Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τοις εν καθαρευούσι εκστρατεύσασι…

Ενδιαφέρον στοιχείο της γραμματείας μας αποτελούν οι στρατιωτικές αναμνήσεις ανθρώπων οι οποίοι συμμετείχαν, ως κληρωτοί, εθελοντές ή μόνιμοι στρατιωτικοί, σε πολεμικές επιχειρήσεις του νεοελληνικού κράτους, από της συστάσεώς του μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940.

του Γιώργου Χ. Θεοχάρη

Ενδιαφέρον στοιχείο της γραμματείας μας αποτελούν οι στρατιωτικές αναμνήσεις ανθρώπων οι οποίοι συμμετείχαν, ως κληρωτοί, εθελοντές ή μόνιμοι στρατιωτικοί, σε πολεμικές επιχειρήσεις του νεοελληνικού κράτους, από της συστάσεώς του μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1940.

Οι αφηγήσεις αυτές, χωρίς να διεκδικούν λογοτεχνικές δάφνες, παρέχουν πολλές φορές την ευχαρίστηση της αναγνωστικής απόλαυσης και, τουλάχιστον, δίνουν πληροφορίες για ιστορικά και στρατιωτικά γεγονότα και πρόσωπα, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ότι περιορίζονται τοπικά και χρονικά. Με χαρακτήρα και ύφος καθαρά προσωπικό και υποκειμενικό, αφού ο αυτόπτης αφηγητής παρουσιάζει ένα μέρος από την ιστορία της ζωής του και δεν παραλείπει να προσθέσει «τας ιδίας εαυτού σκέψεις εις πολλά» (κάτι που απέφυγε ο Ανώνυμος της Στρατιωτικής ζωής εν Ελλάδι), έχουν ωστόσο κάποια αξία για την ιστοριογραφία.

Αν η αφήγηση είναι ζωντανή, το ύφος ξεχωριστό και η χρήση της γλώσσας προσεγμένη, τότε περνάμε στον χώρο της λογοτεχνίας, και στο ιδιαίτερο είδος που έχει προσδιοριστεί ως «λογοτεχνία του στρατώνα». Όταν βεβαίως τα κείμενα χαρακτηρίζονται από μεγαλοστομία, ύφος πομπώδες, γλωσσικούς ακροβατισμούς, τότε βρισκόμαστε μπρος σε ενός άλλου είδους απόλαυση! Ιδιαιτέρως μάλιστα αν γλώσσα της αφήγησης είναι η καθαρεύουσα. Γλώσσα ψυχρή σαν το κρύο μάρμαρο, άκαμπτη, η οποία, πολλές φορές, οδηγεί την αφήγηση σε γελοιογραφικά ολισθήματα, αν και σε κάποιες, ελάχιστες, περιπτώσεις εξασφαλίζει στο κείμενο έναν εξαιρετικά σπάνιο ρυθμό και ένα κρυμμένο ηχόχρωμα μοναδικό.

Αναδιφώντας σε μονογραφίες που γράφτηκαν και τυπώθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και αναφέρονται σε γεγονότα πολεμικά ανάμεσα στο Βασίλειο της Ελλάδος και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παραθέτουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

***

Ο Πολυζώης Π. Καβασιάδης, «αυτόπτης μάρτυς και πολεμιστής, εκ χωρίου Βελιμαχίου της επαρχίας Γόρτυνος», στο βιβλίο του Η εκστρατεία της Καλαμπάκας, ήτοι ιστορικόν επεισόδιον των κατά το 1854 μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων συγκροτηθεισών μαχών εν ταις Ηπειρο-Θεσσαλικαίς πεδιάσιν (έκδοση 1880), περιγράφοντας επιχειρήσεις νοτίως του Αλιάκμονα, αναφέρει:

[…] την δε επομένην ήλθον τρεις άνθρωποι από χωρίου Τρανόβαλτον, δύω ώρας μακράν, και ανήγγειλαν εις τον αρχηγόν μας ότι ευρίσκονται εκεί είκοσι πέντε περίπου Τούρκοι απαιτούντες παρά των χριστιανών πολλών ετών φόρους και μεταχειριζόμενοι κατ' αυτών παντοίας βαρβάρους καταπιέσεις, […]. Ταύτα ακούσας ο αρχηγός μας, διέταξε παρευθύς να μεταβή αμέσως εις το χωρίον απόσπασμα εξ ογδοήκοντα στρατιωτών και να διώξη εκείθεν τους βαρβάρους. […] επολιορκήσαμεν το χωρίον. […] τρεις μεν εξ αυτών εφονεύσαμεν, τους τρεις δε άλλους συνελάβομεν, μεταξύ των οποίων ήτο και τις πληγωμένος, Δερβίσαγας καλούμενος, όστις και είχε κάμει κατάλυμα εις την οικίαν του ιερέως και βαρβάρως εζήτει να εκπληρώσει τας κτηνώδεις ορέξεις του επί της θυγατρός του ιερέως.

Ενώ δε ημείς εκαθήσαμεν να αναπαυθώμεν ολίγον, βλέπομεν εκβαίνοντα από τα δάση και τα βουνά, τα γυναικόπαιδα […] μεταξύ δε αυτών ήτο και ο προρρηθείς ιερεύς, όστις ιδών τον Δερβίσαγαν ώρμησε κατ' αυτού μανιώδης διά να τον φονεύση, λέγων, «ας χύσω το αίμα σου, βάρβαρε, και την ιδίαν ώραν να 'πάγω να λειτουργήσω, αμαρτία δεν είναι, τόσον μου έχεις πληγωμένην την καρδίαν, απάνθρωπε». Ημείς όμως αποτρέψαμεν τον ιερέα τού να γίνη φονεύς, υποσχόμενοι ότι ο αρχηγός μας ήθελε πληρέστερα τον ικανοποιήσει.

Ο Αδαμάντιος Παπακώστας, λοχίας του ιππικού, στο πόνημά του Απ' Αθήνας εις Λάρισσαν [sic], ήτοι εντυπώσεις ιππέως κατά την απ' Αθήνας εις Λάρισσαν πορείαν της ιππαρχίας του» (έκδοση 1882), και ενώ βρίσκεται στη Φθιώτιδα, γράφει, αναπολώντας τις ημέρες κατά τις οποίες δοξάστηκε η φουστανέλα:

[…] την δε 3ην [πρωινή] ανηρχόμεθα την επί της Όρθρυος εις Δερβέν-Φούρκαν άγουσαν ανωφερή αμαξιτήν οδόν. Ενταύθα το θέαμα ήτο γραφικώτατον, επί των πέριξ λόφων εν μέσω παμπληθών αυρών είχε κατασκηνώσει ο εκ 30 χιλιάδων Στρατός έτοιμος ήδη προς εισβολήν, τούτου διεκρίνετο η λερή φουστανέλλα, το ένδυμα τούτο των αρματωλών, η άλλοτε δι' αιμάτων βαφείσα, ήτις, επέπρωτο νυν οδηγουμένη υπό κηδεμόνων, αυτή η πάντοτε ελευθέρα και ελευθέρως ενεργούσα, να ενεργή υπό την εποπτείαν ξένων την απελευθέρωσιν δούλων αδελφών, ενώ φέροντες ταύτην οι περί τον Βότσαρην και Καραϊσκάκην, έθραυον τας αλύσεις των τυράννων, υπακούοντες εις τας βουλήσεις, της καρδίας των, διέσπων τα δεσμά της τυραννίας, οδηγούμενοι υπό της αυταπαρνήσεως και της προς την πατρίδα αγάπης, μη πτοούμενοι ούτε Παλμεστρώνας ούτε Μεττερνίχ, αλλ' επί τέλους αναγκάζοντες τούτους να στέλλωσι τους στόλους των εις Ναυαρίνον. Ας όψωνται οι το Εθνικόν ένδυμα εις τοιαύτην ταπείνωσιν οδηγήσαντες, εις του οποίου την θέαν μόνον πάσα ευγενής καρδία σκιρτά. Αλλ' ας είπωμεν το του ποιητού: «Καϋμένη φουστανέλλα! Ετάφης με τον Βότσαρη, τον Γρίβα και Τζαβέλλα!».

 

Συλλήβδην αλλόκοτος εσμός πάσης τυχοδιωκτικής προσωπικότητος…

Στο αφήγημα του Γεωργίου Καντιάνη Στρατιωτικαί αναμνήσεις (έκδοση 1887), εξιστορούνται τα συμβάντα κατά την πρώτη αποτυχημένη απόπειρα του ελληνικού στρατού να διευρύνει τα σύνορα πέραν της οριογραμμής Χασάν- Μελούνα-Μενεξέ το 1886. Οι επίστρατοι βρίσκονται στον Τύρναβο και ο συγγραφέας, με ύφος ειρωνικό, βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε σ' ένα τέτοιο μέρος κάτω από τέτοιες συνθήκες, σημειώνει:

Ω Τύρναβε, κλεινέ δι' εμέ πάντοτε, εις ον προεξώφλησα 184 ημέρας του βίου μου, με τόσον φοβεράν έκπτωσιν!... Τ' όνομά σου αείποτε θα μου συγκινή την καρδίαν και το βαλάντιον, ως ποτε με συνεκίνει η απ-ληστία των κατοίκων σου!... Αποτελείς το κέντρον των αναμνήσεών μου, και δεν δύναμαι ή να θυσιάσω διά σε και εύρεσιν, και ενότητα και οικονομίαν του ανοικονομήτου βιβλίου μου, και συλλήβδην πάντας τους κανόνας της τέχνης, ους μέχρι τούδε δεν ετήρησα. […].

