Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ομιλία του Νίκου Μπίστη στην εκδήλωση "Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών"

Η ομιλία του Νίκου Μπίστη στην εκδήλωση "Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών" που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, στις 13 Ιανουαρίου 2019

Νίκος Μπίστης

Θα παρουσιάσω τις θέσεις των βασικών πολιτικών δυνάμεων όχι όμως μόνο στην φάση της ολοκλήρωσης της Συμφωνίας, αλλά σε όλη την διαδρομή του Μακεδονικού ζητήματος. Θα δείτε ότι σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις η προσέγγιση δεν ήταν ευθύγραμμη, υπόκειτο στις δουλείες της ευρύτερης γεωπολιτικής πραγματικότητας, σε εκλογικές σκοπιμότητες, ενώ συχνά «σκάλωνε» σε σκληρές εσωκομματικές συγκρούσεις.

Θα ξεκινήσω από το ΚΚΕ, ένα ιστορικό κόμμα με αναμφισβήτητη προσφορά, το οποίο όμως εσχάτως έχει αντικαταστήσει μια θεμιτή τακτική αναμονής με μια στρατηγική απραξίας. Κρίσιμο σημείο αφετηριακό για το ΚΚΕ είναι η απόφασης της 5ης Ολομέλειας της Κ.Ε., τον Ιανουάριο του 1949, λίγο πριν την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Η απόφαση αυτή, που χωρίς να το λέει ρητά άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο για συγκρότηση Ανεξάρτητης Μακεδονίας, ελήφθη κάτω από την πίεση της έλλειψης εφεδρειών και τη διάσταση απόψεων στο εσωτερικό των Σλαβομακεδόνων μαχητών και εγκαταλείφθηκε λίγους μήνες μετά. Η ζημιά όμως είχε γίνει. Αγωνιστές εκτελέστηκαν επειδή δεν αποκήρυξαν την απόφαση και για χρόνια το μετεμφυλιακό κράτος και γενικότερα η συντηρητική παράταξη στήριζαν εκεί επάνω όλη τους την προπαγάνδα για μειοδοσία κλπ. Είναι κατά συνέπεια αναμενόμενη μια εξαιρετικά προσεκτική στάση του ΚΚΕ απέναντι στο πρόβλημα. Παρά ταύτα, όταν προέκυψε το 1992 η έκρηξη του ελληνικού εθνικισμού, το ΚΚΕ ήταν προς τιμήν του το μόνο κόμμα που δεν προσβλήθηκε από τον πυρετό. Στην απόφαση της ΚΠΕ του Συνασπισμού το Μάιο του 1996 επισημάνθηκε αυτό.

Διαβάζω: «Το ΚΚΕ αντιτάχθηκε εξ αρχής στην ονοματολογία για την ΠΓΔΜ και αυτό αποτέλεσε θετική στάση. Ταυτόχρονα, όμως, η προσκόλληση του σε στερεότυπα του διπολικού κόσμου και ο βαθύς αντιευρωπαϊσμός του το περιόρισαν σε ρόλο αμήχανου παρατηρητή των εξελίξεων, χωρίς τη δυνατότητα διατύπωσης συνεκτικής πρότασης διεξόδου». Στην παρούσα φάση το ΚΚΕ επιβεβαίωσε μόνο το δεύτερο σκέλος της οξυδερκούς ανάλυσης του Συνασπισμού. Αγνοεί τον πυρήνα της διαφοράς που είναι η ονομασία και εμπλέκει στην επιχειρηματολογία του, ως μη όφειλε ειδικά αυτό, το θέμα της εθνότητας και της γλώσσας. Πρόκειται για ακατανόητη υποχώρηση από θέσεις δικές του.

Η Δεξιά και γενικότερα η συντηρητική παράταξη πριν το 1989 ελάχιστα απασχολήθηκαν με την ανύπαρκτη στην πράξη διεθνή διάσταση του θέματος. Στο εσωτερικό το είχαν στην φαρέτρα τους για αντικομμουνιστική χρήση απέναντι στην ΕΔΑ και το ΚΚΕ, αλλά μέχρι εκεί. Η ιδιόμορφη θέση της Τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας σε ένα διπολικό κόσμο, άφηνε εκτός ενδιαφέροντος τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, ένα από τα έξη συστατικά μέρη της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Μετά το 1989, με τις σεισμικές ανακατατάξεις, είχαμε την έκρηξη των καταπιεσμένων εθνικισμών και την επανεμφάνιση του προβλήματος. Η συντηρητική παράταξη διαχειρίστηκε το θέμα ως κυβέρνηση. Στο εσωτερικό της υπήρξαν δύο ρεύματα που συγκρούστηκαν ανηλεώς με κατάληξη τη δημιουργία της Πολιτικής Άνοιξης. Στη σύγκρουση παρενέβη σε λάθος κατεύθυνση το πανίσχυρο τότε ΠΑΣΟΚ με το βάρος και το κύρος του Ανδρέα Παπανδρέου. Τελευταία στιγμή κάτω από την πίεση ενός πολύμορφου και πολύχρωμου εθνικιστικού τόξου δεν προχώρησε η εξαιρετική Συμφωνία, γνωστή και ως πακέτο Πινέιρο, που την είχε διαπραγματευτεί ένας σπουδαίος πολιτικός του Κέντρου, ένας ακέραιος άνθρωπος, ο τότε ΥΠΕΞ Μιχάλης Παπακωνσταντίνου. Αξίζει να δούμε τι έλεγε τότε για τις επιπτώσεις αυτής της αποτυχίας ο ΣΥΝ. Οι γραμμές που ακολουθούν διατηρούν επικαιρότητα και ηχούν ως προχρονολογημένη προειδοποίηση για τις σημερινές ηγεσίες της Ν.Δ., αλλά και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Διαβάζω:«Η δουλεία των κομματικών σκοπιμοτήτων και η ευάλωτη στην έννοια του πολιτικού κόστους πολιτική ηγεσία των δύο μεγάλων κομμάτων δεν επέτρεψε στη χώρα μας να αποδεχθεί έναν επωφελή συμβιβασμό και για το όνομα της γείτονος, όπως προσδιορίστηκε στις προτάσεις Πινέιρο. Τα αποτελέσματα σήμερα μιλούν από μόνα τους. Η όποια λύση θα είναι σαφώς χειρότερη από αυτή του πακέτου Πινέιρο του 1992, όπως και η Ενδιάμεση Συμφωνία είναι σαφώς υποδεέστερη του σχεδίου συμφωνίας Βανς Όουενς του 1993, πράγμα που αντανακλά τον εξόφθαλμα επιδεινούμενο συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος της Ελλάδας. Φτάνουμε δε σε αυτή τη λύση αφού αναπόφευκτα απομονωθήκαμε μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο από τις κυβερνήσεις, αλλά και από το σύνολο σχεδόν της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και των προοδευτικών δυνάμεων».

Το 2007, στο Βουκουρέστι, η κυβέρνηση Καραμανλή προχώρησε στην δημόσια δέσμευση της χώρας για λύση σύνθετης ονομασίας erga omnes. Λέω δημόσια, γιατί είχαν προηγηθεί το 2001 συζητήσεις της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ με την κυβέρνηση Γκεοργκιέφσκι της ΠΓΔΜ, όπου είχαν συμφωνήσει στην ονομασία Gorne (Άνω) Macedonia. Από τη Συμφωνία υπαναχώρησε ο Γκεοργκιέφσκι πιεζόμενος από το κόμμα του. Από τότε πίστευα -αλλά τώρα με την σημερινή στάση της Ν.Δ. η πεποίθηση μου ενισχύεται- ότι η κυβέρνηση Καραμανλή ενεργούσε εκ του ασφαλούς, γνωρίζοντας ότι ο Γκρουέφσκι, ο όποιος ζούσε τον εθνικιστικό του μύθο, ήταν αδύνατο να αποδεχθεί λύση σύνθετης ονομασίας. Πάντως σε κάθε περίπτωση ήταν ένα θετικό βήμα, απολύτως δεσμευτικό ηθικά και πολιτικά για τη χώρα. Μέχρι χτες η Ν.Δ. την ονόμαζε μάλιστα «εθνική γραμμή».

Σήμερα η ηγεσία της Ν.Δ. δεν διαπράττει μόνο πολιτική πατροκτονία, δεν κάνει απλώς ένα λάθος. Σε αντίθεση με το 1992, σήμερα στην Ευρώπη φουντώνει το ρεύμα του εθνικολαϊκισμού και της Ακροδεξιάς. Υπάρχουν υποδοχείς του εθνικιστικού πυρετού είτε σε αυτοτελή κόμματα είτε στο εσωτερικό μιας πιεζόμενης Κεντροδεξιάς. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι εθνικολαϊκιστές επιβάλλουν την ατζέντα τους και πλαγιοκοπούν το Λαϊκό Κόμμα στην Ε.Ε. Το επιχείρημα, λοιπόν, ότι ο κ. Μητσοτάκης απλώς φοράει εξ ανάγκης την μάσκα του εθνικιστή, την οποία με ευκολία θα τη βγάλει με την πρώτη ευκαιρία, είναι εξαιρετικά αδύναμο. Θα διαπιστώσει ότι η μάσκα έχει γίνει ένα με το πρόσωπο του και ότι θα τον εμποδίσουν να τη βγάλει αυτοί που δίνουν σήμερα τον υπέρ πάντων αγώνα και ενισχύονται στο εσωτερικό της Ν.Δ.

Για το ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1992-1996 και για τις θέσεις του στο Μακεδονικό αναφέρθηκα ήδη. Ας κρατήσουμε ότι ήταν μια βαριά κληρονομιά. Από το 1996 και μετά, όμως, πρώτα με τον Κώστα Σημίτη και μετά με τον Γιώργο Παπανδρέου υπήρξε μια θεαματική αναπροσαρμογή της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, τα πρώτα σημεία της οποίας είχαν παρατηρηθεί στα τελευταία χρόνια της διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου. Στο Κυπριακό και στις ελληνοτουρκικός σχέσεις, καθώς και στη θέση της χώρας μέσα στην Ε.Ε., αυτή η στροφή ήταν θεαματική. Στο Μακεδονικό λιγότερο, γιατί δεν είχε συνομιλητή ούτε τον Γκλιγκόροφ ούτε το πολιτικό του παιδί τον Ζόραν Ζάεφ, αλλά τους εθνικιστές του VMRO. Όμως, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. ως νέο κόμμα, με την συμμετοχή της ΔΗΜ.ΑΡ., του ΚΙΔΗΣΟ, και για μια σημαντική για το θέμα μας περίοδο και του Ποταμιού, είχε όλες τις προϋποθέσεις για να στηρίξει μια πολιτική που όλες οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ευρώπη και τα αδελφά προς αυτό σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα υποστήριξαν με πάθος. Η ηγεσία του επέλεξε τον αντίθετο δρόμο. Επέλεξε έναν ατελέσφορο (και εκλογικά) δρόμο πηγαίνοντας τελευταίο στη σειρά σε μια δεξαμενή που είχε ήδη αδειάσει τις ψήφους της στα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα. Το μεγάλο όμως πρόβλημα που συνοδεύει αυτή την ούτως ή άλλως εσφαλμένη επιλογή είναι ότι ταυτίστηκε το ΚΙΝ.ΑΛΛ. με τη Ν.Δ. σε μια περίοδο που όλες οι δυνάμεις της πληθυντικής Αριστεράς, σοσιαλδημοκράτες, ριζοσπάστες αριστεροί, πολλοί πράσινοι, πολλοί προοδευτικοί κεντρώοι, επαναπροσδιορίζουν την πορεία τους και αναζητούν τρόπους συγκρότησης ενιαίου μετώπου για την προοδευτική διακυβέρνηση των χωρών τους και την ανάσχεση της επίθεσης των ακραίων συντηρητικών δυνάμεων.

Αλλά και στην πέραν του ΚΚΕ Αριστερά, στις διαδοχικές εκδοχές της, είχαμε σύγκρουση δύο γραμμών. Ας αφήσουμε το γνωστό κείμενο του 1996 να μας θυμίσει λάθη μας, αλλά και άνοιγμα δρόμων με πρωτοποριακές προτάσεις. Διαβάζω: «Ο ΣΥΝ προσέγγισε εσφαλμένα το πρόβλημα με την ΠΓΔΜ στην πρώτη φάση και έδωσε για μικρό χρονικό διάστημα πίστωση χρόνου στην αδιέξοδη πολιτική των 3 όρων (ουδέποτε Μακεδονία). Ταυτοχρόνως, η ορθή προσέγγιση στελεχών του κόμματος συνέβαλε καθοριστικά στη μετέπειτα αλλαγή πλεύσης. Η άμεση διόρθωση αυτού του σφάλματος με την πολιτική των δυόμισι όρων (δηλαδή σύνθετη ονομασία) επέτρεψε στο κόμμα μας να αναπτύξει πρωτοβουλίες που το χαρακτήρισαν στη συνείδησή της κοινής γνώμης ως μία εθνική δύναμη με σύγχρονο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, η οποία διατύπωσε ολοκληρωμένες προτάσεις αντίθετα στο ρεύμα, που δικαιώθηκαν στο χρόνο». Scripta manent και επιβεβαιώνουν ότι αυτός ο χώρος προς τιμήν του ήταν ο πρώτος που έθεσε στο δημόσιο διάλογο την πρόταση για σύνθετη ονομασία. Παράλληλα σημειώστε ότι από τότε συγκρούονταν δυο γραμμές . Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν στο σύνολο τους οι σύντροφοι που καταψήφισαν πριν 22 χρόνια την απόφαση του ΣΥΝ είναι εκείνοι που το καλοκαίρι του 2015 για διάφορους λόγους -μεταξύ των οποίων και τα θέματα εξωτερικής πολιτικής- διαχώρισαν την θέση τους από το ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η διάσταση απόψεων διαπερνά όλα τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής με τα οποία διασταυρωθήκαμε τα τελευταία πολλά χρόνια: Κυπριακό με το Σχέδιο Ανάν, ελληνοτουρκικές σχέσεις, και πρωτίστως τις σχέσεις της Αριστεράς με την Ε.Ε. και τους θεσμούς της. Και προσέξτε μια παραλληλία: με τον ίδιο τρόπο που το ΚΙΝ.ΑΛΛ. πεισματικά αρνείται να παρακολουθήσει την προς τα Αριστερά μετατόπιση των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, με τον ίδιο πεισματικό τρόπο κομμάτια της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αρνούνται να παρακολουθήσουν βήματα ωρίμανσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Στο Μακεδονικό τώρα υπάρχει μια κολοσσιαία διαφορά από το παρελθόν. Στο παρελθόν μια εκλογικά αδύναμη Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά πάσχιζε συχνά ολομόναχη, μέσα από κινήσεις διανοουμένων, συλλογή υπογραφών κλπ να αντιταχθεί στο εθνικιστικό κύμα. Ήταν σε άμυνα. Τώρα για πρώτη φορά ως κυβερνητικό κόμμα δια του πρωθυπουργού είναι σε επίθεση και λύνει ένα θέμα με ιστορική διάσταση. Όποια διαφορά και αν έχει ένας αριστερός με πλευρές της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, σε αυτό το θέμα θα έπρεπε να αισθάνεται υπερήφανος, να αναγνωρίζει μέσα στην εξέλιξη αυτή και τη δική του δικαίωση. Κυρίως, βέβαια, τη δικαίωση μιας πολιτικής. Ένα επιχείρημα κατά της Συμφωνίας εδραζόταν στην ύπαρξη και συμπεριφορά των ΑΝ.ΕΛΛ. Τώρα πλέον τυπικά έχει εκλείψει η βάση του επιχειρήματος. Λέω τυπικά, γιατί ουσιαστικά καμία στιγμή η διαφορετική στάση των ΑΝ.ΕΛΛ. δεν είχε τη δύναμη να εμποδίσει την πρόοδο και την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Απευθύνομαι στους αριστερούς και όχι στην κατηγορία των «Μεταβλέπουμε». Οι «Μεταβλέπουμε», για τους μη γνωρίζοντες, είναι η συμπαθής εκείνη κατηγορία των συμπολιτών μας που, αν τους πεις «τρέχα άνοιξε την βρύση, πήρε φωτιά το σπίτι σου», θα σου πουν: «να πέσει πρώτα ο ΣΥΡΙΖΑ και μετά βλέπουμε τι θα κάνουμε».

Επειδή το κοινό μας ευρωπαϊκό σπίτι κινδυνεύει στις ευρωεκλογές να πάρει φωτιά, επειδή δεν θέλουμε να επεκταθεί αυτή η φωτιά στο δικό μας διαμέρισμα, πρέπει επειγόντως να πάρουμε μέτρα. Ένα πρώτο μέτρο παίρνουμε σήμερα στηρίζοντας μια εξαιρετική για τον τόπο Συμφωνία. Ένα δεύτερο, πιο δύσκολο αλλά αναγκαίο μέτρο είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου, ενώνοντας δυνάμεις και ξεπερνώντας διαφορές του παρελθόντος.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πανηγυρίζουν και αυτοσυγχαίρονται

Είναι πολύ ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους εκεί στη Νέα Δημοκρατία. Θεωρούν προφανώς ότι, βάζοντας τους μπουκωΜΜΕνους της λίστας Πέτσα να ασχολούνται νυχθημερόν με τον Καλογρίτσα και να ανακαλύπτουν σχέδια εκτροπής και φίμωσης του Τύπου, διαχειρίζονται επιτυχώς τα προβλήματα της χώρας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις