Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αβάσιμη κινδυνολογία για την επίσκεψη Ερντογάν

Ανρί Ματίς, "Οδαλίσκη με τούρκικη καρέκλα", 1928

Με δεδομένη τη θέση της Ελλάδας ότι ο διάλογος είναι ο μόνος δρόμος για την επίλυση των προβλημάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι αμοιβαίες επισκέψεις πρέπει να είναι αυτονόητες και όχι αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης

Του Πάνου Τριγάζη*

 

Φουντώνει η κινδυνολογία κάθε φορά που επισκέπτεται την Ελλάδα Πρόεδρος της Τουρκίας ή πρωθυπουργός. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, με την επίσκεψη του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ύστερα από πρόσκληση του Προκόπη Παυλόπουλου. Μεταξύ άλλων, ορισμένοι «φοβολογούν» για το γεγονός ότι στο πρόγραμμα επίσκεψης συμπεριλαμβάνεται και η Θράκη. Λες και η Θράκη αποτελεί προβληματική περιοχή της ελληνικής επικράτειας και οι εκεί Έλληνες πολίτες είναι εθνικά ύποπτοι. Ευτυχώς που κανείς Έλληνας σοβαρός πολιτικός δεν προτείνει διακοπή των σχέσεων της Ελλάδας με την Τουρκία, κάτι που δεν έγινε ούτε μετά τη διπλή εισβολή της γείτονος, το 1974.

Η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων, τις τελευταίες δεκαετίες, έχει περάσει από πολλές φάσεις. Αρχικά, οι κυβερνήσεις μας δεν τολμούσαν να πουν ότι χρειάζεται διμερής διάλογος για τη λύση των προβλημάτων με την Τουρκία. Θυμάμαι το 1991, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε κατηγορηθεί έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους -της Αριστεράς εξαιρουμένης- διότι είχε ανταλλάξει χειραψία με τον Τούρκο Πρόεδρο, στο περιθώριο συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, κάποιοι στην Ελλάδα θεωρούσαν αδιανόητες τις συναντήσεις κορυφής Ελλάδας - Τουρκίας, όπως η επικείμενη.

Έκτοτε, «πολύ νερό έχει κυλήσει» στα ποτάμια της Ελλάδας και της γείτονος, με την Τουρκία να ζει, μετά το 2002, ένα είδος μεταπολίτευσης, όταν τις βουλευτικές εκλογές κέρδισε το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), με ηγέτη τον Ερντογάν. Προηγουμένως, είχε σημειωθεί βελτίωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσω της λεγόμενης «διπλωματίας των σεισμών», στην οποία είχαν ωθήσει, το 1999, οι καταστροφικοί σεισμοί εκατέρωθεν του Αιγαίου. Από την πλευρά του Συνασπισμού, τότε, είχε κατατεθεί πρόταση για συμφωνία των δύο χωρών με στόχο την αμοιβαία και ισόρροπη μείωση των στρατιωτικών δαπανών και εξοπλισμών. Πρόταση που είχαμε καταθέσει και στην κυβέρνηση της Άγκυρας, επισκεπτόμενοι στο προεδρικό μέγαρο τον τότε πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.

Η κυβέρνηση Ερντογάν αρχικά επιθυμούσε διακαώς την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., ενώ άλλαξε και την θέση Ετσεβίτ ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974» αποδεχόμενη την ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο του ΟΗΕ, κάτι που παλαιότερες κυβερνήσεις αρνούνταν, ζητώντας την αναγνώριση της «πραγματικότητας» στην Κύπρο και λύση του προβλήματος μέσω διαλόγου των δύο κοινοτήτων χωρίς εμπλοκή του ΟΗΕ. Με πρωθυπουργό τον Νταβούτογλου, η κυβέρνηση του ΑΚΡ είχε κάνει βήματα στην κατεύθυνση και της ειρηνικής επίλυσης του Κουρδικού.

Ωστόσο, μετά το 2008, σημειώθηκε σοβαρή συντηρητική στροφή στην Τουρκία, κάτι αναμενόμενο, αφού το ΑΚΡ είναι ένα συντηρητικό κόμμα με νεοφιλελεύθερες (και όχι φιλελεύθερες) αντιλήψεις. Η συντηρητικοποίηση κορυφώθηκε τα τελευταία χρόνια, με την επιδίωξη του Ερντογάν να καταστεί παντοδύναμος Πρόεδρος της Τουρκίας, επιλογή που τον έφερε σε ευθεία σύγκρουση και με το κουρδικής σύνθεσης ΗΑDEP, το οποίο είχε αναδειχθεί τρίτη πολιτική δύναμη, με ρυθμιστικό ρόλο στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Κατοπινά, το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ιουλίου 2015 εναντίον του Ερντογάν αποτέλεσε το τέλειο άλλοθι για περαιτέρω κίνηση στον αυταρχισμό εκ μέρους της κυβέρνησης του ΑΚΡ και του τούρκου Προέδρου.

Ορθότατα η σημερινή κυβέρνηση της Ελλάδας διατήρησε, όλα τα τελευταία χρόνια, καλές σχέσεις με την κυβέρνηση της Άγκυρας, επιδιώκοντας τη συνεργασία της και στην αντιμετώπιση της λεγόμενης προσφυγικής κρίσης και στην ευόδωση των συνομιλιών για τη λύση του Κυπριακού, που έφτασαν σε πολύ καλό σημείο στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, το περασμένο καλοκαίρι.

Παράλληλα, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ. αναζήτησε πεδία συνεργασίας και κάποιων συμφωνιών σε θέματα της λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής», των οποίων η σημασία δεν πρέπει να υποτιμάται, διότι οι ίδιες οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι υπάρχει γόνιμο έδαφος στους τομείς της διμερούς οικονομικής, τουριστικής και ενεργειακής συνεργασίας. Άλλωστε, Ελλάδα και Τουρκία είναι μέλη και οι δύο σε δομές περιφερειακής συνεργασίας, όπως η Οικονομική Συνεργασία των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ή Διαβαλκανική Συνεργασία), καθώς και Οικονομική Συνεργασία των χωρών του Εύξεινου Πόντου (ΟΣΕΠ).

Με δεδομένη τη θέση της Ελλάδας -όχι μόνο της σημερινής κυβέρνησης- ότι ο διάλογος είναι ο μόνος δρόμος για την επίλυση των προβλημάτων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, οι συναντήσεις ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις και οι αμοιβαίες επισκέψεις πρέπει να είναι αυτονόητες και όχι αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης.

Ως Αριστερά δεν ξεχνούμε ούτε στιγμή ότι υπάρχει και η «άλλη Τουρκία», των δημοκρατικών και φιλειρηνικών αγώνων, με την οποία είμαστε σε διαρκή επαφή. Δεν βάζουμε «όλα τα αυγά στο καλάθι» της κρατικής διπλωματίας, αναπτύσσουμε και τη «διπλωματία των πολιτών και κινημάτων», πιστεύοντας ακράδαντα ότι η ειρήνη είναι η μόνη επιλογή για τους δύο λαούς.

 

* Ο Πάνος Τριγάζης είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

 

Δείτε όλα τα σχόλια