Αι οδοί πλήρεις βορβόρου εξ αναλελυμένης χιόνος, καθίσταντο αληθής βάσανος εις τον διερχόμενον αυτάς κατά τας ώρας της σχόλης των οπλιτών. Η πόλις είχε καταστή πλέον έν μέγα στρατόπεδον […]. Ποικιλόσχημοι μικρέμποροι υπόπτου προελεύσεως, τυχοδιώκται διατελούντες τέως υπό την επίβλεψιν διαφόρων αστυνομιών του Κράτους, κακούργοι προ μικρού εξελθόντες του κατέργου, οσφρανθέντες, ως κύνες μεγάλην τράπεζαν, άκοπον κέρδος, είχον συρρεύσει εκεί, ελπίζοντες να πληρώσωσι την αεριώδη κοιλίαν και το βαλάντιον, άλλοι μεν εγκαθιστάμενοι υπό ετοιμόρροπόν τινα στέγην, και άλλοι αλητικώς περιφέροντες τα αηδή εμπορεύματά των εν ταις οδοίς από βαθυτάτης πρωίας μέχρι της νυκτός. Ευτελές καφωδείον εκ πλανήτων Τυρολίδων προσείλκυε καθ' εκάστην εσπέραν πλήθος θαμώνων, ανακυκών διά γελοίων μουσικών παρακρούσεων και γελοιωδεστέρων ερωτικών βλεμμάτων τα αισθήματα και τα βαλάντια αυτών, αλλοφρόνως χειροκροτούντων. Φερέοικοι αλήται, άλλοι με λατέρνας, άλλοι με πτηνά της τύχης, άλλοι με τερατώδη πανοράματα, και συλλήβδην αλλόκοτος εσμός πάσης τυχοδιωκτικής προσωπικότητος κατέκλυζε τον Τύρναβον κατά τας ημέρας εκείνας.

Αν μη τι άλλο, ο συγγραφέας διακρίνεται για το υψηλό επίπεδο συγγραφικής αυτογνωσίας ή, αν θέλετε, υστερόβουλης προνοητικότητας, χαρακτηρίζοντας το γραπτό του «ανοικονόμητο»…

Στα ίδια πολεμικά γεγονότα του 1886 αναφέρεται και ο Πέτρος Ε. Βρυζάκης, έφεδρος ανθυπολοχαγός από τη Θήβα, στο σύγγραμμά του Πολεμικαί εικόνες (έκδοση 1898). Στο απόσπασμα που ακολουθεί περιγράφει το τέλος της μάχης στο ύψωμα του Αγίου Γεωργίου στον Τύρναβο. Έχω τη γνώμη ότι η καθαρεύουσα, κατά τη ρεαλιστική περιγραφή του μακελειού, μειώνει την ένταση της εικόνας. Είναι άλλη η εικόνα που δημιουργεί η διατύπωση «βλήμα θανατηφόρον είχε διέλθει από μήνιγγος εις μήνιγγα του λοχίου» και εντελώς διαφορετική εκείνη που δημιουργεί η διατύπωση «ένα βλήμα ξετρύπησε το κεφάλι του λοχία, αφήνοντάς τον στον τόπο»:

[…] Ο αήρ επληρούτο συριγμών οβίδων και σφαιρών. Ενόμιζε κανείς ότι διήρχετο σμήνος μελισσών πέριξ του. Ο λόφος εκαλύπτετο από μόλυβδον και τα ώτα έπληττεν ο ξηρός κρότος τών επί των πετρών εποστρακιζομένων σφαιρών. Είχεν ήδη διατρύσει την κοιλίαν του στρατιώτου Χουλιάρα θραύσμα οβίδος και σχεδόν ημιθανή μετέφερον τούτον δύο στρατιώται εκτός του πυρός. Σφαίρα είχε διαπεράσει από άκρου εις άκρον τον λαιμόν του εκ Σύρου καλού δεκανέως Δροσινού. Βλήμα θανατηφόρον είχε διέλθει από μήνιγγος εις μήνιγγα του λοχίου Ταμπάκη […]. Του σαλπιστού Ζάκα η σάλπιγξ έφυγεν έξαφνα από τη χείρα του. Σφαίρα είχε κόψει πέρα-πέρα τον μικρόν σωλήνά της. […]. Δεν αγαπώ το αίμα και τον θάνατον. Αισθάνομαι όμως ευχαρίστησιν ανεκλάλητον όταν σκέπτωμαι ότι από τα πολλά βλήματα τα οποία με το χέρι μου έστειλα κατά του ατίμου εκείνου σμήνους έν βεβαίως θα διέτρυσε σάρκα, θα διέρρηξε κρανίον, ότι σώμα προ ολίγου ακμαίον θα έπεσεν ασπαίρον υπό την σφαίραν την οποίαν ο οφθαλμός μου διηύθυνε κατ' αυτών.

 

Έθνος, ούτινος αι παρθένοι αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας…

Στο βιβλίο Ακριβής εξιστόρησις γεγονότων τινών προς συμπλήρωσιν των σελίδων της Θεσσαλικής Επαναστάσεως του έτους 1878 υπό αυτόπτου εθελοντού (πρόκειται μάλλον για τον Δημήτριο Στρατηγόπουλο, ο οποίος σκοτώθηκε στις 6.2. 1878, στη μάχη της Μακρυνίτσας) (έκδοση 1895), περιγράφονται τα πολεμικά γεγονότα στην περιοχή της Μαγνησίας:

Ηρωική όμως υπήρξεν η της πρώτης ταύτης μάχης του Πηλίου συμμετοχή των γυναικών της Μακρινίτσης και τινων παίδων, οίτινες έφερον εις τα οχυρώματα πολεμοφόδια, ύδωρ και έλαιον δια τα όπλα. […]. Τισί των σωματαρχών τη ημέρα ταύτη ηδύνατο να χρησιμεύση παράδειγμα γενναιότητος η γηραιά Σουίπενα, η νεαρά Μαργαρίτα Μπασδέκη Μαλιούφα, η Παπαθανάσενα Μητριάνου, η υπηρέτρια του Α. Βασαρδάνη Ελένη και τόσαι άλλαι! Ο υιός του Γάλλου ναυάρχου της εν Θεσσαλονίκη ορμούσης γαλλικής μοίρας επισκεψάμενος μετά τινα χρόνον τους επαναστάτας εζήτησε να ίδη την καλλιπάρειον Μαργαρίταν, μαθών δε την εις τον αγώνα συμμετοχήν αυτής παρά το πλευρόν του εαυτής αδελφού, ενθουσιωδώς ανέκραξεν, ασπασθείς ευλαβώς την χείρα αυτής: «Έθνος, ούτινος αι παρθένοι αγωνίζονται υπέρ της ελευθερίας, ως η ηρωίς αύτη, είναι άξιον της βοηθείας του πεπολιτισμένου κόσμου!».

 

Απ' επαέ ζενναιότατε!

Ας τελειώσουμε με έναν λόγιο, τον Ηλία Π. Βουτιερίδη, ο οποίος πήρε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1897 και κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Ημερολόγιον του τάγματος των επιλέκτων Κρητών (έκδοση 1989). Η αφήγησή του δεν υπολείπεται σε μεγαλοστομίες και περιττολογίες. Στις 3 Φεβρουαρίου 1897 με το πλοίο «Αργολίς» οι επίλεκτοι φθάνουν στο νησί:

Περί ώραν 11ην π.μ. της 3ης Φεβρουαρίου εισηρχόμεθα εις τον προς τα νότια της νήσου και απέναντι της Αφρικής όρμον, ονομαζόμενον Καλοί Λιμένες, όστις αναφέρεται και εις τας πράξεις των Αποστόλων εν κεφαλαίω ΚΖ', και μετά 5΄ περί τους 25 συνοδεύοντες τον Αρχηγόν μας απεβιβαζόμεθα εις την ευρείαν αμμώδη παραλίαν, πρώτοι θέτοντες τον πόδα επί της ιεράς γης της αιματοβρέκτου νήσου. Δύο ποιμένες βόσκοντες τα ποίμνιά των ολίγον απωτέρω του μέρους αποβάσεώς μας εφάνησαν τρέχοντες προς άγνωστον διεύθυνσιν, με την απεικόνισιν της εκπλήξεως επί των προσώπων των, διότι δεν ηδύναντο να εννοήσωσι τίνες ήσαν οι εις την έρημον παραλίαν αφιχθέντες. Τέλος, ιδόντες τας μορφάς μας και τας ενδυμασίας μας, ενόησαν ότι ευρίσκοντο προ φίλων και έσπευσαν προς ημάς, αναζητούντας κατάλληλον μέρος διά την αποβίβασιν και των άλλων, ενώ ο εις αυτών έκραζεν «απ' επαέ ζενναιότατε!» και εδείκνυε τόπον κατάλληλον προς αποβίβασιν.

Όσο κι αν είναι κανένας θιασώτης της γλωσσικής καθαρότητας, πώς να αποδώσει στην καθαρεύουσα το «απ' επαέ ζενναιότατε!»;

 

Ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Εμβόλιμον» (Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας).

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια