Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Για την ιστορία της Αριστεράς και τις εσωτερικές της συγκρούσεις

Ρόζα Λούξεμπουργκ

Η λογική της δράσης της εργατικής τάξης δι' αντιπροσώπου συνάντησε την ουσιαστική και καίρια κριτική μιας μεγάλης μαρξίστριας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στο κείμενό της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» έθετε το δίλημμα: μαρξισμός ή λενινισμός. Θεωρούσε ότι η λενινιστική αντίληψη αντίκειται στον μαρξισμό και ότι οι απόψεις του Λένιν οδηγούν νομοτελειακά στη δικτατορία του κόμματος και στη στέρηση των λαϊκών ελευθεριών.

Μέρες συνεδρίου ΣΥΡΙΖΑ και αναγκαίο είναι να θυμηθούμε κάποια στοιχεία από την ιστορία της Αριστεράς που παραμένουν επίκαιρα και είναι χρήσιμα τόσο για την αποσαφήνιση του ιδεολογικού τοπίου, όσο και για τους περιορισμούς που αντικειμενικά θέτει η ίδια η Ιστορία.

 

Μαρξισμός ή Λενινισμός;

Ιστορικά, η Αριστερά εξέφραζε ένα ρεύμα που πίστευε στην ισότητα των ανθρώπων, αντιδρούσε στην εκμετάλλευση και αγωνιζόταν για την κοινωνική ισότητα. Η κωδικοποίηση του ρεύματος αυτού από τους Μαρξ και Ένγκελς έγινε αποδεκτή από την πλειονότητα των πολιτών, που υιοθέτησαν την αντίληψη για τον εξισωτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η μαρξιστική θεωρία δεν έγινε αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο απ’ όλους που επιχείρησαν τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ο Βλαδίμηρος Ουλιάνοφ, που έμεινε στην Ιστορία με το ψευδώνυμο Λένιν, θα προσπαθήσει να επεξεργαστεί μια τεχνική υλοποίησης των μαρξιστικών απόψεων προτείνοντας τη δημιουργία ενός εργαλείου σύγκρουσης: το λεγόμενο Κόμμα Νέου Τύπου. Το κόμμα αυτό διέθετε χαρακτηριστικά ιεραρχικά και συγκεντρωτικά, τα οποία του επέτρεπαν να επιβιώσει στη σύγκρουση με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του τσαρικού καθεστώτος. Ήταν ουσιαστικά ένα αντίγραφο της Μυστικής Αστυνομίας του τσάρου. Μια ιδιομορφία της λενινιστικής αντίληψης ήταν και η πίστη ότι το κόμμα αποτελούσε την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και δρούσε αντ’ αυτής.

Η λογική της δράσης της εργατικής τάξης δι' αντιπροσώπου συνάντησε την ουσιαστική και καίρια κριτική μιας μεγάλης μαρξίστριας, της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Στο κείμενό της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» έθετε το δίλημμα: μαρξισμός ή λενινισμός. Θεωρούσε ότι η λενινιστική αντίληψη αντίκειται στον μαρξισμό και ότι οι απόψεις του Λένιν οδηγούν νομοτελειακά στη δικτατορία του κόμματος και στη στέρηση των λαϊκών ελευθεριών.

Η Λούξεμπουργκ, αφού περιγράφει τις λενινιστικές αρχές, στη συνέχεια τους ασκεί κριτική:

«Οι δύο αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται ο συγκεντρωτισμός του Λένιν είναι ακριβώς αυτές:

1. Η τυφλή καθυπόταξη, και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, όλων των οργάνων του κόμματος στο κέντρο του κόμματος, που μόνο αυτό σκέφτεται, καθοδηγεί και αποφασίζει για όλα.

2. Ο αποφασιστικός διαχωρισμός του οργανωμένου πυρήνα των επαναστατών από το κοινωνικό-επαναστατικό περιβάλλον τους».

Εντόπισε έτσι τον ουσιαστικό κίνδυνο αδρανοποίησης του λαού και της εργατικής τάξης προς όφελος μόνο της Κεντρικής Επιτροπής: «Με τον τρόπο αυτό, η Κεντρική Επιτροπή θα μπορεί να καθορίζει, όπως τη βολεύει, τη σύνθεση των υψηλότερων οργάνων του κόμματος. Η Κεντρική Επιτροπή θα είναι το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο στο κόμμα. Οι υπόλοιποι κομματικοί σχηματισμοί θα είναι απλά τα εκτελεστικά άκρα της».

 

Αμφισβητεί την ορθότητα του συγκεντρωτισμού και επισημαίνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει για το εργατικό κίνημα: «Με το να παραχωρούμε, όπως θέλει ο Λένιν, τέτοιες απόλυτες εξουσίες αρνητικού χαρακτήρα στα ανώτερα όργανα του κόμματος, ενδυναμώνουμε σε επικίνδυνο βαθμό τον συντηρητισμό που είναι έμφυτος σε τέτοια όργανα... Ο υπερσυγκεντρωτισμός που ζητάει ο Λένιν είναι γεμάτος από το αποστειρωμένο πνεύμα του επιστάτη. Το πνεύμα αυτό δεν είναι ούτε θετικό, ούτε δημιουργικό. Η αγωνία του Λένιν δεν είναι το πώς θα κάνει τη δραστηριότητα του κόμματος πιο καρποφόρα, αλλά το πώς θα ελέγξει το κόμμα- το να περιορίσει το κίνημα αντί να το αναπτύξει, να το δέσει παρά, να το ενώσει».

Η Λούξεμπουργκ, που διατύπωσε με εκπληκτική διορατικότητα την άποψή της, δικαιώθηκε απολύτως από τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση:

«Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος -όσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά- δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά...»

«Είναι φανερό ότι ο σοσιαλισμός, από την ίδια του τη φύση, δεν μπορεί να παραχωρηθεί, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με διατάγματα... Πνίγοντας την πολιτική ζωή σε όλη τη χώρα, είναι μοιραίο να παραλύει ολοένα περισσότερο η ζωή σε αυτά τα ίδια τα σοβιέτ. Χωρίς γενικές εκλογές, απεριόριστη ελευθερία του Τύπου και των συγκεντρώσεων, ελεύθερη πάλη των ιδεών, η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο».

 

Η σύγκρουση του Λένιν με την Αριστερά

Η λενινιστική αντίληψη θα δοκιμαστεί στην πράξη με την Οκτωβριανή Επανάσταση και θα οδηγήσει από το 1918 στην απαγόρευση αντιπολίτευσης και την οικονομική κατάρρευση του νεαρού σοσιαλιστικού οικοδομήματος. Η αντικατάσταση των Εργατικών Επιτροπών από τις Κομματικές Οργανώσεις θα προκαλέσουν τους πρώτους τριγμούς στο επαναστατικό μέτωπο. Έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι συγκρούσεις που προκλήθηκαν μεταξύ των μπολσεβίκων και των πολιτικών δυνάμεων που βρίσκονταν αριστερότερα στο πολιτικό φάσμα: μαχνοβίτες, ναύτες της Κροστάνδης, αναρχικοί κ.ά. Η πρώτη τους σημαντική και καθοριστική για το μέλλον των λαών της Ανατολής διαφωνία ήταν τον Φεβρουάριο του 1918 πάνω στο ζήτημα της υπογραφής ή όχι της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ. Δηλαδή, ειρήνευση με βαρύτατους και επαχθέστατους όρους με τις Κεντρικές Δυνάμεις ή μετατροπή του πολέμου σε επαναστατικό, με στόχο την επαναστατική ανατροπή στην καρδιά της Ευρώπης;

Στη συνέχεια, η σημαντικότερη αντίδραση ήταν αυτή των επαναστατών ναυτών της Κροστάνδης, που θα κατασταλεί με πολύ αιματηρό τρόπο από τον Κόκκινο Στρατό με επικεφαλής τον Λέοντα Τρότσκι. Τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 1921, τέσσερα ακριβώς χρόνια μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του '17, οι επαναστάτες ναύτες της Κροστάνδης -από τα πλέον πρωτοπόρα τμήματα της Επανάστασης του Οκτωβρίου του '17- εξεγέρθηκαν κατά της διαφαινόμενης δικτατορίας του κόμματος ενάντια στις λαϊκές επιτροπές των εργατών - αγροτών και στρατιωτών.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προκήρυξη της Επαναστατικής Επιτροπής της Κροστάνδης: «...η εξουσία της αστυνομικής μοναρχίας περνά στα χέρια των σφετεριστών, των κομμουνιστών, που αντί ν’ αφήσουν την ελευθερία στον λαό, κράτησαν γι’ αυτόν τον φόβο των κάτεργων της Τσεκά. ... η εξουσία επέτρεψε στη νέα γραφειοκρατία, στους κομισάριους και στους κομμουνιστές υπαλλήλους να εξασφαλίσουν μια ζωή ήσυχη και ξέγνοιαστη ... αυτοί, με τη βοήθεια των κρατικοποιημένων συνδικάτων έδεσαν τον εργάτη στη μηχανή και μεταμόρφωσαν τη δουλειά σε μια νέα σκλαβιά ... τώρα γίνεται φανερό, πως το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι όπως καμωνόταν πως είναι ο υπερασπιστής των εργαζομένων. Του είναι ξένα τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Αφού πέτυχε να κατακτήσει την εξουσία, έχει μόνο μια έγνοια: να μην τη χάσει».

 

Ο Λένιν συγκρούεται με τον Στάλιν

O ίδιος ο Λένιν θα αντιληφθεί το αδιέξοδο της πολιτικής του και θα προσαρμόσει τη θεωρία στην πραγματική ζωή, επιλέγοντας τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ). Επίσης, σύντομα θα αντιληφθεί τον μεγάλο κίνδυνο που αποτελεί το συγκεντρωτικό οργανωτικό μοντέλο που ο ίδιος είχε εμπνευστεί, όταν στην εξουσία ανέλθει μια αυταρχική προσωπικότητα. Έτσι, στην Πολιτική Διαθήκη του ζητά την καθαίρεση του Στάλιν, τον οποίο ο ίδιος είχε ορίσει γενικό γραμματέα του κόμματος.

Φυσικά ο Στάλιν -ο οποίος είχε μετατραπεί πλέον στον παντοδύναμο ηγέτη, ελέγχοντας και τη Μυστική Αστυνομία παράλληλα- θα αγνοήσει πλήρως τη "Διαθήκη" του Λένιν και θα επιδοθεί σε μια προσπάθεια εξόντωσης όλων των εσωκομματικών ανταγωνιστών του. Η πλειονότητα των ηγετών της Οκτωβριανής Επανάστασης θα χάσει της ζωή της στο πλαίσιο της διαπάλης για την εξουσία. Από τα εφτά μέλη του Πολιτικού Γραφείου του μπολσεβικικού κόμματος που οργάνωσαν την επανάσταση, μόνον ο Στάλιν πέθανε από φυσικό θάνατο.

...Ο σταλινισμός θα εδραιώσει ένα νέο εκμεταλλευτικό και ταξικό σύστημα, βασισμένο στην καταπίεση των εργατών και των υπόλοιπων εργαζομένων από ένα κομματικό ιερατείο, που εξέφραζε με τον πλέον επώδυνο και τρομοκρατικό τρόπο τα συμφέροντα της νέας γραφειοκρατικής τάξης, όπου τα προνόμια δεν αποτελούσαν πλέον κληρονομικό δικαίωμα, αλλά δικαίωμα που απέρρεε από την κομματική θέση.

Μεγάλες ήταν οι επιπτώσεις του σταλινισμού στο ελλαδικό κομμουνιστικό κίνημα, παρ' ότι άγνωστες σε μεγάλο βαθμό. Η πλήρης γνώση αυτών των επιπτώσεων είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία ώστε να διαμορφωθεί μια νέα προσέγγιση, απαλλαγμένη από τις δυσπλασίες και τις γραφειοκρατικές αυταπάτες.

 

Βλάσης Αγτζίδης, διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός (https://kars1918.wordpress.com)

 


 

 

Δείτε όλα τα σχόλια