Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Ιδιότηταν δεν έχει η ανθρωπότης τιμιωτέραν"

Έτσι, η ποίηση ξαναήρθε στη μόδα: όχι κατακτώντας την Αγορά αλλά υπό την προϋπόθεσί της, όπως τα «βιολογικά» ζαρζαβατικά, αφ’ ης στιγμής έγινε αντιληπτό ότι μπορεί ν’ αποτελέσει το trade mark του Συγγραφέα (εν γένει) κι ως εκ τούτου το σύμβολο του ευ ζην των αναγνωστών / καταναλωτών

Οι κανόνες του παιγνιδιού, που διαμορφώθηκαν παράλληλα με την άνοδο του life style, είναι γνωστοί: Η ζήτηση, όσον αφορά στις προσομοιώσεις πεζογραφίας, διαρκώς αυξανόταν, δημιουργώντας και κάποιαν υποτυπώδη ζήτηση για την καλή πρόζα (μέσα στη σύγχυση) - κι η προσφορά προσαρμόστηκε. Aντιθέτως, το ποιητικό προϊόν απωθήθηκε στο περιθώριο της Αγοράς, εκτός κι αν το συνείλκε η εκτόξευση του Ποιητή στα ύψη της ευτελούς δημοσιότητας. Για ποιον λόγο άραγε; Ίσως επειδή η τόσο εγκωμιασμένη κατάργηση των ειδών άφησε αλώβητη μια κρίσιμη διαφορά: O ποιητής αντιμετωπίζει μεν, σε τελευταία ανάλυση, το ίδιο πρόβλημα ρυθμών που ταλανίζει και τον πεζογράφο, αφού υπόκειται στο ίδιο έσχατο αίτημα να πάρει και να δώσει μιαν αλήθεια - αλλά παράγει ένα δύστροπο προϊόν, με ισχυρή άνωση: Στην παραγωγή ποίησης, ακόμη κι η βαρύτερη βολίδα νοήματος ωθείται ξανά προς την επιφάνεια, προς την προφανή μορφή - κι εκεί παίζεται ή χάνεται το παιγνίδι. Eπιπλέον, αυτή η άνωση πρέπει να επανενεργοποιείται από γλώσσα σε γλώσσα: δεν μεταφράζεται, αν μετάφραση είναι αυτό που συμβαίνει όταν τα μέλη του Eυρωπαϊκού Kοινοβουλίου φοράνε τ’ ακουστικά. Eίτε λοιπόν η άνωση θα χαθεί, οπότε εξαερώνεται το προς πώλησιν προϊόν, είτε θα υπάρχει και στη μετάφραση, οπότε δυσκολεύει υπερβολικά τον καταναλωτή ανασύροντας απ’ τα βάθη του στη σκέψη του μυστήριες κι άχρηστες σε καταναλωτή αντηχήσεις. (Ποίηση που δεν προορίζεται να μεταφραστεί είναι αδιανόητη, φυσικά· γιατί να την γράφεις;)

Όμως τούτη η σκιαγράφηση παραείναι αδρή: Στην πραγματικότητα, το γούστο που πλάθει η κυρίαρχη, υψωμένη στη δύναμη ευπώλητου, πρόζα περιέχει, σαν μπάμπουσκα, μια δεύτερη, εκλεπτυσμένη εκδοχή του (που συνήθως ονομάζεται «στυλ»). H ποίηση μπορεί να είναι η ανθεκτική κουκλίτσα στα έγκατα της αναλώσιμης πεζογραφίας - οπότε οι ποιητές έχουν μια δεύτερη ευκαιρία, προδιαγεγραμμένη από τη συνθήκη της ίδιας τής αρνητικά διακείμενης αγοράς: Aν οι στίχοι δεν ανταποκρίνονται σε καμιά ριζική ανάγκη του νέου «αναγνώστη», μπορούν, απ’ την άλλη (ακριβώς λόγω αυτής της προφανούς ακυρότητας), ν’ αποτελέσουν το έμβλημα της λογοτεχνικότητας, να είναι η γυαλάδα, η αναπαράσταση του (ανύπαρκτου) βάθους μιας Λογοτεχνίας που μετατρέπεται συλλήβδην στο θέαμά της. H ποίηση, ως υπόθεση επιφανείας, μπορεί, τώρα που κάθε επιφάνεια συγχέεται με την οθόνη, να είναι συνεκδοχή του «στυλ» - ο μεθυστικός, σκοτεινός αφρός των γκρίζων ημερών των οποίων το νωθρό κύλισμα αφηγείται, στερεότυπα, η επιβεβλημένη πρόζα. Kι απ’ αυτόν τον μεταμοντέρνο δρόμο μπορεί να ξανασυναντήσει τις ανάγκες του «αναγνώστη», εφόσον κι αυτές διαλύονται μέσα στο παραλλαγμένο είδωλό τους που δημιουργεί η διαφήμιση κι αντανακλούν οι σελίδες των μπεστ σέλλερ.

Έτσι, η ποίηση ξαναήρθε στη μόδα: όχι κατακτώντας την Αγορά αλλά υπό την προϋπόθεσί της, όπως τα «βιολογικά» ζαρζαβατικά, αφ’ ης στιγμής έγινε αντιληπτό ότι μπορεί ν’ αποτελέσει το trade mark του Συγγραφέα (εν γένει) κι ως εκ τούτου το σύμβολο του ευ ζην των αναγνωστών / καταναλωτών. Τώρα είναι ξανά ο κατεξοχήν τίτλος τιμής να αποκαλείσαι (να δηλώνεις δηλαδή) ποιητής, εξού και ποτέ δεν είχαμε τόσους πολλούς κατά δήλωσιν ποιητές. Προβλέπονται μάλιστα πολύ περισσότεροι, αφού ως έμβλημα και τεκμήριο άκρας, «βιολογικής» ευαισθησίας (φυσικής ιδιότητας καθενός που «είναι ο εαυτός του») η ποίηση είναι λογικό εφεξής να ανθήσει προπάντων εκεί όπου όλοι είναι κραυγαλέα ευαίσθητοι και «εκφράζονται» - κι όπου μια αυταπάτη ισηγορίας γελοιογραφεί τη δημοκρατία σαρώνοντας και πνίγοντας στο μελόδραμα κάθε κριτήριο και κάθε διαφορά: Οι ποιητές-του-Facebook (μία λέξη) είναι το μέλλον...

Βεβαίως, δεν μπορείς να δηλώνεις ποιητής στα καλά καθούμενα· τι είσαι; ψώνιο; Όπως ο Λυσίας λοιπόν («ου πολλού δέω χάριν έχειν, ω Βουλή, τω κατηγόρω...») νιώθουμε πότε-πότε οδυνηρά ευγνώμονες που η ζοφερή πραγματικότητα επιτρέπει στους ποιητές μας (όχι σε όλους μαζί, θα επρόκειτο για δημοψήφισμα) να υψώσουν το οικόσημό τους ως σύμβολο αντίστασης: να γράψουν ποιήματα-για-την-κρίση (που θα μεταφραστούν, φυσικά), να διαμαρτυρηθούν για την εξωφρενική, πράγματι, περίπτωση δίωξης όχι πια των φρονημάτων αλλά της σχέσης μ’ έναν άνθρωπο (διακηρυγμένα αθώο, μάλιστα, αλλά δεν είναι το ουσιώδες αυτό) υπογράφοντας «Τάδε, ποιητής», «Δείνα, ποιητής» (σαν να μην είχαν άλλη ιδιότητα) κ.λπ. Υψωμένο το οικόσημο φαίνεται - κι ό,τι φαίνεται είναι.

Μπορώ να υποθέσω τη μείζονα ένσταση σ’ όσα γράφω: Δηλαδή να το βουλώσουμε; Δεν μας αναγνωρίζεις ευαισθησία και κρίση; Και δεν είναι λογικό αυτό το πλέγμα να μας κινεί σε δράση έστω διά των λόγων μας; Και πώς αλλιώς να υπογράψουμε αφού είμαστε ποιητές; Το πρώτο ερώτημα είναι αστείο, εννοείται: τους όρους υπό τους οποίους μιλάμε εξετάζουμε - μόνον. Όσον αφορά, πάλι, στο τελευταίο ερώτημα, θα συνιστούσα λίγη υπομονή: ας μας αναγνωρίσουν πρώτα, από έργο σε έργο, μέσα στα χρόνια, οι άλλοι ως ποιητές - κι έπειτα, αν δεν μας εμποδίζει κάποιος δισταγμός που εξακολουθώ να τον βρίσκω εύλογο, το δηλώνουμε κι από μόνοι μας· το αν έχουμε δίκιο κι εμείς και οι άλλοι θα κριθεί εκ του αποτελέσματος έτσι κι αλλιώς - όταν κάποτε ανασυγκροτηθούν τα κριτήρια και η ποίηση πάψει να συγχέεται με τα ομοιώματά της. Κατά τα άλλα, έχω να πω μόνο πως περιέγραψα μιαν εικόνα: αυτό που φαίνεται (κι αν φαίνεται, ποιον θα πείσεις ότι δεν είναι;). Αν κάποιοι βρίσκετε ακριβή την εικόνα -και σέβεστε τη δουλειά σας όσο και κάθε τι που κινεί την κρίση και την ευαισθησία σας-, ίσως έχει νόημα να σκεφτείτε ξανά, και ξανά, και ξανά, τους κινδύνους που υποκρύπτουν οι αυτοματισμοί: Είμαστε ευαίσθητοι - ως - ποιητές (μία λέξη και πάλι); Κι η ευκολία να δηλώνουμε ποιητές μάς χαρακτηρίζει εν γένει; Με ίση ευκολία, θέλω να πω, κρίναμε απαράδεκτη την αισχρή δίωξη; Κι εντέλει - αλίμονο αν η ισχύς τού δημόσιου λόγου μας διασφαλιζόταν χάρη στην ποιότητα των στιχουργημάτων μας (και την περσόνα που φτιάξαμε) κι όχι χάρη στην έλλογη συγκρότησή του· θα επικρατούσε σιγή νεκρική... Ας σκεφτούμε - ξανά, και ξανά, και ξανά: η προτροπή αυτή δεν έχει αξία, προφανώς, αν δεν την απευθύνω πρωτίστως στον εαυτό μου· εξού και προτίμησα να καταγράψω τις επιφυλάξεις μου - για να δω καθαρότερα: ανάμεσά σας κι όχι αφ’ υψηλού, φυσικά.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η αχρείαστη ανομία του '73 και ο εορτασμός της

Προσπάθειες να διαγραφεί το Πολυτεχνείο από την ιστορική μνήμη έχουν γίνει πολλές. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όρισε τις εκλογές του 1974 εκείνη την ημέρα για να την αποφορτίσει. Στην τρίτη επέτειο η...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο