Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Διαμεσολάβηση: μηχανισμός προαγωγής συναίνεσης ή συμφωνίας μη διαφωνίας;

Bernardino Mei, "Αλληγορία της Δικαιοσύνης", 1656

Η «διαμεσολάβηση» γεννήθηκε στον δρόμο γιατί η κοινωνία την αξίωσε, ένιωσε τη ανάγκη της. Στη χώρα μας εισήχθη ως ευρωενωσιακή οδηγία, την οποία ως άλλο «τούβλο» προσπαθούμε να εισαγάγουμε στο «νεοκλασικό οικοδόμημα» του ιδιωτικού δικαίου

Του Δημήτρη Π. Κυριακαράκου*

 

Ήμουν σχεδόν εικοσιπέντε ετών, προ δεκαοκταετίας δηλαδή, όταν επέστρεψα από το Λονδίνο, έχοντας περατώσει και τη μεταπτυχιακή μου σπουδή, οπότε ίδρυσα στην Ελλάδα με τη συνδρομή του ΟΤΑ «Δήμος Κορυδαλλου» το πρώτο κέντρο διαμεσολάβησης στα πρότυπα των community mediation centers των αγγλοσαξωνικών χωρών. Το έτος 2000, επί προ Ολυμπιακών ευμάρειας, η ίδια η έννοια της «διαμεσολάβησης» φάνταζε από ξενική έως έννοια περιττής πολυτέλειας. Δεν είχε όμως την ίδια άποψη ο μαχόμενος δικηγόρος Πειραιά και δυναμικός τοτινός δήμαρχος του Κορυδαλλού κ. Στ. Χρήστου. Η διαμεσολάβηση και οι εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών ήταν το αντικείμενο της πτυχιακής μου εργασίας κατά το πρώτο μου πτυχίο στο καινοτόμο και προοδευτικό πανεπιστήμιο «London South Bank University. Η εφαρμογή της εργασίας αυτής έλαβε χώρα για έξι χρόνια περίπου στον πολυποίκιλο πληθυσμιακά αυτό δήμο της Β’ εκλογικής περιφέρειας Πειραιά διά της ίδρυσης της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με επωνυμία «Κέντρο διαμεσολάβησης Κορυδαλλού». Οι δημότες το οικειοποιήθηκαν σε σχετικά σύντομο από την ίδρυσή του χρονικό διάστημα.

Σημειωτέον, η «διαμεσολάβηση» (αγγλ. mediation) ιστορικά δεν συστήνει επιστημονική καινοτομία εκ νομικού και θεσμικού κόσμου ορμώμενη. Κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’70, της εποχής οπότε η ατομική ελευθερία φλέρταρε εκ του σύνεγγυς με την ελευθεριότητα, οπότε η ξέφρενη νιότη των πολυπολιτισμικών συνοικισμών της κάτω Νέας Υόρκης και του ανατολικού Λος Άντζελες είχε αναδείξει τη συγκρουσιακή κουλτούρα σε καθημερινό modus vivendi, με τα γνωστά αποτελέσματα που παρακολουθούμε σε αμερικανικές ταινίες βαθέος κοινωνικού μηνύματος, ομάδα Αμερικανών ακαδημαϊκών και ακτιβιστών κοινωνικών επιστημόνων (κοινωνιολόγων, εγκληματολόγων, στατιστικολόγων) πήρε την κατάσταση στα χέρια της διότι η καταστολή είχε πια δώσει ό,τι ήταν να δώσει. Τα κέντρα κράτησης νέων, τα κρατητήρια και τα αναμορφωτήρια των Η.Π.Α. είχαν μετατραπεί σε «αποθήκες ψυχών». Ουδείς κέρδιζε, ούτε η πολιτεία, ούτε η οικονομία, ούτε η δημόσια τάξη. Κάτι δομικό και συνεκτικό έλειπε αναμεταξύ των διαφορετικών φυλετικών κοινοτήτων των πολυπολιτισμικών συνοικισμών, κάτι που να τους δίνει τη δυνατότητα να αισθάνονται αυτοδιάθετες. Αυτό το κάτι που έλειπε βρήκε υπόσταση στη «διαμεσολάβηση»: μια άτυπη, εκουσία, εξωδικαστική αλλά και εξωνομική ακόμα, πλην όμως δομημένη διαδικασία επίλυσης διαφορών, όπου ένας ουδέτερος, μη κριτικός τρίτος «διαχειριστής» (αγγλ. facilitator) βιωματικών πληροφοριών θα κατήρτιζε το περιβάλλον εκείνο στο οποίο οι αντιδιαλεγόμενοι, συχνά δε και αντιμαχόμενοι, θα «επέλεγαν» να διαπραγματευτούν και να τηρήσουν τη συμφωνία τους δίχως τη δαμόκλειο σπάθη των μηχανισμών της καταστολής. Μια δηλαδή οργανωμένη διαδικασία προαγωγής «μπέσας», του κατ’ εξοχήν εθίμου της γειτονιάς. Όσο για τον διαμεσολαβητή, δεν ήταν κάποιος «επίσημος» ή υπερ-διπλωματούχος αλλά κάποιος συντοπίτης έχων την καλή έξωθεν μαρτυρία, το τάλαντο να αφουγκράζεται και να προσλαμβάνει το βίωμα μιας διένεξης (αγγλ. dispute) και βεβαίως πιστοποιημένη εκπαίδευση. Ως τόπος, forum διαμεσολάβησης ορίζονταν τα κέντρα νεότητας των δημοτικών διαμερισμάτων των αμερικανικών μητροπόλεων. Η «διαμεσολάβηση» σε ολιγότερο από μία δεκαετία γνώρισε αλματώδη δημοφιλία, οι νέοι όλων των φυλών (Μαύρων, Λατίνων, Αγγλοσαξώνων, Ιρλανδών, Πορτορικανών) την αγκάλιασαν, διότι τους έδινε τη δυνατότητα να πάρουν τη σχέση τους στα χέρια τους, to be their own men, να αναπτύξουν δεξιότητες επικοινωνίας και συνύπαρξης, να σταματήσουν το αίμα που κυλούσε στους δρόμους συνεπεία των πολέμων συμμοριών και να οικοδομήσουν βιώσιμες συνοικίες. Η διαδικασία αυτή προήγαγε ένα υποφώσκον (αγγλ. underlying) κοινό συμφέρον που οι αντιμαχόμενοι αδυνατούσαν να συνειδητοποιήσουν. Μοιραία, μειωνόταν η δικηγορική και συνεπαγόμενα δικαστική ύλη.

Κάπου περί τας αρχάς της δεκαετίας του ’90 εμφανίζεται ανήσυχα αλλά διεκδικητικά στο τοπίο ο νομικός κόσμος που αξιώνει μερτικό στη δράση αυτή. Οι Αμερικανοί δικηγόροι αξιώνουν ρόλο mediator για εξωδικαστική επίλυση όχι διενέξεων αλλά καθαρά εννόμων διαφορών, δηλαδή διενέξεων που έχουν διογκωθεί στο επίπεδο της εννόμου παραβάσεως. Τη συνέχεια την ξέρουμε όσοι παρακολουθούμε τις γνωστές τηλεοπτικές σειρές δικαστικού δράματος ήδη από τας αρχάς της δεκαετίας του ’90. Οι δικηγόροι αναλαμβάνουν έναντι παχυλής αμοιβής τη σφυρηλάτηση «εντίμων συμβιβασμών», ενίοτε με περισσό κυνισμό, προκρίνοντας τι είναι συννόμως εφικτό και βιώσιμο, όχι πάντα τι είναι συννόμως δίκαιο. Άλλοθι συστήνει έκτοτε η προαγωγή ταχείας υλοποίησης των συναλλαγών, του «κοινού συμφέροντος», και η αποφυγή δαιδαλωδών και αβέβαιων διαδικασιών διαγνωστικού χαρακτήρα, όπως είναι εκ φύσεως η δίκη και η διαιτησία.

Στην Ελλάδα του σήμερα όμως, όπου ο θεσμός συνεστήθη ως μνημονιογενής «μεταρρύθμιση» και προβλήθηκε τόσο σθεναρά από επισήμους και ανεπίσημους φορείς ωσάν να προσπαθούσαν να πείσουν τον πολίτη πως το δικαστήριο είναι κάτι το μιαρό, το βάρβαρο, το απολίτιστο, η διαμεσολάβηση δεν βρήκε εύφορο έδαφος, παρά το γεγονός πως η «μπέσα» είναι θεμελιακό στοιχείο του νεο-ελληνικού λαογραφήματος. Ο πολίτης, σε εποχή οπότε η εμπιστοσύνη του στο πολιτικό σύστημα αμβλύνθηκε περισσότερο από άλλοτε, έχει προφανώς ανάγκη από τη «βούλα» των οργάνων επιβολής του δικαίου. Όταν μάλιστα κάτι προβάλλεται τόσο επιτακτικά, ως «καινοτόμος» πανάκεια, είναι φυσιολογικό και επόμενο να προξενεί καχυποψία. “Πού πάω”, “ποιοι είναι αυτοί που θα διαχειριστούν το πρόβλημά μου” και συναφή ερωτήματα είναι φυσικό να απασχολούν και τον πλέον φιλομαθή και καλόπιστο, ιδίως αυτόν. Περαιτέρω, η υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης, η οποία προκρίνεται από το σχέδιο νόμου για άπασες τις μικροδιαφορές ιδιωτικού δικαίου, δεν βοηθά την καλλιέργεια του θεσμού στη συνείδηση του διαδίκου. Δεν είναι δυνατόν να υποχρεώσεις αντιμαχόμενους να καθίσουν στο «στρογγυλό τραπέζι» για να «τα βρουν» εάν οι ίδιοι δεν αισθάνονται την ανάγκη αυτή. Μπορείς όμως να προβλέπεις ως Πολιτεία τη δυνατότητα της επιλογής της διαμεσολάβησης και σε προδικαστικό στάδιο αλλά και σε στάδιο εκκρεμοδικίας, γιατί όχι, θεσπίζοντας ένα επωφελές δικονομικό τεκμήριο υπέρ του διαδίκου που την αιτείται.

Η συνείδηση διαμορφώνει νομοθεσία, η νομοθεσία δεν διαμορφώνει συνείδηση αλλά κανονιστικό πλαίσιο. Πλαίσια τα οποία πειθαναγκάζουν τη συνείδηση μοιραία περιφρονούνται από τον πολίτη και τίθενται σε ανενέργεια. Η «διαμεσολάβηση» γεννήθηκε στον δρόμο γιατί η κοινωνία την αξίωσε, ένιωσε τη ανάγκη της. Στη χώρα μας εισήχθη ως ευρωενωσιακή οδηγία, την οποία ως άλλο «τούβλο» προσπαθούμε να εισαγάγουμε στο «νεοκλασικό οικοδόμημα» του ιδιωτικού δικαίου για να το ανακαινίσουμε. Μόνο που στις ανακαινίσεις είθισται να τηρείται το πλαίσιο του κτηρίου και μόνο, το εσωτερικό του αναδομείται εξ υπαρχής. Ο Αστικός Κώδικας και ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας χρήζει να αναδιαταχθούν για να δυνηθούν να εγκολπωθούν τη διαμεσολάβηση και ό,τι σχετικό προάγει τη βεβαιότητα των συναλλαγών και την ουσιαστική ατομική ελευθερία. Τις «μεταρρυθμίσεις» η Πολιτεία μόνο με την κοινωνία συνεργάτη έχει πιθανότητα να τις θεμελιώσει στέρεα και με προοπτική βιωσιμότητας για τη μετά τα Μνημόνια εποχή.

Καλή χρονιά, με καλή νομοθέτηση!

 

* Ο Δημήτρης Π. Κυριακαράκος είναι δικηγόρος LL.M. Διεθνούς και Συγκριτικού Δικαίου Οικονομίας & Εμπορίου του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου Λονδίνου

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Σταθερά και αποφασιστικά

Η συμφωνία των Πρεσπών είναι ένας από τους λόγους που μπορεί κανείς να είναι περήφανος γι' αυτή την κυβέρνηση. Είναι μια συμφωνία που κλείνει πληγές δεκαετιών και τις εμποδίζει να κακοφορμίσουν σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο