Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι εργασιακές σχέσεις στη σκιά των μνημονιακών πολιτικών: πέντε χρόνια μετά

Η παγκόσμια κρίση δημοσίου χρέους σε πλήρη εξέλιξη από το 2008, οπότε ξέσπασε ως κρίση στο αμερικανικό και διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενισχύει την προοπτική για ριζική ανακατανομή ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, με τον τραπεζικό τομέα να έχει τον κατ' εξοχήν πρωτεύοντα...

Της Βασιλικής Μελέτη*

 

Η παγκόσμια κρίση δημοσίου χρέους σε πλήρη εξέλιξη από το 2008, οπότε ξέσπασε ως κρίση στο αμερικανικό και διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενισχύει την προοπτική για ριζική ανακατανομή ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, με τον τραπεζικό τομέα να έχει τον κατ' εξοχήν πρωτεύοντα ρόλο στη λειτουργία του καπιταλισμού. Η εφαρμογή των πολιτικών και μέτρων των Μνημονίων και του υπό αναθεώρηση Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος 2012-2015, ως αντάλλαγμα της χρηματοδοτικής στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τις χώρες της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, είχαν εξ αρχής ως βασικό στόχο τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την εσωτερική υποτίμηση.

Στο τοπίο αυτό της σύγχρονης κρίσης, προκειμένου οι επιχειρήσεις να παραμείνουν ζωντανές και κερδοφόρες, αποτελεί πλέον επαναλαμβανόμενη πρακτική κάθε «επιχειρηματικό έγκλημα» να στρέφεται ενάντια στους εργαζομένους. Ως αποτέλεσμα τα κράτη τείνουν να στηρίζουν τις επιχειρήσεις όταν, πληγωμένες από το οικονομικό πλαίσιο που οι ίδιες κατασκεύασαν, εγκαταλείπουν τη νεοφιλελεύθερη «ιδεολογική καθαρότητα» για να προσφύγουν στην προστασία του με στόχο την ανάκαμψή τους. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η αντίδραση των ΗΠΑ και συγκεκριμένα η κρατική στήριξη και ο έλεγχος δύο εκ των αμερικανικών κολοσσιαίων επιχειρήσεων ενυπόθηκων δανείων (της Fannie Mae και της Freddie Mac), οι οποίες καταδικάστηκαν αμφότερες στο παρελθόν: η πρώτη για «εξωραϊσμό» του ισολογισμού της, ώστε να εξασφαλιστούν πλουσιοπάροχα μπόνους στα ανώτερα στελέχη της, και η δεύτερη για να δημιουργηθούν ισχυρά λόμπυ με απώτερο σκοπό την ευνοϊκότερη μεταχείριση από τα μέλη του Κογκρέσου, που είχαν επιφορτιστεί με την ευθύνη ελέγχου των δραστηριοτήτων της.

Στη χώρα μας, στην αιχμή του πολιτικο-κοινωνικού διαλόγου για την κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία πέντε έτη, μετά την εμπλοκή του ΔΝΤ στην εκάστοτε εφαρμοζόμενη κυβερνητική πολιτική, βρίσκονται η κατάργηση των ευνοϊκών όρων της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία των εργαζομένων και η κατάργηση της συνταγματικά θεσμοθετημένης συλλογικής διαπραγμάτευσης. Οι δραματικές αυτές εξελίξεις, που συνέβαλαν στην επιδείνωση του όρων απασχόλησης των εργαζομένων και τη δημιουργία ενός νέου εργασιακού προτύπου, που δήθεν θα οδηγήσει στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω της δραστικής μείωσης του κόστους εργασίας, ήδη προβλέπονταν από το πρώτο Μνημόνιο και τον Ν. 3845/10. Ταυτόχρονα, οι αρνητικές εξελίξεις για τους εργαζομένους του Δημοσίου, με τις μειώσεις μισθών, τις περικοπές και τις καταργήσεις επιδομάτων, στέρησε αντανακλαστικά και από τον ιδιωτικό τομέα τις όποιες αναφορές για περαιτέρω βελτίωση της θέσης του.

Επιπλέον, στην πορεία της πλέον ακραίας απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, μέσω των πιέσεων που ασκήθηκαν τόσο από τον ευρωπαϊκό χώρο όσο και από τους οικονομικούς κύκλους που αυτός εκφράζει, ψηφίστηκε ο Ν. 3863/10, ο οποίος διευκόλυνε ακόμα περισσότερο τις απολύσεις, καθώς μειώθηκε σημαντικά ο προβλεπόμενος από τον Ν. 2112/20 χρόνος προειδοποίησης προκειμένου ο εργοδότης να καταβάλλει -κατά το ήμισυ- το ποσό της αποζημίωσης για να παρέχεται στις επιχειρήσεις η δυνατότητα απαλλαγής τους από τους εργαζομένους που αμείβονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ομοίως, ο Ν. 3899/10 διευκόλυνε τις απολύσεις μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο προειδοποίησης, προκειμένου να λαμβάνει ο εργαζόμενος τη μισή αποζημίωση απόλυσης σε σχέση με το ποσό που θα εισέπραττε χωρίς προειδοποίηση. Έτσι, επετεύχθη σταδιακά η δυνατότητα πρόσληψης εργαζομένων με τα κατώτερα προβλεπόμενα από τη ΓΣΕΕ όρια μισθού ή ημερομισθίου και αργότερα, με την καθιέρωση του Ν. 4093/12, του κατώτατου νομοθετημένου μισθού.

Ως προς τη μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, που είχε ήδη προβλεφθεί με το πρώτο Μνημόνιο και τον Ν. 3845/10, ολοκληρώθηκε με τον Ν. 4093/12, οπότε τέθηκε ως ανώτερο όριο τακτικών αποδοχών, βάσει των οποίων υπολογίζεται το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό των 2.000 ευρώ. Εν ολίγοις, οι πολιτικές εξουσίες των τελευταίων ετών στην Ελλάδα, συστηματικά προέβαλαν ως υπέρ το δέον ευνοϊκά τα ποσά της αποζημίωσης που κατέβαλαν οι εργοδότες, τα οποία καθιστούσαν τις απολύσεις ακριβές για την επιχείρηση, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι οι υψηλότερες αποζημιώσεις απόλυσης εδώ σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες οφείλονται στο γεγονός ότι οι απολύσεις στη χώρα μας εξακολουθούν να συνιστούν αναιτιώδη δικαιοπραξία.

Ως προς το δεύτερο Μνημόνιο, εκτελεστική εφαρμογή του οποίου αποτέλεσε ο Ν. 4046/12, δόθηκε η δυνατότητα διάβρωσης ακόμα και αυτού του κατώτατου μισθού της ΕΓΣΣΕ, καθώς μείωσε κατά 32% τα κατώτερα όρια μισθών της ΕΓΣΣΕ για τους νέους ηλικίας κάτω των 25 ετών και κατά 22% για τους εργαζόμενους άνω των 25, χωρίς να απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Παράλληλα, με το νέο νόμο επιδεινώθηκε ραγδαία η ήδη δεινή θέση των νέων, καθώς μειώθηκε στο 68% του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη η αμοιβή των μαθητευομένων του ΟΑΕΔ, ανεξάρτητα από το εξάμηνο σπουδών τους. Ακυρώθηκε συνεπώς η αρχή της ίσης μεταχείρισης για τους εργαζόμενους και εδραιώθηκαν σταθερότερες μορφές οικονομικής εκμετάλλευσης των νέων των λαϊκών τάξεων.

Η υπονόμευση και η συνεπακόλουθη απορρύθμιση των ΣΣΕ ολοκληρώθηκε με τον Ν. 4046/12, που προέβλεπε ότι, μετά τη λήξη των ΣΣΕ και την παρέλευση του χρόνου μετενέργειας, ο οποίος μειώθηκε από τους έξι στους τρεις μήνες, και εφόσον δεν υπογράφονταν νέες ΣΣΕ με σαφώς δυσμενέστερους όρους, οι ΣΣΕ θα εξακολουθούσαν να ισχύουν μόνο για τους ήδη εργαζομένους. Ωστόσο, και στην περίπτωση αυτή διατηρήθηκαν μόνο τα επιδόματα προϋπηρεσίας, τέκνων, σπουδών και ανθυγιεινής εργασίας. Οι διαδικασίες ανθρωπιστικής καταστροφής που επεφύλαξαν τα δύο πρώτα Μνημόνια για την ελληνική κοινωνία κατέλυσαν ό,τι είχε απομείνει από ένα ήδη «αναιμικό» κοινωνικό κράτος, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των θεσμών που δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν από τις εισφορές των εργαζόμενων, όπως τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) και τον Οργανισμό Εργατικής Εστίας (ΟΕΕ).

