Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Εισαγωγή στο Χιπστερισμό και τα νεοαριστοκρατικά ήθη

Σε κάθε περίπτωση, το νέο πολιτιστικό μοντέλο που ενσαρκώνουν και προωθούν όλο και περισσότερο οι δυτικές ολιγαρχίες δημιουργεί ένα άνευ προηγουμένου πολιτιστικό χάσμα μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των λαϊκών στρωμάτων

Του Νίκου Ν. Μάλλιαρη

Απόσπασμα από περιοδικό Πρόταγμα, τεύχος 10, Ιούνιος 2017, σελ. 212-219

 

Σε κάθε περίπτωση, το νέο πολιτιστικό μοντέλο που ενσαρκώνουν και προωθούν όλο και περισσότερο οι δυτικές ολιγαρχίες δημιουργεί ένα άνευ προηγουμένου πολιτιστικό χάσμα μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και των λαϊκών στρωμάτων. Αυτά τα τελευταία νιώθουν πλέον ξένα μέσα στις ίδιες τους τις χώρες, εφόσον το κοινωνικό περιβάλλον υφίσταται μια τόσο ριζική αισθητική και πολιτιστική ανάπλαση (έναν πραγματικό «εξευγενισμό», όπως συνηθίζεται να μεταφράζουμε τον πολεοδομικό όρο gentrification -ένα πραγματικό λίφτινγκ [«facelift»], όπως συχνά θα πουν οι πολεοδομίζοντες χίπστερ!), που καθίσταται όχι απλώς μη ανεκτικό, αλλά ανοιχτά εχθρικό προς τους τρόπους έκφρασης, αίσθησης και συμπεριφοράς τους. Εδώ βρίσκεται το κλειδί της στροφής μεγάλης μάζας αυτών των στρωμάτων σε λαϊκιστικά και ακροδεξιά κόμματα με χαρακτηριστικότερη και πιο γκροτέσκα εκδοχή του φαινομένου όχι μόνο την προσχώρηση των αμερικανικών κατώτερων τάξεων στους Ρεπουμπλικανούς, αλλά και την ίδια την αμφισβήτηση της ρεπουμπλικανικής ορθοδοξίας μέσω ποπουλιστικών κινημάτων σαν το Κόμμα του Τσαγιού ή την ψήφος στον Τραμπ. Ο «αντισυστημισμός» τόσο του τελευταίου όσο και των ευρωπαϊκών ακροδεξιών ή λαϊκοδεξιών μορφωμάτων, που συνιστά και το βασικό τους πολιτικό και μηντιακό χαρτί, δεν είναι τόσο ή μόνον πολιτικός· είναι ταυτόχρονα κι αισθητικός/πολιτιστικός, ή ακόμα κι εκφραστικός: προσπαθεί να ενσαρκώσει ένα λαϊκό ύφος που αδιαφορεί για τις συμβάσεις της σύγχρονης πολιτικής και αισθητικής ορθότητας [...]

Η μερική και πολλαπλώς κουτσουρεμένη εκδοχή ισότητας που ενσαρκώνει η καπιταλιστική κοινωνία υφίσταται ως τέτοια χάρη στο γεγονός ότι, για την αστική ιδεολογία, το μόνο κριτήριο που είναι ικανό, αλλά και δικαιοδοτείται να καθορίζει το πόσο ψηλά θα φτάσει κανείς στην κοινωνική ιεραρχία, είναι η εργατικότητά του. Δηλαδή, η προσπάθεια που καταβάλλει προκειμένου να πετύχει. Στα πλαίσια μιας τέτοιας αντίληψης, ο πλούτος είναι καλοδεχούμενος ως επιβράβευση της εργατικότητας και της σκληρής αυτής προσπάθειας. Το φιλελεύθερο ιδεολόγημα της αξιοκρατίας, που, όπως έχει δείξει ο Κρίστοφερ Λας, συνιστά ήδη υπαναχώρηση σε σχέση με τον αυθεντικό αμερικανικό εξισωτισμό, προκύπτει από αυτή την αντίληψη.

