Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η «αόρατη πόλη»

Ο Χρήστος Τσιάμης εδώ και τεσσεράμισι δεκαετίες κινείται συνεχώς στην περίμετρο ενός τριγώνου με παράταιρες πλευρές που οι κορυφές του ορίζονται από 3 σημεία τελείως διαφορετικά μεταξύ τους: την Πάτρα, το Μανχάτταν και τη Δωρίδα της γονεϊκής γης. Και επειδή «η φαντασία δεν έχει μόνιμη διεύθυνση..."

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΙΑΜΗΣ, Μαγικό Μανχάταν, εκδόσεις Μελάνι σελ. 100

Ο Χρήστος Τσιάμης εδώ και τεσσεράμισι δεκαετίες κινείται συνεχώς στην περίμετρο ενός τριγώνου με παράταιρες πλευρές που οι κορυφές του ορίζονται από 3 σημεία τελείως διαφορετικά μεταξύ τους: την Πάτρα, το Μανχάτταν και τη Δωρίδα της γονεϊκής γης. Και επειδή «η φαντασία δεν έχει μόνιμη διεύθυνση» όπως μας δηλώνει στο βιβλίο του, τα 3 αυτά «σημεία» και οι διαδρομές που ορίζουν είναι συνεχής πηγή στοχασμού και έμπνευσης για την ποίησή του. Το «Μαγικό Μανχάτταν» έρχεται μετά το «Μακρινός περίπατος στην Πάτρα» που είχε εκδοθεί το Δεκέμβριο του 2007.

Το Μανχάτταν και τη Νέα Υόρκη τα γνώρισα το 1983, προσκαλεσμένος από τον Τσιάμη. Είχα τότε εντυπωσιαστεί όχι τόσο από το μέγεθος της μεγαλούπολης και των ουρανοξυστών της (εντυπωσιακά, έτσι κι αλλιώς, από μόνα τους), όσο από τις έντονες αντιθέσεις που βίωνα μέσα της. Στον ίδιο δρόμο, στη μία πλευρά του, το Πανεπιστήμιο Κολούμπια και στην άλλη το σκοτεινό Χάρλεμ, μαγικό κι αυτό μέσα από το μύθο και το φόβο που γεννούσε στο μυαλό ενός νεαρού Έλληνα. Θυμάμαι ακόμα την έκπληξη που είχα νοιώσει φτάνοντας με το τρένο από το Βίλλατζ στην Αστόρια, όπου βρέθηκα ξαφνικά σε μια ιδιόμορφη ελληνική επαρχία. Σήμερα θυμάμαι ότι είχα ανέβει στην κορυφή ενός από τους Δίδυμους Πύργους, όπου πολλά χρόνια αργότερα ο Τσιάμης συνάντησε «το επίβουλο βλέμμα ενός τεράστιου λάκκου/ σαν το αγριεμένο μάτι ενός κύκλωπα».

Όλα αυτά τα ξαναβρήκα διαβάζοντας το βιβλίο, μαζί με άλλα πολλά. Θυμήθηκα τη γνωριμία μου με το Νικόλα Κάλας και το Νίκο Σπάνια, που αναφέρονται μέσα στο βιβλίο σε μια πολύ συγκινητική, αντιστικτική περιγραφή. Στο Μέρος αυτό, γραμμένο σε πρόζα, περιγράφονται ακόμα συναντήσεις του Τσιάμη με γνωστά, ίσως και μυθικά, πρόσωπα της αμερικάνικης και λατινοαμερικάνικης τέχνης (ο Νόρμαν Μέηλερ, ο Ρόμπερτ Ώλτμαν, ο Νικάνορ Πάρρα), όπως και συναναστροφές διανοουμένων που μου θύμισαν τις ταινίες του Γούντυ Άλεν, όπου με σκωπτικότητα, ειρωνεία και συμπάθεια περιγράφονται η πόζα, η υστερία και οι αγωνίες αυτής της συνομοταξίας κατοίκων του «μεγάλου μήλου».

Το Μανχάτταν, όπως η μνήμη μου το επεξεργάστηκε και το βιβλίο του Τσιάμη το ανάδειξε, φαντάζει πράγματι μαγικό, καθώς χωνεύει τις αντιθέσεις χωρίς να τις κρύβει, συμπυκνώνει και αποστάζει μια παγκόσμια συνείδηση. Ένας ανακυκλούμενος «μεταξοσκώληκας» που μεταμορφώνεται συνεχώς και παραμένει ο ίδιος, αλλάζοντας όμως τις ζωές των ανθρώπων, κάτι που - κατά τον Τσιάμη - δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να δει ο Λόρκα όταν το επισκέφθηκε, ακολουθώντας τη μοίρα του, περπατώντας πάνω στην τροχιά του θανάτου του που τον περίμενε πίσω στην Ισπανία. «Ο Λόρκα ήρθε στο Μανχάτταν/ Πήρε κι έδωσε, αλλά δεν έμεινε./ .../ είδε καπνούς και σίδερα, περιστέρια σε νερά βρόμικα,/ δεν πρόσεξε όμως να δει της πόλης το μεταξοσκώληκα./ Κάθε τόσο κι άλλος ένας, κάπου, το κουκούλι του βγάζει,/ μεταμορφώνεται, χωρίς προειδοποίηση η ζωή μας αλλάζει».

Το Μανχάτταν -η πόλη- για το Χρήστο Τσιάμη είναι πάνω απ' όλα «...τα/ κορμιά της που τα στροβιλίζουν/ μυριάδες άνεμοι, προέλευσης/ του νου και της ψυχής τους», που βγαίνουν «απ' τον υπόγειο στα πεζοδρόμια/ σαν από τα πλοκάμια της συνείδησης στ' αυθόρμητα» και κατεβαίνουν «το βράδυ/ ...στης ψυχής τα υπόγεια».

Η μουσική της πόλης υπάρχει παντού μέσα στα ποιήματα. Με τις αναφορές της μέσα στους στίχους, στις προμετωπίδες πολλών ποιημάτων με στίχους γνωστών τραγουδιών, που δένουν με τη μουσική των ποιημάτων, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τη χαλαρή ομοιοκαταληξία τους και το ρυθμό της πρόζας που κρατάει, θα έλεγα, το ακομπανιαμέντο των στίχων του, συνδέοντας τον έμμετρο με τον πεζό λόγο του βιβλίου.

Τελικά γιατί αυτός ο τόπος είναι του Χρήστου Τσιάμη; Ο ίδιος λέει: «Στην πόλη που το πρωί τρώει τα παιδιά της/ και τα ξερνάει αποβραδίς στα μπαρ της/ να πιουν το γάλα της σαν δυναμίτη/ και ύστερα στον κόρφο της να τα κοιμίσει,/ ... παραφυλάει στη γωνία/ η έκπληξη και παρακάτω η τόλμη γυμνή./ Η φαντασία εδώ δεν έχει μόνιμη διεύθυνση./ .../ αέναα υπονομεύει τους κανόνες του παιχνιδιού./ Αυτό και μόνο μού είναι αρκετό/ για να τον θεωρώ δικό μου τον τόπο αυτόν εδώ».

Σκέφτομαι ότι το Μανχάτταν του Χρήστου Τσιάμη θα μπορούσε να είναι μια ακόμα από τις μαγικές «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο.

 

Κώστας Σπαρτινός είναι Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και υποψήφιος Δήμαρχος Πάτρας

Δείτε όλα τα σχόλια