών θεωρούν πως υπάρχει ζήτημα «προσβολής της μνήμης» του συγγενούς τους.

Είναι δυνατόν ένας δικαστής (πτυχίο Νομικής) να έχει έγκυρη γνώμη για τα πρόσωπα και τα πράγματα μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου; Η δική μου απάντηση είναι ναι, υπό ορισμένες όμως προϋποθέσεις. Όσοι/ες έχουν την περιέργεια και την υπομονή να δουν στο historiography.gr τις 22 (προς το παρόν) συνεντεύξεις των καθηγητών, συνταξιούχων τώρα, που δίδαξαν Ιστορία στα ελληνικά ΑΕΙ, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, θα διαπιστώσουν πως οι 12 ξεκίνησαν με πτυχίο Φυσικής, Ιστορίας της Τέχνης, Μαθηματικών, Αρχιτεκτονικής κ.ο.κ. Οι δε 5 από τους 12 έχουν πτυχίο Νομικής.

Γιατί λοιπόν να μην υπάρχει κάποιος δικαστικός που ασχολείται συστηματικά με τη δεκαετία του ’40 και την ξέρει πολύ καλά; Μια πρώτη απάντηση θα μπορούσε να είναι πως εάν υπήρχε, κάτι θα είχε γράψει και θα τον γνωρίζαμε. Ποτέ όμως δεν πρέπει να αποκλείουμε την έκπληξη. Εάν η έκπληξη έχει ονοματεπώνυμο, τότε δεν δικαιούται απλώς, αλλά οφείλει, νομίζω, να έρθει σε ένα από τα, συναφή προς τα εξωδικαστικά ενδιαφέροντά του, διεθνή επιστημονικά συνέδρια ιστορικών και να κάνει ανακοίνωση. Ως συνάδελφος ιστορικός, που ως εκ τούτου προφανώς γνωρίζει πως δεν παρίσταται κανείς σε συνέδρια ιστορίας με την ιδιότητα του δικαστή ο οποίος θα ακούσει τις τυχόν αντικρουόμενες απόψεις για ένα ζήτημα και στο τέλος της συνεδριακής διαδικασίας θα μας ανακοινώσει την απόφασή του για το ποια είναι η «σωστή» άποψη!

Παραμένει λοιπόν απορίας άξιον, πώς είναι δυνατόν ένας οποιοσδήποτε δικαστής να θεωρεί τον εαυτό του αρμόδιο, εάν τελικώς προχωρήσει επί της ουσίας η συγκεκριμένη αγωγή, να έχει επιστημονικά έγκυρη γνώμη, πολλώ δε μάλλον να έχει το δικαίωμα να αποφανθεί, με τη μορφή δικαστικής αποφάσεως, για τα «πραγματικά περιστατικά» μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, και μάλιστα της δεκαετίας του’40, ίσως της πιο πυκνοκατοικημένης βιβλιογραφικά περιοχής της νεότερης Ιστορίας μας. Ακόμα και σε σύγκριση με την περίοδο του πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας που ξεκίνησε το 1821.

Οι ιστορικοί, όλων των δυνατοτήτων και όλων των αφετηριών ή πεποιθήσεων, παρά τις (πολλές, συχνές και ενίοτε σημαντικές) διαφωνίες τους, γνωρίζουν ότι όταν έχουν να κάνουν με παντός είδους μαρτυρίες, η δουλειά τους είναι να ρωτούν ποια πηγή «λέει» τι ακριβώς και κυρίως πότε το λέει. Πράγμα που τους οδηγεί όχι στο να εκδώσουν δικαστική απόφαση, αλλά να διαμορφώσουν άποψη σε σχέση με το γιατί το λέει. Να διαμορφώσουν άποψη ανοιχτή στον διάλογο με άλλους ιστορικούς, ανοιχτή στην κριτική από όλους.

Οι δικαστικοί, από τη δική τους πλευρά, διαθέτουν λόγω επαγγέλματος αυξημένες ικανότητες και ειδική πείρα στην εξέταση της αξιοπιστίας κάθε γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας. «Ανακρίνουν» και αυτοί, όπως και οι ιστορικοί, τις πηγές τους. Τους απασχολούν τα ίδια τι ακριβώς, τα ίδια πότε και τα ίδια γιατί. Οι ομοιότητες, όμως, σταματούν εδώ.

Η διερεύνηση ερωτημάτων που αφορούν το ιστορικό παρελθόν είναι δουλειά των ιστορικών, που μπορεί και πρέπει να κρίνονται για όσα γράφουν. Δεν είναι δουλειά των δικαστηρίων.

Τη «βούλα» των δικαστών, ώστε να γνωρίζουν στο μέλλον οι ιστορικοί τι από αυτά που έχουν γράψει και αυτά που σκοπεύουν να γράψουν είναι κολάσιμο, προφανώς δεν την χρειάζεται ο κλάδος, διότι, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω, δεν σκέπτεται να αυτοκαταργηθεί. Ούτε σκοπεύει στις υποσημειώσεις των βιβλίων Ιστορίας, εκτός από παραπομπές σε άλλα βιβλία ή ανέκδοτες πηγές, να περιλαμβάνονται και αριθμοί δικαστικών αποφάσεων.

Αντιθέτως, κάθε προσπάθεια εισπηδήσεως των δικαστηρίων σε άλλα πεδία, έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας τους -στον χώρο της Ιστορίας εν προκειμένω-, θα δημιουργήσει πολύ σοβαρά θέματα και μεγάλες εντάσεις. Εντάσεις που μπορούν και πρέπει να αποτραπούν, εάν και οι δύο κλάδοι, που, όπως είδαμε, θέτουν κοινά ερωτήματα κατά την «ανάκριση» της ύλης που χειρίζονται, κατανοήσουν πλήρως τους από εκεί και πέρα διακριτούς ρόλους τους και αποφασίσουν, αποστρέφοντας το πρόσωπο από κάθε είδους πειρασμούς που μπορεί να δημιουργεί καμιά φορά η συγκυρία, να ενεργούν πάντα με σεβασμό προς αυτόν ακριβώς τον διακριτό τους ρόλο.

Αντί εντάσεων δε, μεταξύ ιστορικών και δικαστών, θα πρότεινα, ως πρώτο από μια σειρά μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κλάδων, την από κοινού δημόσια έκφραση της δυσαρέσκειάς τους για τη χρησιμοποίηση λεκτικών μεταφορών και παρομοιώσεων, όπως, παραδείγματος χάριν, το ότι «Η Ιστορία είναι ο Άρειος Πάγος των φτωχών» (Ελευθεροτυπία, 25.8.2009, σελίδα επιστολών) ή το δημοφιλέστατο και ασυστόλως επαναλαμβανόμενο «δικαστήριο της Ιστορίας».

 

* Ο Γιάνης Γιανουλόπουλος είναι Ιστορικός, ομότιμος καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια