Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αρπαγές και φωνασκίες ή «ο ζημιών το έθνος ουδένα ζημιοί»

Φυσικά και θα ήταν αφέλεια να περιμένει κανείς να αναλάβει κάποιος από αυτούς τις ευθύνες του, να μετρήσει τα λόγια του και να μαζέψει τα χουγιαχτά του

Του Δημήτρη Βλαχοπάνου*

Μολογάει στα “Απομνημονεύματά” του ο Γιάννης Μακρυγιάννης (1797– 1864) κάπου εκατόν πενήντα τόσα χρόνια πριν. Λένε του αδερφού του Κορφιωτάκη: «Ο αδερφός σου έφαγε τόσα εθνικά υποστατικά και χρήματα του έθνους...». «Ήταν άξιος και τα πήρε όλα αυτά» λέγει. «Κι από την αξιότητά του αυτή τον έβαλε κι ο βασιλέας δυο βολές υπουργό, μίαν εις την Οικονομία. (Και διόρθωσε όλα αυτά όπου είχε κάμει και πήρε κι άλλα). Κάνει το νομοσκέδιο ο Χρηστίδης, ο υπουργός ο τωρινός της Οικονομίας. Πουλεί κι αυτός το σμυρίδι έντεκα δραχμές το καντάρι· του δίνουν δεκάξι· «το ’δωσα τώρα», λέγει. Πιάνει ο Μπάλμπης, που ήταν υπουργός της Οικονομίας, τον συνάδελφό του τον Γεωργαντά Νοταρά, υπουργό του Εσωτερικού, και του ζητεί τα όσα έχει κατακρατήσει του Έθνους, 350 χιλιάδες δραχμές. «Κι αν δεν τα δώσεις», του λέγει, «δε συνεδριάζουμε μαζί· παρατιέμαι». Του λέγει ο βασιλέας· «είναι δεκτή η παραίτησή σου».

Έκτοτε επικράτησε η γνωστή τακτική αρκετών αξιωματούχων του ελληνικού κράτους να βάζουν και κάτι στην τσέπη τους από την περιουσία της πατρίδας, κάνοντας κανόνα της θέσης τους και σκοπό της ζωής τους το ευφυές απόφθεγμα: «ο ζημιών το έθνος ουδένα ζημιοί». Κύλησαν τα χρόνια, έζησε λαμπρές και τραγικές στιγμές ο λαός, πέρασε η πατρίδα μεταξύ σφύρας και άκμονος, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, πέρασαν απ’ τους θώκους της κυβερνήσεις και κυβερνήσεις, αλλά το κακό σταματημό δεν είχε. Αντιθέτως μάλιστα· έπαιρνε κάθε φορά μεγαλύτερες διαστάσεις, με τα ποσά να γίνονται μυθικά και απροσμέτρητα.

Και φτάσαμε εδώ. Στη νέα τραγωδία των Μνημονίων και των κρίσεων, που έριξαν τον λαό στην απόγνωση και την ολιγαρχία του πλούτου στις γιορτές και τα πανηγύρια.

Γι’ αυτό ακριβώς και όλο αυτό το σάπιο κατεστημένο που έχει μετατρέψει τη χώρα μας σε οικόπεδο και αποικία του. Όλο αυτό το διεφθαρμένο τσίρκο της αρπαγής και του διαγουμίσματος που έχει δει την Ελλάδα σαν αγελάδα και την αρμέγει αλύπητα και αστόχαστα. Όλοι αυτοί οι θυμωμένοι γίγαντες της πολιτικής ηθικής και δημόσιας διοίκησης που έχουν χώσει τον λαό στο πορτοφόλι τους και τον έχουν ξεζουμίσει σωρεύοντας ελαφρά τη καρδία εκατομμύρια στους λογαριασμούς τους. Όλο αυτό το μεταμφιεσμένο συνονθύλευμα της ρητορείας και της αβάσταχτης ελαφρότητας δεν μοιάζει να το απασχολεί ιδιαίτερα αν έφαγε και πόσα έφαγε. Θεωρεί, ενδεχομένως, πως καλά έκανε. Δικά μας ήταν, λένε από μέσα τους και μεταξύ τους, κι ό,τι θέλαμε τα κάναμε. Λογαριασμό θα δίναμε;

Αυτό που το απασχολεί και αναγορεύει, ωστόσο, σε μείζον θέμα είναι γιατί να βγει στη φως η κλεψιά και ποιοι είναι αυτοί που τη φανέρωσαν. Κι αγριεύοντας το μάτι του, χτυπά το τραπέζι με κρότο και εκτοξεύει απειλές προς κάθε κατεύθυνση, εφαρμόζοντας τη γνωστή λαϊκή ρήση «φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί ο νοικοκύρης». Φυσικά και θα ήταν αφέλεια να περιμένει κανείς να αναλάβει κάποιος από αυτούς τις ευθύνες του, να μετρήσει τα λόγια του και να μαζέψει τα χουγιαχτά του. Αν είχε την ελάχιστη αυτή ψυχική και ηθική δύναμη, θα είχε φροντίσει να μαζέψει και τα χέρια του από το υστέρημα και τον ιδρώτα του λαού.

Δεν την είχε. Και δεν την έχει ούτε τώρα. Και φωνασκεί, φοβερίζοντας και τη Δικαιοσύνη. Γιατί την έβλεπε ως δικό του βιλαέτι κι αυτή. Τι μένει; Να τους στείλει απερίσπαστη η Δικαιοσύνη εκεί που θα κρίνει αυτή. Κι ο λαός να τους βάλει εκεί που τους πρέπει.

* Ο Δημήτρης Βλαχοπάνος είναι φιλόλογος - συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια