Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ιδιοκτησία προγράμματος και ΔΝΤ

- ι κυβερνήσεις υποχρεωνόντουσαν να δεχτούν οποιουσδήποτε όρους έθετε το ΔΝΤ προκειμένου να πάρουν τη χρηματοδότηση σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά στη συνέχεια προσπαθούσαν να μην τους εφαρμόσουν όλους ή τουλάχιστον κάποιους από αυτούς.

Του Κωστή Παπαδημητρίου*

Ο όρος «ιδιοκτησία του προγράμματος», που πλέον έχει ενταχθεί στο δημόσιο διάλογο, δεν εμφανίζεται ουσιαστικά στη συζήτηση για τα ελληνικά προγράμματα παρά τον Ιούνιο του 2012 με την επιστολή του τότε πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με την οποία ενημέρωνε ότι δεν μπορούσε να παραστεί λόγω του προβλήματος με την οφθαλμολογική επέμβαση. Η επιστολή ανέφερε ότι «η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας αποδέχεται την ιδιοκτησία του προγράμματος σταθεροποίησης και είναι πλήρως δεσμευμένη στους στόχους, στους αντικειμενικούς σκοπούς και σε όλες τις βασικές πολιτικές του Προγράμματος».

Όμως, ο μάλλον δύστροπος, ακόμη και στα αγγλικά, όρος δεν έχει να κάνει με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Ακόμη κι έτσι, δεν αναφέρεται στο πρώτο μνημόνιο με το ΔΝΤ, αλλά μόλις στο δεύτερο (21 Δεκεμβρίου 2012): «Η ιδιοκτησία του προγράμματος και όλες οι εκτελεστικές ευθύνες στην εφαρμογή του προγράμματος παραμένουν στην ελληνική κυβέρνηση».

Η εισαγωγή της έννοιας της «ιδιοκτησίας» στην σκέψη του ΔΝΤ έρχεται σε αντιπαράθεση με την έννοια της «αιρεσιμότητας» ή των «προϋποθέσεων χρηματοδότησης» (conditionality), των μέτρων δηλαδή που πρέπει να πάρει η χώρα ώστε να λάβει την χρηματοδότηση που χρειάζεται. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, η αιρεσιμότητα ήταν σχετικά απλή: οι δεσμεύσεις είχαν να κάνουν με το μακροοικονομικό πλαίσιο, αλλά και τη διαπραγμάτευση εντός του πλαισίου των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών του Bretton Woods. Βασικός στόχος ήταν να μην καταφεύγουν σε πολιτικές προστατευτισμού οι χώρες που βρίσκονται σε κρίση ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών προκαλώντας προβλήματα σε άλλες χώρες. Σε μεγάλο βαθμό οι πολιτικές και οι απαιτήσεις του ΔΝΤ ήταν μέχρι τότε κεϋνσιανές στη φιλοσοφία τους. Από τη στιγμή που τα πράγματα άλλαξαν τόσο με την κατάρρευση της συμφωνίας του Bretton Woods και τη γενικότερη αλλαγή των διεθνών συνθηκών (συμφωνίες για την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου) όσο και με την πολιτική μετάλλαξη του ΔΝΤ σε πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού (Washington Consensus), η αιρεσιμότητα άρχισε να μπαίνει σε τελείως διαφορετική βάση. Πλέον οι προϋποθέσεις για τη χρηματοδότηση μπαίνουν σε μεγάλες λεπτομέρειες σχετικά με τις οικονομικές (και όχι μόνο) πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμόσει η χώρα που χρειάζεται πρόγραμμα.

Το ΔΝΤ σπανίως ήταν ευπρόσδεκτο και προηγουμένως, αλλά η αλλαγή αυτή κάνει τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα. Το απλό αποτέλεσμα ήταν ότι οι κυβερνήσεις υποχρεωνόντουσαν να δεχτούν οποιουσδήποτε όρους έθετε το ΔΝΤ προκειμένου να πάρουν τη χρηματοδότηση σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης αλλά στη συνέχεια προσπαθούσαν να μην τους εφαρμόσουν όλους ή τουλάχιστον κάποιους από αυτούς. Η εμπειρία αυτή προφανώς δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία, αλλά είναι κοινή σε όλες τις χώρες που μπήκαν σε πρόγραμμα, όπως παραδέχεται το ίδιο το ΔΝΤ στα επίσημα κείμενά του.

Για πολλούς λόγους, το ΔΝΤ έχει χειρότερη φήμη από ποτέ στο τέλος της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές του 2000, λόγω των αποτυχιών πρώτα με την ασιατική και ρωσική κρίση και στη συνέχεια με την Αργεντινή. Το αποτέλεσμα είναι ότι ανοίγει μια εσωτερική συζήτηση στο διεθνή οργανισμό που σύντομα επεκτείνεται και στην εξωτερική επικοινωνία του. Στην εσωτερική συζήτηση διατυπώθηκε η άποψη ότι η αιρεσιμότητα θα πρέπει να αλλάξει μορφή, θα πρέπει να πάψει να μπαίνει σε λεπτομέρειες και αντίθετα οι κυβερνήσεις θα πρέπει να προτείνουν το δικό τους πρόγραμμα πάνω σε κάποιες γενικές γραμμές που θα έχουν συμφωνηθεί με το Ταμείο. Το πρόγραμμα θα πρέπει να είναι βιώσιμο πολιτικά και κοινωνικά και αυτό είναι κάτι που μπορούν να το ξέρουν μόνον οι ίδιες οι χώρες και όχι τα στελέχη του ΔΝΤ. Για τους πιο κυνικούς, πολιτικά βιώσιμο δεν σημαίνει απαραίτητα ή αποκλειστικά να είναι ανεκτό από τα λαϊκά στρώματα, αλλά σημαίνει να είναι ανεκτό και από τα τμήματα της ολιγαρχίας που θίγονται από το πρόγραμμα. Παντού από όπου πέρασε το ΔΝΤ οι θιγόμενες ολιγαρχίες πέρασαν το κόστος στα λαϊκά στρώματα μέχρι που αυτά βγήκαν στους δρόμους, όπως επισήμανε σε παλαιότερο άρθρο του ο καθηγητής Simon Johnson, που είχε διατελέσει επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ από το Μάρτιο του 2007 έως τον Αύγουστο του 2008.

Η άλλη άποψη ήταν ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να «πιστεύουν» στα προγράμματα αυτά, να θέλουν να τα εφαρμόσουν προκειμένου να επιτύχουν. Με άλλα λόγια, η «επιβολή» θα πρέπει να είναι ακόμη πιο ισχυρή στις χώρες που είναι σε πρόγραμμα. Σε ένα θεμελιώδες γι αυτό το ζήτημα κείμενο, του Δεκεμβρίου του 2001, με τον τίτλο «Ενισχύοντας την ιδιοκτησία από τις χώρες των προγραμμάτων που υποστηρίζει το Ταμείο» (Strengthening Country Ownership of Fund-Supported Programs), διατυπώνεται ρητά ο ορισμός της νέας έννοιας: «Ιδιοκτησία είναι η εκούσια ανάληψη της ευθύνης ενός συμφωνημένου προγράμματος πολιτικών από τους αξιωματούχους μιας δανειολήπτριας χώρας που έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την εκτέλεση αυτών των πολιτικών με βάση την κατανόηση ότι το πρόγραμμα είναι επιτεύξιμο και εντός του συμφέροντος της χώρας».

Προφανώς κέρδισε η δεύτερη άποψη. Το ΔΝΤ θέλει οι κυβερνήσεις να δεσμεύονται όχι μόνο με την υπογραφή τους, αλλά και με την ψυχή τους. Η εσωτερική συζήτηση στο ΔΝΤ συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, όπως φαίνεται από δημόσια κείμενα του διεθνούς οργανισμού, αλλά η ουσία είναι ότι η πλευρά αυτών που βλέπουν περισσότερη αιρεσιμότητα στην έννοια ιδιοκτησία έχει επικρατήσει, τουλάχιστον προσωρινά.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, το ΔΝΤ βρίσκεται σε μια διαδικασία διαρκούς και πολλαπλούς μεταρρύθμισης. Αυτό οφείλεται στην αλλαγή των οικονομικών ιδεών, αλλά και στην αλλαγή των παγκοσμίων ισορροπιών, με την άνοδο χωρών που δεν κυριαρχούνται από το νεοφιλελεύθερο consensus. Φυσικά, σε μια αντιστροφή των ρόλων, η συντηρητική τεχνοδομή του ΔΝΤ αντιστέκεται στην μεταρρύθμιση με την ίδια ένταση που οι χώρες αντιστέκονται στις δικές του μεταρρυθμίσεις. Όμως, έχει ήδη επίσημα υιοθετήσει θέσεις υπέρ των περιορισμών στις κινήσεις κεφαλαίων (έστω και υπό προϋποθέσεις), τη σημασία του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή (πώς το δημοσιονομικό έλλειμμα μπορεί να βοηθήσει την οικονομία) ή την ανάγκη αντιμετώπισης των οικονομικών ανισοτήτων με τρόπο που θα ήταν αδιανόητος λίγα χρόνια νωρίτερα. Δυστυχώς αυτό δεν είχε αντανάκλαση στην πολιτική απέναντι στην Ελλάδα.

Για την Ελλάδα το ΔΝΤ σύντομα θα αποτελέσει περισσότερο ή λιγότερο παρελθόν. Η επιστροφή του στην Αργεντινή μετά από την αναπάντεχη και αχρείαστη πρόσκληση του νεοφιλελεύθερου προέδρου Μάκρι είναι μια προσπάθεια επιστροφής στα γνώριμα ιδεολογικά εδάφη και πολιτικές. Όμως, ο διεθνής οργανισμός θα υποχρεωθεί να αναγνωρίσει ότι η «αιρεσιμότητα» και η «ιδιοκτησία του προγράμματος» δεν λειτουργούν και ότι θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί επιτέλους το ίδιο και σε αυτόν τον τομέα προκειμένου να ανταποκριθεί στις συνθήκες του 21ου αιώνα.

 

* Οικονομολόγος

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το αβέβαιο παγκόσμιο μέλλον και οι δυνάμεις του καλού

Οι δυνάμεις του καλού υπάρχουν παντού, πρέπει όμως να ανασυγκροτηθούν πολιτικά και προγραμματικά. Και η Αριστερά, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, πρέπει να μελετήσει τις ιστορικές απαιτήσεις στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί

Δειτε ολοκληρο το αρθρο