Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ομιλία του Γιάννη Ραγκούση στην εκδήλωση "Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών"

Η ομιλία του Γιάννη Ραγκούση στην εκδήλωση "Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών" που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, στις 13 Ιανουαρίου 2019

Γιάννης Ραγκούσης

 

Καταρχήν επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω ότι προσωπικά προσεγγίζω τη Συμφωνία των Πρεσπών δίχως την παραμικρή διάθεση να θυσιάσω οτιδήποτε σχετικό με τα εθνικά μας δίκαια.

Δεν είμαι οπαδός της θεωρίας «Συμφωνία να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι».

Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, πρώτος εγώ έψαξα για μία καθαρή απάντηση.

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι ένα αναγκαίο κακό.

Είναι μια εθνικά απολύτως επωφελής συμφωνία.

Πρώτον: διότι, εξουδετερώνει οριστικά τον σε βάρος μας αλυτρωτισμό που άλλωστε ήταν και η πρώτιστη επιδίωξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας που υπέγραψε το 1995 ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Το πεδίο στο οποίο ο εθνικισμός θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε αλυτρωτισμό σε βάρος μας είναι η διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας.

Η Ελλάδα με το άρθρο 7, με το οποίο οι γείτονες συνομολογούν ότι δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την αρχαία ελληνική κληρονομιά, με κατηγορηματικό κι επίσημο τρόπο, παίρνει πίσω -ειρηνικά- την ιστορική αλήθεια που είχε χάσει από το 1992.

Από την πρώτη στιγμή σε όποιον ήθελε ανυστερόβουλα να τοποθετηθεί ήταν απολύτως σαφές πως η Συμφωνία των Πρεσπών (ΣτΠ) θα κρινόταν από το ιστορικό, πολιτικό και διπλωματικό μέγεθος όσων θα παίρναμε πίσω κι όχι από όσα θα παραχωρούσαμε.

Γιατί; Μα διότι δεν είχαμε κάτι να παραχωρήσουμε πια.

Τα είχαν πάρει όλα οι γείτονες με το μέρος τους.

Τα είχαμε χάσει όλα ουσιαστικά από το 1992, όταν οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Αντώνης Σαμαράς μας οδήγησαν σε ένα ολοκληρωτικό «εθνικό βατερλό».

Και να ήθελαν ο Τσίπρας και ο Κοτζιάς κάτι να παραδώσουν, κάτι να ξεπουλήσουν, δεν θα έβρισκαν, διότι δεν μας είχε μείνει κάτι επί της ουσίας.

Ακόμη και το βέτο για την είσοδο των γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. είχε στην πραγματικότητα πλήρως αποδυναμωθεί πριν από τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Από πότε; Μα, από τη στιγμή που ο Ζόραν Ζάεφ αποφάσισε να κάνει τη στροφή 180 μοιρών από την εθνικιστική πολιτική των προκατόχων του και γνωστοποίησε την πρόθεσή του να αποδεχτεί αλλαγή του ονόματος της πατρίδας του, erga omnes, και με συνταγματικές αλλαγές.

Ποιος διεθνής οργανισμός θα αποδεχόταν τη συμπεριφορά μιας υστερικής και αφερέγγυας Ελλάδας που θα εμφανιζόταν να επιμένει σε ένα βέτο από την ώρα που όλοι -μα όλοι- οι όροι που έθετε από το Βουκουρέστι και μετά, αλλά και η ενδιάμεση συμφωνία του 1995 προέβλεπε, θα είχαν γίνει πλήρως αποδεκτοί από τη γείτονα χώρα;

Κανείς -μα κανείς.

Την ίδια ώρα μάλιστα που μέχρι και οι νεότεροι διπλωματικοί υπάλληλοι γνωρίζουν ότι το μείζον διακύβευμα για το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. δεν ήταν η ικανοποίηση των ελληνικών απαιτήσεων, αλλά η απόσπαση της Βόρειας Μακεδονίας από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας.

Όμως, την ιστορική αλήθεια δεν την πήραμε πίσω μόνο με το άρθρο 7 της Συμφωνίας.

Την πήραμε πίσω και με τη γλώσσα που ορίζεται επίσημα ως σλαβική γλώσσα, καθώς και με το ζήτημα της εθνότητας που επισήμως έγινε αποδεκτό ότι δεν συνδέεται με την υπηκοότητα.

Επομένως, η ΣτΠ συνεπιφέρει την εξάλειψη του αλυτρωτισμού, διότι κερδίζει για την Ελλάδα την αποκατάσταση της απόλυτης ιστορικής αλήθειας και, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα η ΣτΠ δεν είναι ένας έντιμος συμβιβασμός.

Διότι ιστορικά ΔΕΝ είναι συμβιβασμός.

Το δικαίωμα που διατηρούν οι γείτονες στη χρήση του ονόματος Μακεδονία με γεωγραφικό προσδιορισμό αποκόπηκε ριζικά από το δίκαιο του αίματος και συναρτήθηκε αποκλειστικά με το δίκαιο του εδάφους στο οποίο ιστορικά είναι έτσι κι αλλιώς θεμελιωμένο.

Δεύτερον: η ΣτΠ είναι απολύτως εθνικά επωφελής, διότι μας εξοπλίζει με μία σπουδαία συνεισφορά όσον αφορά τη μεγάλη εικόνα, το πρωτεύον.

Εξηγούμαι: Ένα από τα ελάχιστα στρατηγικής σημασίας ζητήματα όπου διαχρονικά διαπιστώνεται απόλυτη ταύτιση απόψεων μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων -και με ακλόνητη σταθερότητα υπερθεματίζει σε αυτό και η εκάστοτε ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων- είναι πως η εδαφική μας ακεραιότητα αντιμετωπίζει μια βασική υπαρκτή απειλή, κι αυτή προέρχεται από την Τουρκία.

Για την προάσπιση της εδαφικής μας ακεραιότητας, μοναδικό συγκριτικό μας πλεονέκτημα -δεν εννοώ μοναδική προϋπόθεση- δεν είναι ούτε η στρατιωτική ισχύς μας ούτε η οικονομική δύναμη, πολύ περισσότερο δεν είναι η πληθυσμιακή και δημογραφική μας εξέλιξη.

Τα εθνικά μας συμφέροντα μόνον από το διεθνές δίκαιο μπορούν να προστατευτούν. Αυτό είναι το μέγα συγκριτικό μας πλεονέκτημα, ιδίως έναντι της Τουρκίας.

Μόνο τις δηλώσεις του πρωθυπουργού μετά τη συνάντηση με την Καγκελάριο Μέρκελ να διαβάσει κανείς με προσοχή, θα διαπιστώσει πόσες φορές έκανε αναφορά ο Πρωθυπουργός στο διεθνές δίκαιο αναφερόμενος στις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Όμως, διεθνές δίκαιο αλά καρτ δεν υπάρχει.

Δεν μπορείς να επικαλείσαι επί δεκαετίες το διεθνές δίκαιο απέναντι στην τουρκική απειλή σε Ελλάδα και Κύπρο, να προτείνεις διαρκώς την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης, και την ίδια στιγμή να καταδικάζεσαι ως κράτος από αυτό το δικαστήριο για άλλες διμερείς διαφορές.

Το Δεκέμβριο του 2011 η Ελλάδα καταδικάστηκε από το διεθνές δικαστήριο της Χάγης με ψήφους 14 - 1, διότι κατά παράβαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας εμπόδισε στο Βουκουρέστι την εισδοχή της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ.

Και είναι ζήτημα ιστορικής ειλικρίνειας και πολιτικής εντιμότητας να πούμε για ποιο λόγο καταδικάστηκε η Ελλάδα.

Το 1995, ο Ανδρέας Παπανδρέου φτάνοντας μέχρι του σημείου να ασκήσει οικονομική βία σε βάρος της ΠΓΔΜ, με το γνωστό οικονομικό εμπάργκο, πέτυχε την Ενδιάμεση Συμφωνία στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα αναγνωρίζει το κράτος της ΠΓΔΜ, με την προϋπόθεση ότι οι γείτονες θα αποδεχτούν μια κοινά αποδεκτή ονομασία και θα απαλείψουν κάθε αλυτρωτική τους βλέψη σε βάρος μας. Όμως, η Ελλάδα με την ενδιάμεση συμφωνία του 1995 δεσμεύτηκε ότι θα αποδεχθεί την είσοδο της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ με το προσωρινό της όνομα και δεν υπαγόρευσε καμία απαγόρευση στην ΠΓΔΜ να εκδώσει διαβατήρια αναγράφοντας τη μακεδονική υπηκοότητα.

Προφανώς διότι, παρά το εμπάργκο, απλώς δεν μπορούσε σε εκείνη τη φάση που ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων ήταν, μετά την εθνικά καταστροφική πολιτική Μητσοτάκη - Σαμάρα, απολύτως αρνητικός.

Γι αυτό ασελγούν χυδαία σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων όσοι εισηγούνται τη μη επίλυση του προβλήματος, στη λογική ότι «σημασία έχει εμείς να μην τους αναγνωρίσουμε».

Γιατί;

Διότι μετά την καταδίκη μας από το διεθνές δικαστήριο της Χάγης, η με επιλογή μας μη επίλυση της διαφοράς μας με την ΠΓΔΜ, την ίδια ώρα που ο Ζάεφ δεσμευόταν διεθνώς ότι η ΠΓΔΜ αποδέχεται σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, erga omnes, και με τις συνεπαγόμενες συνταγματικές αλλαγές, θα ισοδυναμούσε με εθνική αυτοκτονία.

Όχι μόνο διότι θα εξουδετέρωνε το βέτο μας σε ΝΑΤΟ και Ε.Ε.

Αλλά πρωτίστως διότι θα αχρήστευε και θα γύριζε μπούμερανγκ το μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα που διαθέτουμε έναντι της Τουρκίας, που είναι ο σεβασμός και η υπακοή στο διεθνές δίκαιο.

Όσοι προτείνουν να πούμε όχι στη ΣτΠ, στην πραγματικότητα εισηγούνται, αφενός, να απεμπολήσουμε την ιστορική ευκαιρία να αποκαταστήσουμε πλήρως την ιστορική αλήθεια εκθεμεμελιώνοντας κάθε έρεισμα αλυτρωτισμού σε βάρος μας και, αφετέρου, προτείνουν να βρεθούμε εντελώς απροστάτευτοι απέναντι στη μόνη πραγματική απειλή κατά της εδαφικής μας ακεραιότητας.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, το ΟΧΙ στην ΣτΠ είναι αυτό που θα προκαλούσε πραγματική εθνική βλάβη.

Όμως, επιτρέψτε μου να πάω το συγκεκριμένο συλλογισμό ένα βήμα πιο πέρα και να υποβάλω το εξής ρητορικό ερώτημα: πέραν από εθνικά επιζήμιο, το ΟΧΙ της αντιπολίτευσης, είναι ειλικρινές ή ψεύτικο;

Κι όμως, είναι ψεύτικο, ιδίως όσον αφορά τον κ. Μητσοτάκη και την κ. Γεννηματά.

Κι αυτό δεν συνάγεται μόνον από την οφθαλμοφανή διαπίστωση πως η συμφωνία των Πρεσπών είναι βασισμένη στην εθνική κυβερνητική ατζέντα, όπως αυτή διαμορφώθηκε από το 1995 και μετά.

Κυρίως απορρέει από την παρατήρηση ότι, την ώρα που κατακεραυνώνουν τη Συμφωνία, αρνούνται να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να συνάψουν κυβερνητική συνεργασία με ορισμένους που θα την υπερψηφίσουν.

Γιατί άραγε; Γιατί αφού η συμφωνία για ένα τόσο σοβαρό εθνικό θέμα είναι καταστροφική, δεν αποκλείουν ρητώς και κατηγορηματικά από τώρα οποιαδήποτε μελλοντική συνεργασία με όποιους την υπερψηφίσουν;

Προφανώς διότι υποκρίνονται.

Γιατί λέει ΟΧΙ στη ΣτΠ η κ. Γεννηματά, αφού είπε ΝΑΙ στην Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, που δημιούργησε τα τετελεσμένα λ.χ. με την μακεδονική υπηκοότητα στα διαβατήρια της ΠΓΔΜ ή που δεν ακύρωσε τα σχετικά με την αναγνώριση της μακεδονικής γλώσσας από τον ΟΗΕ το 1977;

Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και η Φώφη Γεννηματά εγκατέλειψαν το πεδίο της εθνικής μάχης, μόλις αντιλήφθηκαν ότι η αυτή διαχρονική ατζέντα ήταν έτοιμη να καρποφορήσει, να γεννήσει μια εθνικά επωφελή συμφωνία.

Και το χειρότερο; Μετακινήθηκαν σε ακραίες εθνικιστικές θέσεις, ταυτιζόμενοι με τον εθνολαϊκισμό υπέρ μιας λεπενικής Ελλάδας βαλκανικού τύπου.

Στην πραγματικότητα η Ελλάδα που νομιμοποιεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Φώφη Γεννηματά είναι μια Ελλάδα που, όταν οι άλλοι θα χτίζουν «τεχνολογικούς Παρθενώνες», εμείς θα τρώμε «τεχνολογικά βελανίδια» και, σαν να είμαστε πολιτικά καθυστερημένοι, θέλουν και να χειροκροτούμε τα νέα παιδιά που κυκλοφορούν πάνω σε μουλάρια με αποκριάτικες χλαμύδες και περικεφαλαίες παριστάνοντας τον Μέγα Αλέξανδρο.

Ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός, για να διαχειριστεί τις αντιφάσεις του, πάντοτε καταφεύγει στον λογικοφανή πολιτικό παραλογισμό. Ιδίως εάν έχει και τηλεπτυχίο από τα τηλεμαθήματα ρητορικής του αντιπροέδρου του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τι εννοώ;

Σου δείχνουν μια τριανταφυλλιά σε ένα μικρό σπιτικό κήπο στο κέντρο της Αθήνας και σε ρωτούν: βλέπεις τον ελέφαντα πίσω από την τριανταφυλλιά;

Λογικά τι απαντάς;

Όχι δεν τον βλέπω.

Και ξαφνικά ακούς να σου λένε: «είδες τι καλά που κρύβεται».

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον πολιτικό παραλογισμό και τις σοφιστείες στις οποίες καταλήγει ο εθνικός τυχοδιωκτισμός του κ. Μητσοτάκη και της κ. Γεννηματά.

Ρωτούν στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς: «πίσω από τη ΣτΠ, βλέπετε τον αλυτρωτισμό, βλέπετε την υποχώρηση επί της ιστορικής αλήθειας, βλέπετε την προδοσία της Μακεδονίας;»

Τους λέμε -και τους λένε σχεδόν όλοι οι ηγέτες διεθνώς- «όχι δεν τα βλέπουμε».

Κι αυτοί απαντούν: «είδατε τι καλά που κρύβονται».

Αυτός ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός δεν θα ήταν κάτι πέρα από τα συνήθη της σκοτεινής πλευράς της προμνημονιακής μεταπολίτευσης, εάν δεν δηλητηρίαζε το μυαλό και την ψυχή του ελληνικού λαού και, κυρίως, εάν δεν συνοδευόταν από μία συστηματική προσπάθεια να συκοφαντήσουν τις προοδευτικές δυνάμεις γενικότερα και την Αριστερά ειδικότερα.

Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά φίλες και φίλοι.

Είναι βέβαιο: το σύστημα παίζει τα ρέστα του.

Ας δούμε τις πρωτοφανείς μεθόδους -τύπου κολομβιανής μαφίας- εκφοβισμού και τρομοκράτησης των βουλευτών υπό την αιγίδα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ας αναλογιστούμε την πρωτάκουστη εθνική συκοφαντία Μητσοτάκη ότι η συμφωνία των Πρεσπών ήταν μέρος ανταλλαγής με τη μη περικοπή των συντάξεων.

Και ας προσθέσουμε στα παραπάνω το κατά κυριολεξία εσωκομματικό πραξικόπημα της κ. Γεννηματά στο ΚΙΝΑΛ, που -με ταπεινωτικό τρόπο για τα 5 μέλη του- κατήργησε το ανώτατο καθοδηγητικό όργανο, το πολιτικό συμβούλιο, μόλις η πλειοψηφία του τοποθετήθηκε θετικά για τη ΣτΠ.

Ισχυρίζομαι ότι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το εμφυλιοπολεμικής έμπνευσης σχέδιο Βορίδη, Γεωργιάδη, Μιχαλολιάκου.

Δηλαδή, μία ανήκουστη κι αισχρή επιχείρηση εθνικής και αξιακής συκοφάντησης των προοδευτικών δυνάμεων.

Δυστυχώς για τα κόμματά τους και την ιστορία τους, το ρόλο του υπογράφοντα την ψεύδη μήνυση συκοφαντίας κατά των προοδευτικών δυνάμεων το διεκπεραιώνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τη συνεργασία της κ. Φώφης Γεννηματά.

Η ΣτΠ αναφέρεται στο Μακεδονικό.

Όμως, ισχυρίζομαι ότι η πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση για τη ΣτΠ υποκρύπτει μία ευρύτερη και βαθύτερη σύγκρουση.

Είναι σύγκρουση για την Ελλάδα.

Είναι μία σύγκρουση για το μέλλον της Ελλάδας.

Πρόκειται για μια κολοσσιαίου μεγέθους σύγκρουση, η όποια διεξάγεται σε μια χρονική συγκυρία αντίστοιχη του 1974, δεδομένου ότι βρισκόμαστε στην έναρξη της μεταμνημονιακής φάσης της μεταπολίτευσης.

Υπό αυτήν την έννοια, ούτε χρόνος ούτε χώρος υπάρχει για επιτήδειους ουδέτερους.

Όχι πρώην πρωθυπουργός, αλλά ούτε υποψήφιος δήμαρχος δεν νοείται να μην λάβει δημόσια θέση για τη στο, καθώς και την ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση που διεξάγεται με επίκεντρο αυτήν.

Δύο πολιτικοί δρόμοι βρίσκονται μπροστά σε όλες και όλους μας, μπροστά σε κάθε πολίτη, τώρα που η πατρίδα μας προσπαθεί να κάνει μια νέα αρχή.

Από τη μια, είναι ο δρόμος της υπερδεξιάς ατζέντας που οδηγεί στην αυλή της γνωστής και μη εξαιρετέας πολιτικής φαμίλιας, καθώς και των παρασιτικών οικονομικών συμφερόντων που κρύβονται πίσω της.

Από την άλλη, είναι ο δρόμος που οδηγεί στη σύγχρονη, ενωμένη, ριζοσπαστική, μεγάλη και νικηφόρο προοδευτική παράταξη.

Είναι ο πάνω από έναν αιώνα γνωστός δρόμος της συντελεσμένης ιστορικά και κοινωνικά προοδευτικής παράταξης.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

«Ο Μητσοτάκης απογείωσε την οικονομία». Σοβαρά τώρα;

Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2020 δείχνουν ύφεση 0,6%. Τα συστημικά ΜΜΕ εξαφάνισαν, φυσικά, την ύφεση. Και ο Σταϊκούρας δήλωσε αισιόδοξος για την υφεσιακή επίδραση του λοκντάουν. Μόνο που το πρώτο τρίμηνο του 2020 ελάχιστα έχουν να κάνουν με το λοκντάουν, που εφαρμόστηκε μόλις το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις