Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια σοβαρή ήττα της Αριστεράς στα πανεπιστήμια

Τελείωσαν οι πρυτανικές εκλογές. Τελειώνει και η ακαδημαϊκή χρονιά. Τελειώνουν όμως, όλα αυτά, και με ένα τεράστιο ερωτηματικό: Γιατί άραγε η Αριστερά δεν κατάφερε να παίξει έναν, έστω και δευτερεύοντα, ρόλο στις εξελίξεις της χρονιάς; Γιατί αυτό που καταγράφεται στην κεντρική πολιτική σκηνή...;

Τελείωσαν οι πρυτανικές εκλογές. Τελειώνει και η ακαδημαϊκή χρονιά. Τελειώνουν όμως, όλα αυτά, και με ένα τεράστιο ερωτηματικό: Γιατί άραγε η Αριστερά δεν κατάφερε να παίξει έναν, έστω και δευτερεύοντα, ρόλο στις εξελίξεις της χρονιάς; Γιατί αυτό που καταγράφεται στην κεντρική πολιτική σκηνή, δηλαδή η άνοδος της Αριστεράς, δεν αποτυπώνεται ούτε οργανωτικά ούτε πολιτικά ούτε ιδεολογικά στα πανεπιστήμια; Με δεδομένες ορισμένες εξαιρέσεις, πώς εξηγείται η απουσία --ή, έστω, η αναποτελεσματικότητα-- της Αριστεράς στα πανεπιστήμια;

Οι πρυτανικές εκλογές. Είναι σαφές ότι οι πρυτανικές εκλογές των προηγούμενων εβδομάδων σηματοδότησαν την αποδοχή εκ μέρους ενός πολύ μεγάλου αριθμού πανεπιστημιακών μιας διαδικασίας επιλογής υποψηφίων πρυτάνεων που δεν έχει καμία απολύτως δημοκρατική λογική. Όταν, όμως, το περασμένο φθινόπωρο οι υποψήφιοι για τα Συμβούλια Ιδρυμάτων ψηφίστηκαν κατά μέσο όρο από το 70% των συναδέλφων μας, εμείς δεν θορυβηθήκαμε. Βρήκαμε εκ των υστέρων διάφορες δικαιολογίες για την τόσο μεγάλη συμμετοχή, παρά το ότι είχαμε επιχειρηματολογήσει πολύ πειστικά υπέρ της αποχής και με δεδομένο, μάλιστα, ότι πάντοτε υπάρχει ένα ποσοστό που δεν πάει να ψηφίσει.

Στις πρυτανικές εκλογές που ολοκληρώθηκαν αυτό τον μήνα σε όλα τα πανεπιστήμια, η μεγάλη πλειοψηφία των συναδέλφων μας ανέδειξε πρυτάνεις που δεν έκρυψαν ποτέ τη συμφωνία τους με τις αλλοπρόσαλλες και ιδιαίτερα επιθετικές πολιτικές του Υπουργείου Παιδείας τα τελευταία χρόνια. Και εμείς συνεχίζουμε να μη θέλουμε να αποδεχτούμε μια ζοφερή πραγματικότητα: ότι οι πανεπιστημιακοί, ως κοινωνική κατηγορία, φαίνεται να έχουν γίνει ένα εξαιρετικά συντηρητικό σώμα. Ένα σώμα φοβισμένων, ένα σώμα λειτουργών που αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί το λειτούργημά του και να αποτελέσει μια φωνή δημιουργικής κριτικής για όσα συμβαίνουν στο πανεπιστήμιο. Και η κατάσταση είναι ακόμη πιο απογοητευτική, αφού, σχεδόν σίγουρα, το 30% των πανεπιστημιακών πρέπει να έχει ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές.

Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι γιατί το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν είναι ένα κόκκινο πανεπιστήμιο. Το ερώτημα είναι γιατί οι ιδέες της Αριστεράς δεν αποτελούν έναν υπολογίσιμο και δύσκολο αντίπαλο απέναντι σε όσους προσπαθούν να ακυρώσουν ακαδημαϊκές, και όχι μόνο, κατακτήσεις.

Έχω πλήρη συνείδηση ότι γενικεύω, ότι υπάρχουν αντιπαραδείγματα σε αρκετά πανεπιστήμια. Νομίζω, όμως, ότι ως σύνολο η κατάσταση δεν επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία. Το πανεπιστήμιο βιώνει την σοβαρότερη κρίση της μεταπολεμικής του πορείας, όμως πολλοί πανεπιστημιακοί φαίνεται να μην το συνειδητοποιούν. Κάποιοι γαντζώνονται από την επίκληση τήρησης του νόμου και της τάξης. Άλλοι αντιμετωπίζουν την απόλυση των καθαριστριών με το να κλειδώνουν τις τουαλέτες αντί να απεργήσουν. Κι άλλοι πάλι δεν έχουν πρόβλημα να «αντικαταστήσουν» τους απολυμένους κλητήρες και φύλακες για το «καλό των φοιτητών» -- χωρίς να διευκρινίζεται ούτε για ποιους φοιτητές μιλάμε ούτε και ποιο ακριβώς είναι το καλό τους.

«Επιστημονική» κριτική. Πολλοί διδάσκοντες δεν φαίνεται να εξοργίζονται ούτε με αυτά που λίγα χρόνια πριν θα είχαν ξεσηκώσει και τις πέτρες. Ένα παράδειγμα: σε όλους τους νόμους για τα πανεπιστήμια της μεταπολίτευσης, ακόμη και σε αυτόν που ψηφίστηκε επί υπουργίας Διαμαντοπούλου το 2011 (και τον οποίο ούτε ο κ. Αρβανιτόπουλος άλλαξε στο σημείο που θα δούμε), δηλώνεται ότι στα ΑΕΙ κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στη διδασκαλία και την έρευνα, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών. Όμως, στο σχέδιο Οργανισμού που κυκλοφόρησε για το Πανεπιστήμιο Αθηνών σημειώνεται:

«Οι διδάσκοντες είναι ελεύθεροι στο μάθημα τους να εκφράζουν τις επιστημονικές τους απόψεις, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης επιστημονικής κριτικής».

Από την ελευθερία διακίνησης των ιδεών φτάσαμε στην οριοθέτηση των πάντων στο πλαίσιο των επιστημονικών απόψεων και της επιστημονικής κριτικής. Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα σοβαρή, μιας και ιστορικά γνωρίζουμε πως, αν θέλει κανείς να διευρύνει ή να ανατρέψει καθιερωμένες επιστημονικές απόψεις, συχνά πρέπει να βγαίνει έξω από το αποδεκτό πλαίσιο επιστημονικής κριτικής, να διαμορφώνει έναν άλλο λόγο, ο οποίος νομιμοποιείται ως επιστημονικός πολύ αργότερα και μέσα από σύνθετες ακαδημαϊκές και κοινωνικές διεργασίες. Εξίσου σοβαρό είναι ότι μια τέτοια διατύπωση αποκλείει την κριτική με ηθικά, αξιακά, ακόμη και ιδεολογικά κριτήρια, όπως μπορεί να είναι οι κριτικές σε ρατσιστικές θεωρίες, που σε πολλά μέρη του κόσμου έχουν βρει μια «επιστημονική» τεκμηρίωση. Αυτό, λοιπόν, που απαγορεύει ο Οργανισμός είναι η ουσιαστική κριτική, η καθιέρωση νέων γνωστικών αντικειμένων και γενικά η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών. Σίγουρα κάποιοι θα θεωρήσουν ότι αυτά δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία, μιας και στην πράξη δεν εφαρμόζονται. Άλλοι πιστεύουν ότι θα τα καταργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ όταν γίνει κυβέρνηση. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ο σκοταδισμός αρκείται στο να βάλει πόδι στην πόρτα. Μετά είναι εύκολο. Δημιουργεί προηγούμενο και γίνεται καθεστώς. Ότι τα πάντα θα αλλάξουν (στα πανεπιστήμια) μόλις γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα βολικό αλλά και θλιβερό άλλοθι.

Η παραλυσία μας, ωστόσο, εκδηλώνεται και με άλλους τρόπους. Δώσαμε μια μάχη ενάντια στις αξιολογήσεις, και στη συνέχεια συμμετείχαμε όλοι σε αυτές. Και ευτυχώς, γιατί συνολικά η εικόνα που έχει προκύψει από τις αξιολογήσεις για τα πανεπιστήμια είναι, κατά κανόνα, ιδιαίτερα θετική. Γι' αυτό και η κυβέρνηση αγνόησε τα αποτελέσματά τους, αφού ακύρωναν όλα όσα η ίδια είχε προβάλει για τα πανεπιστήμια. Εμείς, όμως, έχοντας χρεωθεί την πλήρη απόρριψη των αξιολογήσεων, δεν μπορέσαμε στη συνέχεια να καθορίσουμε μια στρατηγική γι' αυτά τα θέματα. Κολυμπήσαμε με το ρεύμα.

Έχουμε μια ιδιόμορφη εμμονή να επικαλούμαστε το ένδοξο παρελθόν μας στα πανεπιστήμια. Είναι πολλά και σημαντικά όσα καταφέραμε, και προφανώς η συλλογική μας εμπειρία δεν πρέπει να ξεχαστεί. Τίποτα όμως από όσα κάναμε δεν εγγυάται ότι θα ξαναπαίξουμε ηγεμονικό ρόλο στα πανεπιστήμια, αν δεν (ξανα)ορίσουμε, μαζί με άλλους, την ατζέντα των θεμάτων που πρέπει να συζητηθούν και αν δεν πειστούν πολλοί πανεπιστημιακοί για τη σημασία μιας τέτοιας ατζέντας. Αλλιώς, απομονωμένοι και αμήχανοι, θα τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις.

Δύσκολα τα παραπάνω, δύσκολα πολύ και για εμένα που τα γράφω. Και είναι προφανές ότι δεν θέλω να είμαι ούτε αφοριστικός ούτε και απορριπτικός για όλα όσα έχουν γίνει και με τη δική μας συμβολή. Κάτι όμως έχει αλλάξει και οι αλλαγές είναι πολύ σύνθετες. Και είναι ιδιαίτερα έντονη η αίσθηση ότι τελείωσε μια περίοδος και μαζί της εξαντλήθηκε η δυναμική μιας καθημερινότητας στην οποία κατά κύριο λόγο και για πολλά χρόνια αποτελούσαμε μια ηγεμονική παρουσία.

Το ερώτημα, όπως σε κάθε δύσκολη συγκυρία, είναι τι κάνουμε από εδώ και μετά.

 

Ο Κώστας Γαβρόγλου διδάσκει ιστορία των επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δείτε όλα τα σχόλια