Τέλος, οι επιβαρύνσεις του δεύτερου Μνημονίου που διατηρήθηκαν, καθώς και άλλες που προστέθηκαν με το νέο τρίτο μνημονιακό πρόγραμμα, επιδεινώνουν τις προοπτικές της εγχώριας ζήτησης, της κατανάλωσης και συνολικά το επίπεδο διαβίωσης. Μάλιστα, ρυθμίσεις, όπως η άρση της αναστολής πλειστηριασμών, η αύξηση των φόρων και εισφορών, καθώς και οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που προβλέπει το νέο ασφαλιστικό αναμένεται να συρρικνώσουν περαιτέρω τη δυνητική κατανάλωση των νοικοκυριών. Όσο για το συνταξιοδοτικό σύστημα, κατάντησε άνισο, κατακερματισμένο, με τις κατώτατες συντάξεις υπολογισμένες με διαφορετικό τρόπο, ώστε να μην κάλυπτουν τις ανάγκες των δικαιούχων. Όλα τα παραπάνω καταλήγουν στην ωμή διαπίστωση ότι τα Μνημόνια επινοήθηκαν και επιβλήθηκαν από νεοφιλελεύθερους πολιτικούς κύκλους της Ελλάδας και της Ε.Ε. που έχουν κατά νου την ισοπέδωση των δικαιωμάτων των πολλών υπέρ των ολίγων.

Πίσω από την πρόσοψη του κόσμου των ειδώλων, με τα κεφάλαια που «χάνονται» και τις «παραγωγικές δυνάμεις» που καταστρέφονται, βρίσκεται σε τελική ανάλυση η εργασία, η οποία κυριολεκτικά απαξιώνεται, δίνοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα να εκκινήσει ένας νέος πιο αποδοτικός και κερδοφόρος κύκλος στη διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής της κεφαλαιακής σχέσης. Οι εργοδότες πέτυχαν λοιπόν να ικανοποιήσουν το πάγιο αίτημά τους προς την πολιτεία, δηλαδή να μπορούν να χρησιμοποιούν ανεξέλεγκτα την εργασία, με όρους ελεύθερης αγοράς, χωρίς ελάχιστες υποχρεώσεις. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, συνεπώς, μετακυλίουν ένα μεγάλο μέρος του ρίσκου της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον εργαζόμενο, λες και είναι εκείνος που έχει αναλάβει αυτό το ρίσκο, ενώ εκθεμελιώνουν ό,τι είχε απομείνει από το δίκαιο προστασίας του εξαλείφοντας κάθε μέσο πειθαρχίας των δυνάμεων της αγοράς.

Είναι γεγονός ότι το πρόβλημα της υπερχρέωσης, της φτώχειας και της κοινωνικής αποστέρησης στην Ελλάδα υπήρξε αντικείμενο εκτεταμένου διαλόγου στην πρόσφατη επίσκεψη εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ στη χώρα μας. Στις συναντήσεις με τους κοινωνικούς εταίρους που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα στις αρχές Δεκεμβρίου 2015 υπογραμμίστηκε η ανάγκη να αποκατασταθεί σύντομα η μακροοικονομική ισορροπία με ταχεία συμφωνία για την απομείωση του χρέους και να ληφθούν μέτρα για την κοινωνική συνοχή και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προς την κατεύθυνση αυτή, επιβεβλημένη κρίνεται η διαμόρφωση ενός εθνικού σχεδίου για την ανάπτυξη και την παραγωγική ανασυγκρότηση, με κίνητρα για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και την απασχόληση και ενός πλαισίου ρυθμίσεων που θα διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή και δεν θα εντείνουν τον κοινωνικό αυτοματισμό. Για να θεωρείται η εργασία παραγωγός πλούτου και όχι επαχθές κόστος.

 

* Η Βασιλική Μελέτη είναι τραπεζικός, υπ. διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, Ms University of Strasbourg

Δείτε όλα τα σχόλια