Μια κοινωνία, όμως, εντός της οποίας μπορεί κανείς ν’ ανέβει κοινωνικά, αν κάτσει και δουλέψει, είναι μια κοινωνία πολύ πιο δημοκρατική από μια κοινωνία εντός της οποίας πετυχαίνει μόνο όποιος «το έχει» -στυλιστικά, αλλά και με τη γενικότερη έννοια του όρου. Διότι μπορεί κανείς να μάθει να δουλεύει, αρκεί να το θέλει και να μοχθήσει. Αλλά δεν μπορεί επ’ ουδενί να καταφέρει να «το έχει», όσο κι αν προσπαθήσει, καθώς εδώ πρόκειται για ένα είδος πάγιου κι εγγενούς χαρακτηριστικού που το άτομο διαθέτει από την πολύ μικρή του ηλικία και το οποίο, ως εκ τούτου, δεν κατακτάται μέσω προσπάθειας. Συνεπώς, πρόκειται για ένα αγαθό που είναι προσιτό μόνο σε κάποιους λίγους, στους περίφημους happy few. Η ιστορία της αριστοκρατίας μας διδάσκει ότι η αναγωγή του στυλ (δηλαδή της εκζήτησης και της «εκλέπτυνσης» των γούστων και των συμπεριφορών) σε θεμέλιο κοινωνικής διάκρισης και ανόδου συνιστά πάντοτε δείγμα μιας εξαιρετικά αντιδημοκρατικής κοσμοαντίληψης, εφόσον το στυλ είτε το ’χεις είτε «δεν το ’χεις» -δεν μπορείς να το αποκτήσεις. [...] Όπως σωστά παρατηρούσε ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ, απατώντας στην ερώτηση «γιατί η εργατική τάξη που ψηφίζει Μπους τείνει ν’ απεχθάνεται περισσότερο τους διανοούμενους από τους πλούσιους;», «πιστεύω ότι η απάντηση είναι απλή. Μπορούν να φανταστούν την πιθανότητα να γίνουν κάποτε πλούσιοι, αλλά τους είναι εντελώς αδύνατο να φανταστούν πως, είτε οι ίδιοι είτε κάποιο από τα παιδιά τους, θα μπορούσε ποτέ να γίνει μέλος της τάξης των διανοούμενων».

Η παγίωση του χιπστερισμού, ως αισθητικοστυλιστικού προτύπου των σημερινών κοινωνιών, συνιστά μια από τα βασικές όψεις της διαδικασίας ολιγαρχικοποίησης που πλήττει τη σύγχρονη Δύση. Ιδωμένος απ’ αυτή τη σκοπιά, ο χιπστερισμός συνιστά την αισθητική έκφραση του εξόχως αντιδημοκρατικού προτάγματος των σύγχρονων ανερχόμενων και κυρίαρχων στρωμάτων. Μακράν του να αμφισβητεί έστω και στο ελάχιστο την κυρίαρχη λογική της διαδικασίας εξορθολογισμού ως διαρθρωτικής δύναμης της κοινωνίας, όχι απλώς τη διατηρεί και τη διαιωνίζει, αλλά προκρίνει, συνάμα, και τη λιγότερο εξισωτική εκδοχή της: προσπαθεί να αντικαταστήσει τον νεωτερικό-αστικό εξορθολογισμό (ο οποίος, βασιζόμενος στην αρετή της εργατικότητας, διέθετε δημοκρατικά στοιχεία) με ένα είδος νεοαριστοκρατικής εκδοχής του, που μας θυμίζει τα ήθη της παρακμάζουσας και οικονομικο-κοινωνικά παρασιτικής γαλλικής ή ναπολιτάνικης αριστοκρατίας του 18ου αιώνα. [...]

Σε κάθε περίπτωση, μακράν του να ενσαρκώνει τις αρετές του αυθορμητισμού και μιας κάποιας «τραχύτητας», ο χίπστερ, «αγαθός κι υπερπολιτισμένος σε βαθμό παρακμής» (σύμφωνα με την έκφραση του ιστορικού της τζαζ Frank Tirro), φέρνει στο νου την εκλέπτυνση των αριστοκρατών και των ευγενών, εφόσον οτιδήποτε κάνει οφείλει να είναι ραφινάτο και ν’ ανταποκρίνεται σε προκαθορισμένα στυλιστικά και γενικότερα πολιτιστικά κριτήρια, στα πλαίσια ενός βίου ολωσδιόλου αισθητικοποιημένου, που ορίζεται πλέον από τη λογική της μόδας και τη χρήση της έννοιας του γούστου ως μέσου κοινωνικής διαφοροποίησης και ανόδου. Κι αντί η λυρική γενιά να οδηγήσει πραγματικά στην εγκαθίδρυση ενός προτύπου ζωής σαν αυτό που θα ονειρεύονταν οι καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές πρωτοπορίες του Ρομαντισμού και του μοντερνισμού -μια πρωτόγνωρη απελευθέρωση των δημιουργικών ώσεων του υποκειμένου και της εκφραστικότητάς του («η ποίησις όχι μόνον ως μέσον εκφράσεως μα και ως λειτουργία του πνεύματος διηνεκής» που έλεγε κι ο Εμπειρίκος)-, εν τέλει οδηγεί σ’ έναν άνευ προηγουμένου ακρωτηριασμό του λυρισμού και στην απορρόφηση του υποκειμένου από τη γενικευμένη ασημαντότητα και την πανταχού παρούσα ελαφρότητα, παρά τα διαρκή εγκώμια αρετών όπως η «δημιουργικότητα» κι η εκφραστικότητα.

Όπως σωστά το είχε διαβλέψει ο Ζίμελ, «δεν υπάρχει ίσως άλλο ψυχικό φαινόμενο που να έχει τόσο απόλυτα αποδοθεί στη μεγαλούπολη όσο η στάση του blasé. [...] Μια ζωή αφιερωμένη στο απεριόριστο κυνήγι της απόλαυσης μας κάνει μπλαζέ, επειδή διεγείρει τα νεύρα στον ύψιστο βαθμό αντίδρασής τους για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα που στο τέλος παύουν να αντιδρούν εντελώς». Κι αν «η ουσία της στάσης μπλαζέ συνίσταται στην άμβλυνση της ικανότητας του νου να κάνει διακρίσεις», τι άλλο χαρακτηρίζει περισσότερο τη χίπστερ τάση απομυθοποίησης των πάντων, αυτόν τον «φιλόξενο μηδενισμό» (Ν. Σεβαστάκης) και την ομοούσια γενικευμένη υπαρξιακή εξάντληση από τούτη τη συνολική επικράτηση της βαρεμάρας και την ανικανότητα να βρίσκουμε κάτι άξιο κι ενδιαφέρον; Έχουμε εδώ το χτύπημα του περίφημου «αριστοκρατικού δαίμονα της κρυφής ανίας», για να θυμηθούμε την έκφραση του Πούσκιν.

Από κοινωνικοϊστορική σκοπιά το νόημα αυτής της εξέλιξης θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής: Ο θάνατος του αστικού πολιτισμού, που σταδιακά, με την άνοδό του, γκρέμισε το παραδοσιακό, αριστοκρατικής έμπνευσης κοινωνικό οικοδόμημα -το περίφημο Παλαιό Καθεστώς- εντός της Δύσης και αντικατέστησε την παραδοσιακή, αριστοκρατικού τύπου διαδικασία εξορθολογισμού από το καθαρά νεωτερικό-αστικό της αντίστοιχο, έχει ανοίξει πια το χώρο στην επανεμφάνιση στοιχείων της πρώτης, εντός ενός ιδιότυπου πολιτιστικού μείγματος που στο επίπεδο των πολιτικών αξιών παραμένει «φιλελεύθερο» (δηλαδή μη μοναρχικό) και πολυπολιτισμικό. Είναι ακριβώς αυτό το στοιχείο που καθιστά τόσο δυσδιάκριτη την ουσιώδη και βαθιά του αντιδημοκρατικότητα, κάνοντας πολύ κόσμο -ειδικά στην Αριστερά- να συγχέει την πολιτιστική κριτική στα -όποια- πατριαρχικά και συντηρητικά κατάλοιπα με την ελιτίστικη περιφρόνηση των λαϊκών στρωμάτων ως τέτοιων. Είναι, βέβαια, προφανές πως αυτού του είδους οι διαπιστώσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από την αναγνώριση του γεγονότος πως μόνο μια εκ βάθρων αναθεώρηση της άμεσης πολιτικής μας κληρονομιάς -δηλαδή της αντιαυταρχικής ιδεολογίας των κινημάτων του ’60- μπορεί να μας επιτρέψει να επανασυνδεθούμε με εκείνο το ξεχασμένο σήμερα δημοκρατικό κι εξισωτικό πνεύμα, δίχως το οποίο καμία κριτική δεν μπορεί να ασκηθεί στο σύγχρονο πολιτισμό της ανισότητας και στις ιδεολογίες που, κρυφά ή φανερά, τον υποστηρίζουν και τον προωθούν.

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.
Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Χωρίς σχέδιο θα πνιγούμε όλοι

Τελικά τι είναι χειρότερο; Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη κρύβεται πίσω από το... λεφτόδεντρο Πέτσα για να αποκρύψει οφθαλμοφανείς ευθύνες στη διαχείριση του κορωνοϊού, των πλημμυρών ή το γεγονός ότι η κυβέρνηση...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις