Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πόλεμος για πάντα

Του Γιάννη Ψούνη - Εδώ και αρκετό καιρό έχει αρχίσει ένας πόλεμος. Πόλεμος όχι μόνο στα έδρανα της Βουλής και στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά και στις αίθουσες των δικαστηρίων. Και μάλιστα των ανωτάτων δικαστηρίων. Τον βιώσαμε τόσο με τους προηγούμενους νόμους για το «πόθεν έσχες» όσο με τις τηλεοπτικές άδειες και την ασφαλιστική μεταρρύθμιση

Του Γιάννη Ψούνη

Δεν πρόλαβε να μπει καλά - καλά το νέο έτος και οι δικαστικές ενώσεις χτύπησαν και πάλι. Στόχος για άλλη μία φορά είναι ο νέος Νόμος 4571/2018, που ρυθμίζει το πλαίσιο για την υποβολή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης μεταξύ άλλων και των δικαστικών λειτουργών, το γνωστό «πόθεν έσχες».

Οι λόγοι της αίτησης ακύρωσης, που επικαλούνται οι δικαστικές ενώσεις δεν διαφοροποιούνται ιδιαίτερα από την προηγούμενη, καθώς για άλλη μία φορά προβάλλουν ως λόγο ακύρωσης τη μη συγκρότηση του οργάνου ελέγχου, ήτοι της Επιτροπής Ελέγχου του άρθρου 3Α του Ν. 3213/2003, κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστικούς λειτουργούς, επικαλούμενες παραβίαση της αρχής της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Για άλλη μία φορά τίθεται το ερώτημα γιατί ο έλεγχος «πόθεν έσχες» των δικαστικών να γίνεται από όργανο, που αποτελείται κατά πλειοψηφία από δικαστές.

Όπως η φορολογική δήλωση των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστών, ελέγχεται από εφοριακούς, έτσι και η δήλωση πόθεν έσχες των δικαστών θα μπορούσε να ελέγχεται από όργανο μη αποτελούμενο από δικαστικούς λειτουργούς, τουλάχιστον όχι κατά πλειοψηφία. Άλλωστε, σε μία ευνομούμενη Πολιτεία θα έπρεπε ο ελεγκτής να διαφέρει από τον ελεγχόμενο. Περαιτέρω, η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, όπως περιγράφεται στο άρθρο 87 του Σ., αφορά στην απονομή της Δικαιοσύνης και μόνον και όχι στον έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης.

Ωστόσο, το ΣτΕ ως προς τον συγκεκριμένο λόγο ακύρωσης με την υπ’ αριθ. 2649/2017 απόφαση του δικαίωσε τις δικαστικές ενώσεις και έκρινε ότι ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης πρέπει να ελέγχεται από όργανο, που απαρτίζεται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς. Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση συμμορφώθηκε με την ανωτέρω απόφαση και προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες, ώστε η εν λόγω επιτροπή να απαρτίζεται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, οι δικαστικές ενώσεις επανήλθαν με νέους λόγους ακύρωσης, που δεν περιορίζονται μόνο στη συγκρότηση του εν λόγω οργάνου ελέγχου κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, μη συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και εισαγγελικών λειτουργών, αλλά και στον τρόπο συγκρότησης αυτού, καθώς προβάλλουν αντισυνταγματικότητα στην επιλογή των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, ως μελών της Επιτροπής Ελέγχου, από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αντίστοιχα και όχι με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατ’ άρθρο 90 του συντάγματος. Ωστόσο, όταν το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι οι τοποθετήσεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται μετά από απόφαση του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, εννοεί σαφέστατα τις υπηρεσιακές τοποθετήσεις των δικαστικών λειτουργών και όχι στις τοποθετήσεις, που αφορούν στις θέσεις της δημόσιας διοίκησης. Οι τοποθετήσεις δικαστικών λειτουργών στις θέσεις της δημόσιας διοίκησης αναφέρονται στο άρθρο 89 παρ. 2 του Σ., όπου προβλέπεται η κατ’ εξαίρεση συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε συμβούλια ή επιτροπές, που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και για την οποία δεν τηρείται η διαδικασία του άρθρου 90 του Σ., καθόσον η συμμετοχή τους αυτή δεν αποτελεί υπηρεσιακή μεταβολή.

Επιπρόσθετα, με διαφορετικό λόγο ακύρωσης οι δικαστικές ενώσεις προσβάλλουν ως αντισυνταγματική τη θέσπιση υποχρέωσης δήλωσης μετρητών χρημάτων και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας, τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζουν όχι μόνο ως απόρρητα στοιχεία της περιουσιακής τους κατάστασης, αλλά και εξόχως σημαντικά στοιχεία της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής! Μάλιστα, ισχυρίζονται ότι η γνωστοποίηση των εν λόγω στοιχείων στο όργανο ελέγχου θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης θα καταστήσει την ανωτέρω γνωστοποίηση μη αναστρέψιμη. Στο σημείο αυτό αναρωτιέται κάθε μέσος άνθρωπος ποιους ακριβώς επιχειρούν να καλύψουν οι δικαστικές ενώσεις και επικαλούνται τέτοιου είδους επιχειρήματα. Διότι είναι προσβλητικό αλλά και υποτιμητικό για κάθε δικαστικό λειτουργό να γίνεται χρήση τέτοιων επιχειρημάτων προκειμένου να αποφύγει ο οποιοσδήποτε δικαστής τον έλεγχο της περιουσιακής του κατάστασης. Μάλιστα, αναρωτιέται κανείς ποια είναι η ανεπανόρθωτη βλάβη, που θα υποστεί ο δικαστικός λειτουργός αν δηλώσει στοιχεία της περιουσιακής του κατάστασης στο όργανο ελέγχου.

Περαιτέρω, οι δικαστικές ενώσεις προβάλλουν ως αντισυνταγματική την υποχρέωση δήλωσης της περιουσιακής κατάστασης και των οικονομικών συμφερόντων του εν διαστάσει συζύγου του υπόχρεου, κλείνοντας τα μάτια στην αδιαμφισβήτητη πρακτική όσων εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς, δωροληψίας κ.λπ. να καταθέτουν τα παρανόμως αποκτηθέντα χρήματα σε λογαριασμούς πρώην και νυν συζύγων, τέκνων και συγγενών, αφού οι ίδιοι αφενός υπόκεινται σε υψηλό κίνδυνο ελέγχου, αφετέρου αδυνατούν να τα δικαιολογήσουν.

Τέλος, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το επιχείρημα των δικαστικών ενώσεων ότι οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και οι δηλώσεις οικονομικών συμφερόντων των μελών τους ελέγχονται υποχρεωτικά και συνεπώς είναι απόλυτα βέβαιο ότι τα προσωπικά τους δεδομένα θα υποβληθούν σε επεξεργασία και ενδεχομένως ορισμένοι εξ αυτών να κληθούν για παροχή εξηγήσεων, υπό την απειλή βαρύτατων ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, χωρίς μάλιστα να προκύπτει ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος. Σε αυτό το σημείο, οι δικαστικές ενώσεις θα πρέπει να μας απαντήσουν στο εξής απλό ερώτημα:

Θέλουν οι δικαστές να ελέγχονται για την προέλευση των περιουσιακών τους στοιχείων, όπως οι υπόλοιπες κατηγορίες υπόχρεων προσώπων ή όχι; Γιατί αν δεν θέλουν, να μας το πουν ευθέως. Προφανώς και όποιος δηλώνει περιουσιακά στοιχεία των οποίων την προέλευση δεν μπορεί να δικαιολογήσει, θα κληθεί στην παροχή εξηγήσεων, είτε είναι δικαστής, είτε είναι υπουργός, είτε μετακλητός υπάλληλος. Αυτό είναι και το νόημα του ουσιαστικού ελέγχου, άλλωστε, η παροχή δηλαδή εξηγήσεων σε περίπτωση μη επαρκούς δικαιολόγησης των αποκτηθέντων στοιχείων περιουσιακής κατάστασης. Ο δε σκοπός του δημοσίου συμφέροντος προφανώς και είναι η διαφάνεια στον δημόσιο βίο και στη συγκεκριμένη περίπτωση στον δικαστικό βίο της χώρας.

Αυτό που γεννά απορίες είναι το γεγονός ότι το «πόθεν έσχες» των δικαστικών λειτουργών ελεγχόταν μεταξύ του 2011 και του 2014 από όργανα ελέγχου, που δεν απαρτίζονταν κατά πλειοψηφία από δικαστές. Ωστόσο, οι δικαστικές ενώσεις δεν προσέφυγαν τότε κατά του νόμου, που αφορούσε στο «πόθεν έσχες» για τους ίδιους λόγους, που τώρα επικαλούνται. Επομένως, το ερώτημα που αναπόφευκτα τίθεται είναι τι άλλαξε από το 2011 έως το 2015 και οι δικαστικές ενώσεις αποφάσισαν να ξεκινήσουν να υποβάλλουν σειρά αιτήσεων ακύρωσης κατά των νόμων, που αφορούν στο «πόθεν έσχες», δεδομένου ότι από το 2015 και μετά έχουν υποβληθεί τέσσερις αιτήσεις ακύρωσης κατά των νόμων και των υπουργικών αποφάσεων, που αφορούν στο «πόθεν έσχες». Η απάντηση είναι απλή. Δύο πράγματα άλλαξαν. Το πρώτο είναι η διακυβέρνηση της χώρας και το δεύτερο ότι η δήλωση περιουσιακής κατάστασης από εδώ και στο εξής θα γίνεται ηλεκτρονικά, κάτι το οποίο σημαίνει καλύτερη διασταύρωση στοιχείων, που καθιστά τον έλεγχο αποτελεσματικό σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς της έγγραφης υποβολής, με την οποία ο έλεγχος ήταν δειγματοληπτικός και στην ουσία αναποτελεσματικός.

Επομένως, αυτό, που ενοχλεί πραγματικά τις δικαστικές ενώσεις είναι ο ουσιαστικός πλέον έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης μέσω της ηλεκτρονικής υποβολής και μάλιστα από αυτή την κυβέρνηση. Όταν ο δικαστικός βίος της χώρας έχει περάσει από την φουρτούνα των παραδικαστικών κυκλωμάτων, προφανώς και απαιτείται να υπάρχει διαφάνεια και έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.

Εδώ και αρκετό καιρό έχει αρχίσει ένας πόλεμος. Πόλεμος όχι μόνο στα έδρανα της Βουλής και στα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά και στις αίθουσες των δικαστηρίων. Και μάλιστα των ανωτάτων δικαστηρίων. Τον βιώσαμε τόσο με τους προηγούμενους νόμους για το «πόθεν έσχες» όσο με τις τηλεοπτικές άδειες και την ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Οι δικαστικές ενώσεις καλό θα ήταν να μείνουν έξω από αυτή την αντιπαράθεση. Διότι πλέον δεν θα μιλάμε για ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία, αλλά για την ανεξαρτησία της εκτελεστικής από τη δικαστική εξουσία. Δεν είναι οι δικαστές αυτοί που κυβερνούν και νομοθετούν. Έργο της δικαστικής εξουσίας είναι να ελέγχει την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, όχι να τις αντιστρατεύεται και να τις υποκαθιστά.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ανήθικοι και επικίνδυνοι

Όσο πλησιάζει η ώρα να έρθει η συμφωνία των Πρεσπών στην Ολομέλεια της Βουλής, τόσο η τακτική της Ν.Δ. γίνεται πιο ανήθικη, αλλά και πιο επικίνδυνη. Είναι σαφές ότι η Ν.Δ. θέλει να αποφύγει με κάθε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο