Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αφαιρώντας το ζήτημα του ονόματος από τις διασυνοριακές σχέσεις

Στις αναλύσεις μας για την τρέχουσα κατάσταση των βαλκανικών υποθέσεων δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να σκεφτόμαστε ξεχωριστά την πολιτική και την οικονομία. Δεν έχουμε άλλες ευκαιρίες να αναπαριστούμε τη σχέση μας μέσα από το πρίσμα των εθνών, των συνόρων και των διαφορών - αλλά μάλλον μέσα από το πρίσμα της κοινής δυσκολίας και των δυνατοτήτων για κοινή προσπάθεια.

Του Anastas Vangeli*

Πριν από δέκα χρόνια, όταν η Ελλάδα άσκησε βέτο στην ένταξη της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ, ενέργεια που οδήγησε στην κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων, μια ομάδα ανθρώπων και από τις δύο πλευρές των συνόρων ένωσαν τις δυνάμεις τους συζητώντας για τον εθνικισμό, τον μιλιταρισμό και όλες τις μορφές εκμετάλλευσης και επιθετικότητας στις οποίες είχαν λάβει μέρος οι χώρες μας. Ως νέος ακτιβιστής, ήμουν τυχερός να είμαι μέρος της συνάντησης που αποκαλέσαμε Αντιεθνικιστική Αντιμιλιταριστική Πρωτοβουλία -μια ανεκτίμητη εμπειρία αμοιβαίας κατανόησης, ανάπτυξης αλληλεγγύης και, συνολικά, μια θετική κοινωνική συμβολή.

Παρ’ όλο που η κοινή αντιεθνικιστική μας πρωτοβουλία δεν είχε αντίκτυπο στις επικρατούσες πολιτικές και δεν εξελίχθηκε σε σημαντικό πολιτικό κίνημα, εντούτοις χρησίμευσε ως διακήρυξη ότι ανάμεσα στη μνησικακία και τις πολιτικές διαιρέσεων κάποιοι λίγοι δρώντες και στις δύο χώρες άδραξαν την ευκαιρία να ξεκινήσουν τον πολύ αναγκαίο διασυνοριακό διάλογο. Εγώ ο ίδιος από τότε συνέχισα να γράφω πολλά άρθρα και ένα βιβλίο για το ζήτημα της διαφωνίας ως προς το όνομα, πριν τελικά μπουχτίσω και επικεντρωθώ σε άλλες προκλήσεις.

Δέκα χρόνια αργότερα το ζήτημα της ονομασίας είναι πάλι στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με έναν φαινομενικά διαφορετικό τόνο: οι κυβερνήσεις τόσο στα Σκόπια όσο και στην Αθήνα δημιούργησαν μια κοινή αίσθηση επείγουσας ανάγκης για επίλυση και έλαβαν μέρος σε μια ενεργητική και φαινομενικά εποικοδομητική συζήτηση και από τις δύο πλευρές.

Φυσικά κανείς δεν εγγυάται ότι διαφαίνεται λύση στον ορίζοντα -μια πρόσφατη εντατικοποίηση των σχέσεων της Μακεδονίας με την Τουρκία και τα ελληνικά σκάνδαλα διαφθοράς μπορεί να υποδηλώνουν μια επιβράδυνση του διασυνοριακού διαλόγου. Ωστόσο, τουλάχιστον ονομαστικά, και οι δύο κυβερνήσεις φαίνεται να έχουν την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσουν αυτό που είναι ένα αρκετά κοστοβόρο ζήτημα, τουλάχιστον με όρους εγχώριας πολιτικής στήριξης.

Παρ’ όλο, λοιπόν, που αυτές οι εξελίξεις πρέπει γενικά να χαιρετιστούν, πρέπει επίσης να εξεταστούν στο σωστό τους πλαίσιο. Αυτό το γεγονός καθιστά την κατάσταση λιγότερο θετική από ό,τι φαίνεται στην επιφάνεια. Το να είναι κανείς πάρα πολύ ενθουσιώδης συνεπάγεται πάντα να χάνει την πιο περίπλοκη μεγαλύτερη εικόνα.

Τουλάχιστον στη Μακεδονία η λύση του ζητήματος του ονόματος ισοδυναμεί με μια τάχιστη είσοδο στο ΝΑΤΟ, στόχος που ψευδώς απεικονίζεται ως πανάκεια για όλα τα ζητήματα ασφάλειας και τις πολιτικές ανησυχίες (είτε αληθινές είτε επινοημένες), συμπεριλαμβανομένης της επιβίωσης της Μακεδονίας ως χώρας -χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν όχι μόνο η σκοτεινή πλευρά του νατοϊκού παρεμβατισμού, αλλά επίσης τα οικονομικά κόστη τού να είναι μια χώρα μέλος του ΝΑΤΟ, καθώς και η πολιτική αβεβαιότητα που απορρέει από την προσχώρηση σε μια στρατιωτική συμμαχία, όπου πρώτη δύναμη είναι οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τράμπ και δεύτερη η Τουρκία του Ερντογάν.

Επιπροσθέτως, ουσιαστικά η Μακεδονία είναι ήδη υπό τη στρατιωτική ομπρέλα των ΗΠΑ με τη Στρατηγική Εταιρική Σχέση του 2008, που μέχρι τώρα χρησίμευσε ως αντιστάθμισμα για την καθυστερημένη συμμετοχή στη Συμμαχία -γεγονός που σημαίνει ότι η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ δεν είναι τόσο επείγουσα ή απαραίτητη όσο απεικονίζεται. Ένα άλλο ζήτημα είναι η ένταξη της Μακεδονίας στην Ε.Ε., αλλά αυτή είναι μια διαδικασία που, ακόμη και αν όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο, πιθανότατα δεν θα εκπληρωθεί πριν από το 2030.

Η πραγματική λύση διαφαίνεται ότι θα έρθει υπό τη μορφή μιας νέας διακυβερνητικής συμφωνίας για ένα συγκεκριμένο πρόθεμα στη λέξη «Μακεδονία», με ένα νέο όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο διεθνές επίπεδο. Δεν είναι σαφείς οι λεπτομέρειες για τις αλλαγές πέρα από το ίδιο το όνομα, σχετικά με τη γλώσσα ή την ταυτότητα. Παρ’ όλα αυτά, είναι ανόητο να πιστεύουμε ότι τέτοιες συμφωνίες θα προκαλέσουν μια ουσιαστική αλλαγή στις κοινωνικές πρακτικές ονομασίας και αναφοράς στη Μακεδονία.

Ένα τρένο υψηλής ταχύτητας από τα Σκόπια προς τη Θεσσαλονίκη, μια τακτική πτήση μεταξύ των Σκοπίων και της Αθήνας, μια διασυνοριακή οικονομική συνεργασία, οι ανταλλαγές μεταξύ ανθρώπων, ακόμη και η ανοιχτή συζήτηση για ιστορικά σημεία σύγκλισης και ομοιότητας, θα προσφέρουν πολλά περισσότερα στις διμερείς σχέσεις
από ό,τι μπορούν να κάνουν οι διαπραγματεύσεις για τα προθέματα
και τον γεωγραφικό προσδιορισμό.

Για να παραφράσω ένα πρόσφατο άρθρο από έναν Έλληνα αρθρογράφο, ακόμα κι αν το όνομα αλλάξει, κανένας στη Μακεδονία δε θα αναφέρεται περήφανα για τον εαυτό του ως «Άνω Μακεδόνας» ούτε οι Έλληνες θα σταματήσουν να αποκαλούν τους Μακεδόνες «Σκοπιανούς». Μολαταύτα, είναι πολύ πιθανόν ότι στην περίπτωση ενός βεβιασμένου συμβιβασμού και οι δυο πλευρές θα έχουν την αίσθηση της ήττας, που μετά θα ενισχύσει τον εθνικισμό που βασίζεται στον θυματοποιητικό λόγο. Η ένταση θα βρει τρόπους για να εκδηλωθεί -είτε μέσω σχισμένων ελαστικών των μακεδονικών αυτοκινήτων στη Χαλκιδική είτε με σχίσιμο ελαστικών ελληνικών αυτοκινήτων στη Μακεδονία∙ και μέσω της περαιτέρω τροφοδοσίας του εθνικιστικού λαϊκισμού. Και δεν θα υπάρξει εγγύηση ότι μια μελλοντική κυβέρνηση είτε από τη μια είτε από την άλλη χώρα δεν θα αναιρέσει τη συμφωνία, ιδιαιτέρως αν εφαρμοστεί χωρίς δημοψήφισμα.

Με αυτήν την έννοια, το «να λυθεί το ζήτημα του ονόματος» είναι μια ανώφελη προσέγγιση. Μπορεί να επιτύχει, αλλά μπορεί και να αποτύχει∙ ακόμα κι αν επιτύχει, θα έχει μειωμένη αποτελεσματικότητα και πολύ πιθανόν αντιδράσεις. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι τα πράγματα μεταξύ των δυο πλευρών πρέπει να αφεθούν ως έχουν -μάλλον το αντίθετο- υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει! Ωστόσο, πρέπει να ξανασκεφτούμε τα βασικά στις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων και να στοχεύουμε ψηλότερα από ποτέ.

Κατά τη διαμόρφωση μιας κατάλληλης διασυνοριακής προσέγγισης πρέπει να αναλογιστούμε την υλική πραγματικότητα των χωρών και τις ανάγκες του πληθυσμού τους. Στο πιο ακραίο σημείο της μανίας αρχαιοποίησης υπό τον Γκρούεφσκι οι πολίτες στη Μακεδονία έλεγαν ότι «δεν μπορούμε να φάμε τις αναθεματισμένες εθνικές ρίζες», υπογραμμίζοντας την πραγματική πείνα που αισθάνονται πολλοί Μακεδόνες που ζουν σε μια από τις φτωχότερες και πιο άνισες χώρες της Ευρώπης. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό που ορίζει τόσο την Ελλάδα όσο και τη Μακεδονία -και τα Βαλκάνια γενικά- είναι η άγρια οικονομική κατάσταση και οι δύσκολες προοπτικές για το μέλλον.

Στις αναλύσεις μας για την τρέχουσα κατάσταση των βαλκανικών υποθέσεων δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να σκεφτόμαστε ξεχωριστά την πολιτική και την οικονομία. Δεν έχουμε άλλες ευκαιρίες να αναπαριστούμε τη σχέση μας μέσα από το πρίσμα των εθνών, των συνόρων και των διαφορών -αλλά μάλλον μέσα από το πρίσμα της κοινής δυσκολίας και των δυνατοτήτων για κοινή προσπάθεια. Για να εμπνεύσουμε μια αλλαγή με νόημα, χρειαζόμαστε μια διασυνοριακή πρωτοβουλία για ολοκληρωμένη συνεργασία που θα οδηγήσει στην οικονομική ολοκλήρωση ως μέσο συνεργασίας ενόψει των αναπτυξιακών προκλήσεων -σε ένα πλαίσιο ευρύτερης περιφερειακής συνεργασίας στα ευρύτερα Βαλκάνια, μια περιοχή δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, η οποία συμβαίνει να έχει μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές τοποθεσίες. Η ρητορική της φιλίας, της κατανόησης και της καλής πίστης δεν αρκεί -πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε μια ατζέντα συνδεσιμότητας, αποπεριφερειοποίησης και αναδιανομής.

Η περιφερειακή οικονομική συνεργασία είναι φυσικά μια ήδη υπαρκτή ιδέα. Εκτός από τους εξωτερικούς δρώντες που προωθούν τα οράματά τους για την οικονομική αρχιτεκτονική των Βαλκανίων, μια σημαντική χρονική στιγμή ήταν η έναρξη πολλών διασυνοριακών συζητήσεων και πρωτοβουλιών, με τους Βαλκάνιους ηγέτες να ενεργοποιούνται στην παγκόσμια πολιτική οικονομία. Φυσικά, δεν πρέπει κανείς να έχει αυταπάτες ότι οι ηγέτες των Βαλκανίων έγιναν ξαφνικά ήρωες -δεν είναι και ακόμα υποφέρουν από πολλές από τις παλαιές ασθένειες- ωστόσο η προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας είναι ένα ποιοτικό βήμα που χρειάζεται να αγκαλιαστεί από όλες τις προοδευτικές φωνές. Η εστίαση στη σύνδεση των υποδομών είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης, μιας και η περιοχή έχει σημαντικές διαφορές ως προς αυτές και το να χτίζουμε δρόμους και γέφυρες είναι προαπαιτούμενο για οποιοδήποτε βήμα μπροστά.

Έτσι, παρ’ όλο που οι προϋποθέσεις είναι εκεί, η ερώτηση εδώ είναι: Μπορούν Μακεδονία και Ελλάδα να προχωρήσουν στην ανάπτυξη μιας οικονομικής συνεργασίας με νόημα, χωρίς να έχουν επιλύσει το ζήτημα του ονόματος; Ή για να επαναδιατυπώσω: Οι δύο κυβερνήσεις έχουν τη δυνατότητα να παραμερίσουν τη διαφωνία και να επικεντρωθούν σε απτά ζητήματα στο επερχόμενο μέλλον; Μπορούν να δουν ο ένας τον άλλον όχι μέσω του πρίσματος αμφισβητούμενων συμβόλων, αλλά μάλλον μέσω του πρίσματος του ανεκμετάλλευτου οικονομικού δυναμικού και της οικονομικής συμπληρωματικότητας;

Για να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με αυτόν τον τρόπο, ίσως πρέπει να βγούμε από τη συνήθη πλαισίωσή του. Συνήθως συσχετίζουμε τις ελληνο-μακεδονικές σχέσεις με τη διαμάχη για το όνομα, την αμφισβητούμενη ιστορία, ίσως την ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική υψηλή πολιτική -και πρόσφατα με τη ροή των προσφύγων και την ευρωπαϊκή κρίση αλληλεγγύης. Ωστόσο, εγώ ο ίδιος είχα συναντήσει μια διαφορετική αντίληψη και ένα όραμα για τα Βαλκάνια σε μια χώρα πολύ μακριά -τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Όταν μιλάμε για την Ελλάδα και τη Μακεδονία, οι Κινέζοι δεν ασχολούνται καν με τη διαφωνία περί ονόματος, αλλά μιλάνε για τον εκσυγχρονισμό του σιδηρόδρομου, την κατασκευή αυτοκινητοδρόμων και ακόμη και μια πλωτή οδό κατά μήκος του Βαρδάρη / Αξιού, την ενίσχυση του εμπορίου και των επενδύσεων κ.ο.κ. Φυσικά, ο κινεζικός τρόπος δεν θα πρέπει να εξιδανικεύεται, αλλά χρησιμοποιείται μάλλον ως έμπνευση για να σκεφτούμε διαφορετικά όταν αναπτύσσουμε τη δική μας ιδιάζουσα προσέγγιση στην περιφερειακή συνεργασία.

Η Κίνα έχει επίσης υποστηρίξει την οικονομική συνεργασία στο περιβάλλον της, παραμερίζοντας διαφορές που είναι πολύ πιο επικίνδυνες. Εάν οι Ασιάτες μπορούσαν να εμβαθύνουν την περιφερειακή ολοκλήρωση υπό τη σκιά των πυρηνικών όπλων, γιατί δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε εμείς σε μια κατάσταση πολύ πιο ευνοϊκή;

Ένα τρένο υψηλής ταχύτητας από τα Σκόπια προς τη Θεσσαλονίκη, μια τακτική πτήση μεταξύ των Σκοπίων και της Αθήνας, μια διασυνοριακή οικονομική συνεργασία, οι ανταλλαγές μεταξύ ανθρώπων, ακόμη και η ανοιχτή συζήτηση για ιστορικά σημεία σύγκλισης και ομοιότητας, θα προσφέρουν πολλά περισσότερα στις διμερείς σχέσεις από ό,τι μπορούν να κάνουν οι διαπραγματεύσεις για τα προθέματα και τον γεωγραφικό προσδιορισμό. Μια συζήτηση σχετικά με το εάν μια πλωτή οδός κατά μήκος του Αξιού είναι εφικτή θα είναι πολύ πιο γόνιμη από μια συζήτηση για το πώς να πειστεί ή να παρακαμφθεί το κοινό όταν γίνει η τελική συμφωνία για το όνομα.

Οι συναντήσεις μεταξύ μαθητών θα ενισχύσουν σε μεγαλύτερο βαθμό την κατανόηση και τη συμπόνια από τις συναντήσεις μεταξύ διπλωματών. Αλλά το πιο σημαντικό, μόλις υπάρξει μια στενότερη συνεργασία, συντονισμός -και στη συνέχεια αλληλεξάρτηση- το ίδιο το όνομα θα αποτελεί λιγότερο συγκρουσιακό ζήτημα και θα μειωθούν τα εμπόδια για τη λύση του -εάν εξακολουθεί να υπάρχει ανάγκη γι’ αυτό. Εν τω μεταξύ, μιλώντας για -και αναπτύσσοντας- την οικονομία, θα αποκαταστήσουμε ένα μεγάλο μέρος της χαμένης ενεργητικότητας της περιοχής στην παγκόσμια πολιτική οικονομία, θα ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη και θα οικοδομήσουμε ένα καλύτερο μέλλον εμείς οι ίδιοι.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΓΓΑΣ

* Πολιτικός επιστήμονας από την ΠΓΔΜ

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια