Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πάσχα στο Λονδίνο

Του Κώστα Δουζίνα*

 

Μεγάλη Πέμπτη

Πέρσυ, μεγάλη εβδομάδα των παθών του θεανθρώπου, και Πάσχα στον Πόρο. Φέτος, στο Λονδίνο με τους θανάτους των ανθρώπων να αυξάνουν κάθε μέρα, σαν να μας πολιορκεί ο στρατός του χάρου. Την Πέμπτη, κλεισμένοι στο σπίτι, θυμηθήκαμε την πορεία προς το θάνατο δώδεκα φορές. Η πορεία παραμένει σκληρά ταξική. Ο Boris Johnson μπήκε σε ΜΕΘ νωρίς με ομάδα θεραπευτών γύρω του. Από την άλλη, ο εργαζόμενος με τα ίδια συμπτώματα πρέπει να περιμένει σπίτι του μέχρι να χειροτερεύσει πολύ. Αλλά στον θάνατο είμαστε όλοι ίσοι, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ πλούσιου και πένητα, παντοδύναμου πρωθυπουργού και αγνώστου εργάτη. Ο θάνατος εξισώνει. Τα στολίδια της εξουσίας και του πλούτου λιώνουν, ο αυτοκράτορας είναι γυμνός, όπως και ο πένης.

Κάθε άνθρωπος είναι ένας μοναδικός κόσμος: ανεπανάληπτες σχέσεις, νοήματα, αξίες, μνήμες, επιθυμίες, όνειρα. Κάθε γέννηση ανοίγει τον κόσμο καθενός μας, έναν κόσμο μοναδικό και αναντικατάστατο. Κάθε θάνατος τον κλείνει. Ο θάνατος είναι το πιο δικό μου πράγμα, εμμενής και επικείμενος. Είναι μέσα μου, η Φροϋδική οργή θανάτου, και μπροστά μου, ξέρω ότι θα συμβεί, απλώς δεν ξέρω πότε. Δεν θα μοιραστώ το θάνατο με κανένα. Κανείς, ούτε ο θεάνθρωπος, δεν ξεφεύγει από το αναπόδραστο. Κάθε χρόνο το θείο πάθος μας θυμίζει το θάνατο του άλλου. Αλλά εκκλησία και έθιμα μας κάνουν να ξεχνούμε τον δικό μας. Πάμε στον Επιτάφιο την Παρασκευή, επαναλαμβάνουμε τα ίδια, παίζουν οι μπάντες, ανάβουμε τα κεράκια. Μετά τρώμε τα θαλασσινά, αυστηρά νηστίσιμα, μετά την Ανάσταση τη μαγειρίτσα, καλά καθαρισμένη, τσουγκράμε τα κόκκινα αυγά.

«Να μελετάς τη φιλοσοφία σημαίνει να μαθαίνεις να πεθαίνεις». Έτσι τιτλοφορεί ο Michel de Montaigne, φιλόσοφος του 16ου αιώνα, ένα από τα δοκίμια του. Γράφει: «Ο θάνατος είναι το τέλος του γένους μας. Από όλα τα καλά που μας δίνει η αρετή, η περιφρόνηση του θανάτου είναι το μεγαλύτερο. Συμβιβάζει την ανθρώπινη ζωή με μια ήπια και παρηγορητική ηρεμία και μας δίνει μια καθαρή και ευχάριστη γεύση της ζωής χωρίς την οποία θα εξαφανίζοταν κάθε άλλη ευχαρίστηση». Και προσθέτει: «Αν μας τρομάξει ο θάνατος, δεν είναι δυνατό να περπατήσουμε βήμα χωρίς άγχος. Η θεραπεία που χρησιμοποιούν οι χυδαίοι είναι να μην σκέπτονται το θάνατο. Αλλά από ποια ακατανόητη βλακεία μπορούν να αντλήσουν τέτοια βαριά τύφλωση; Είναι σαν να βάζουν τα χαλινάρια στην ουρά του γαϊδάρου». Αυτό δεν κάνουμε κι εμείς; Οι λειτουργίες, οι τελετές, τα έθιμα, είναι τα γκέμια στην ουρά. Δεν είναι μελέτη και προετοιμασία, αλλά λήθη και επιθυμία αναστολής του θανάτου, που γίνεται ελπίδα και φρούδα πεποίθηση αθανασίας. Από εμμενής και επικείμενος, ο θάνατος βγαίνει από τον τόπο και το χρόνο μου, με τα εξαπτέρυγα του Επιτάφιου και με τα επικήδεια εγκώμια, «η ζωή εν τάφω» και το «γλυκύ μου έαρ» σε ελαφρολαϊκή μορφή.

Φέτος τα πράγματα είναι διαφορετικά. Επειδή δεν πήγαμε στις εκκλησίες, επειδή δεν ψήσαμε αρνί, σκεφτήκαμε πιο «φιλοσοφικά», διαλογιστήκαμε το δικό μας τέλος. Γιατί φέτος ο θάνατος και ο φόβος του είναι παντού. Μένουμε μέσα, μετράμε ανήσυχα τη θερμοκρασία μας («μήπως έχω πυρετό;»), ανησυχούμε στον παραμικρό βήχα, δικό μας ή των συν-εγκλείστων. Ο θάνατος έγινε αυτό που είναι πάντα, μέρος της ζωής. Μιλάμε στο τηλέφωνο, επικοινωνούμε χωρίς να κοινωνούμε, οι αϋπνίες παίζουν μονότονα, σαν κολλημένος δίσκος, τα τελευταία νέα. «Τόσα κρούσματα χτες, τόσοι στην εντατική, τόσοι τελείωσαν». Το τέλος είναι ψηλαφίσμο. Είμαστε αιχμάλωτοι του δικού μας φόβου και όμηροι μιας εξουσίας που στηρίζεται στον πολλαπλασιασμό και την διαχείριση του άγχους.

Φόβος θανάτου

Ο μεγάλος φιλόσοφος Κίρκεγκωρ γράφει ότι το άγχος είναι αποτέλεσμα απαγόρευσης, ενός νόμου που δημιουργεί την επιθυμία παραβίασης του. Έτσι, στον κήπο της Εδέμ, η απαγόρευση του φρούτου της γνώσης διδάσκει στους πρωτόπλαστους την υποχρέωση υπακοής, αλλά ταυτόχρονα την επιθυμία και την απόλαυση της παράβασης. Ο Απόστολος Παύλος επιβεβαιώνει τη σχέση νόμου και επιθυμίας στην επιστολή προς Ρωμαίους: «Είναι ο νόμος αμαρτία; Όχι βέβαια. Αλλά δεν θα ήξερα την επιθυμία, αν δεν μου έλεγε ο νόμος απαγορεύεται να επιθυμείς». Μόνο επειδή ο νόμος απαγορεύει, δημιουργείται η επιθυμία και γεννιέται η ελευθερία. Μόνο επειδή ο νόμος λέει ότι «θα πεθάνεις», και επειδή το ξέρεις, γεννιέται το άγχος. Άγχος είναι να θέλεις ό,τι απαγορεύεται, να αμφιβάλεις για το νόμο.

Για τον Φρόυντ, ο φόβος δημιουργείται από ορατές, επικείμενες ή παρούσες απειλές. Αποτελεί αυτοσυντήρηση, μια εύλογη συναισθηματική αντίδραση σε εξωτερικό κίνδυνο. Το άγχος δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι μια διάχυτη ανησυχία, η εσωτερίκευση του φόβου και η στροφή του ενάντια στον εαυτό. Ο αγχωμένος προβλέπει συνεχώς καταστροφές, ερμηνεύει κάθε σύμπτωση ως κακό οιωνό. Ο φόβος του θανάτου συνδέει το άτομο με την κοινωνία. Το άγχος οδηγεί σε παθητικότητα και απομόνωση. Η διαχείριση του άγχους αποτελεί στρατηγική πειθάρχησης και ελέγχου του πληθυσμού. Οι πολιτικές αντιμετώπισης του ρίσκου - απομόνωση, απόσταση, καταστολή, παρακολούθηση - απαντούν στο φόβο αλλά ταυτόχρονα τον μετατρέπουν σε άγχος. Η κίνηση από το ρίσκο και το φόβο στο άγχος σημαίνει ότι δεν μπορούμε να εξορίσουμε το θάνατο από το μυαλό μας. Το πρώτο και δυνατότερο από τα κοινά, ο θάνατος, διατηρεί την κοινωνική συνοχή. Το άγχος την καταστρέφει. Δεν έχει χρόνο ή τόπο, γιατί ο χρόνος σταματάει και ο τόπος γίνεται φυλακή που κλείνει γύρω μας. Ο φόβος είναι φίλος, το άγχος εχθρός.

Μελέτη θανάτου

Φιλοσοφία είναι η μελέτη του θανάτου. Το ίδιο ισχύει με την ανθρωπολογία, την αρχαιολογία, την οντολογία. Η γνώση του αναπόφευκτου θανάτου διαχωρίζει την ανθρώποτητα από άλλες μορφές ζωής. Έχουμε μάθει για τους αρχαίους πολιτισμούς από τις πυραμίδες, τους θόλους, τα μαυσωλεία και τους τάφους, τις προσφορές και τα κτερίσματα που έδιναν στους νεκρούς για να πάρουν μαζί τους. Γίνομαι άνθρωπος, γιατί ξέρω ότι θα πεθάνω, πενθώ τον πεθαμένο που επιβιώνει στη μνήμη. Η γνώση θανάτου οδήγησε στη δημιουργία των πολιτειών και των θεσμών, των τελετών και των συμβόλων, όλες στρατηγικές επιβίωσης.

Η «Ωδή στον Άνθρωπο», το περίφημο πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης του Σοφοκλή, το αφηγείται με τον πιο ωραίο και αυστηρό τρόπο:

«Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει... παντοπόρος· ἄπορος ἐπ᾽ οὐδὲν ἔρχεται τὸ μέλλον· Ἅιδα μόνον φεῦξιν οὐκ ἐπάξεται· νόσων δ᾽ ἀμηχάνων φυγὰς ξυμπέφρασται. Σοφόν τι τὸ μηχανόεν τέχνας ὑπὲρ ἐλπίδ᾽ ἔχων τοτὲ μὲν κακόν, ἄλλοτ᾽ ἐπ᾽ ἐσθλὸν ἕρπει». («Πολλά είναι τα δεινά, τίποτα όμως δεν είναι δεινότερο από τον άνθρωπο... Αλλά ο παντοπόρος είναι και άπορος, δε θ᾽ αντικρύσει τα μελλούμενα· τον Άδη μόνο να ξεφύγει δεν μπορεί· παρ’ ότι βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές σ᾽ αγιάτρευτες αρρώστιες», μετάφραση Κ. Χ. Μύρη).

Ο δεινότατος, ο παντοπόρος, πολυμήχανος και κοσμογυριστής, έμαθε να δαμάζει την αγριεμένη θάλασσα, να καλλιεργεί την θεά γη και να κυνηγάει τα πουλιά και τα άγρια θηρία, έμαθε να μιλάει, να φτιάχνει πολιτείες και σπίτια. Αλλά μπροστά στον χάρο καταλήγει άπορος, χωρίς διάβαση και διέξοδο. Ο θάνατος είναι η αναπόδραστη προϋπόθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, η αιτία και το θεμέλιο του πολιτισμού. Αν χαθεί η Ελληνική γραμματεία και σωθεί μόνο η Ωδή, έλεγε ο Χάιντεγκερ, θα μπορούσαμε να αναπαράγουμε όλες τις βασικές έννοιες της φιλοσοφίας.

Μεγάλη Παρασκευή

Ο Επιτάφιος, η κηδεία, ο δεύτερος συμβολικός θάνατος, βάζει τέλος στο θρήνο, μας ελευθερώνει από το αντικείμενο της αγάπης μας. Το αποθέτουμε στη μνήμη, διακόπτεται το πένθος, ξεχνάμε τον τρόμο του να μην υπάρχεις. Ξέρουμε βέβαια το τέλος στο μεγαλύτερο μυθιστόρημα της ιστορίας. Όπως ξέρουμε και το δικό μας τέλος, αλλά ο ατομισμός μας κάνει να ξεχνάμε. Φέτος δεν πήγαμε στον Επιτάφιο. Η ζωή εν τάφω ήταν η έγκλειστη ζωή μας. Δεν είναι κάτι σαν φυλακή ή τάφο το κλείδωμα, το lockdown, που μας έχει περικλείσει; Στο 19ο αιώνα, ένας κοινός φόβος ήταν να ταφείς ζωντανός. Έτσι έβαζαν στους τάφους σωλήνες για να μπορεί ο ζωντανός νεκρός να αναπνέει ή κουδούνια για να ειδοποιήσει τους ζωντανούς. Σήμερα, ο σωλήνας και το καμπανάκι μας είναι το Skype, το facebook, το viber, το instagram.

Γράφει ο Montaigne: «Που θα μας βρει ο θάνατος είναι αβέβαιο. Ας τον ψάξουμε παντού. Η προμελέτη του θανάτου είναι η προμελέτη της ελευθερίας. Αυτός που έχει μάθει να πεθαίνει έχει ξεμάθει να είναι δούλος. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στη ζωή για εκείνον που έχει καταλάβει ότι το τέλος της ζωής δεν είναι κακό: όταν γνωρίζουμε πως να πεθάνουμε, έχουμε πετάξει από πάνω μας κάθε υποταγή και περιορισμό». Παράξενη ιδέα. Είμαστε ελεύθεροι, όταν συλλογιζόμαστε και μελετάμε το θάνατο, όταν έχουμε αυτογνωσία αυτού που είναι το τέλος του εαυτού και της γνώσης.

Το ακούσαμε στην ακολουθία των παθών. Η πιο ανθρώπινη σκηνή του δράματος παίζεται στον κήπο της Γεσθημανή, όταν ο Χριστός φοβισμένος, γεμάτος αγωνία γι’ αυτό που πρέπει να κάνει, στρέφεται στον Πατέρα του και αμφιβάλει για την εντολή του: «Πατέρα απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο ... Θεέ μου Θεέ μου, ἱνα τί με ἐγκατέλιπες;» Ο Θεός γίνεται άνθρωπος των ανθρώπων, τίποτε πιο ανθρώπινο από την αμφιβολία, το φόβο, την αγωνία και την υπέρβαση τους. Γιατί με εγκατέλειψες, μήπως δεν είσαι στοργικός πατέρας; Γιατί είναι ο νόμος σου άδικος; Η πρωταρχική θεοδικία, η δίκη, η αθωότητα και η καταδίκη του θείου, ξεκινάει στη Γεσθημανή. Πριν από κάθε ανάσταση, πριν από κάθε νίκη, αγώνες και ήττες. Σιγοστεκόμαστε, αμφιβάλουμε για τις δυνάμεις μας, αμφισβητούμε τις πίστεις μας. Θρηνούμε για τα όνειρα, για τα οράματα που μπορεί να χαθούν. Αλλά επιμένουμε με την αντοχή και την ανθεκτικότητα των αξιών μας. Ο σκοπός μας κοινωνικοποιεί και μας εξατομικεύει. Μαζί με τον άλλο ξεπερνάμε το φόβο θανάτου, γινόμαστε αθάνατοι επειδή είμαστε θνητοί. Αν ο θάνατος είναι το τέλος και η μελέτη του ελευθερία, η υπέρβαση του θανάτου είναι ο συλλογικός μας σκοπός. Αρετή είναι να αφήσουμε πίσω, εμείς οι θνητοί, οι περατοί, σ’ αυτά που κάνουμε μαζί, τη δική μας πυραμίδα.

Κυριακή του Πάσχα

Στην ακολουθία της Ανάστασης ακούμε το κατά Μάρκον ευαγγέλιο με τις τρεις γυναίκες που πήγαν στον τάφο και συνάντησαν το λευκοντυμένο νεαρό. Ο Ιωάννης (20,16) έχει μιά διαφορετική και πιο ενδιαφέρουσα περιγραφή.

Η Μαρία Μαγδαληνή πηγαίνει στον τάφο και βλέπει τον Ιησού, αλλά δεν τον αναγνωρίζει. Της λέει ο Ιησούς: «γιατί κλαίς; ποιόν ζητάς;» Η Μαρία τον περνάει για κηπουρό και απαντάει: «Αν τον βάστηξες εσύ, πες μου που τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω». Της λέει ο Ιησούς «Μαρία», και αυτή απαντάει «Δάσκαλε». Της λέει τότε ο Ιησούς: «ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν.”

Γράφει ο μεγαλύτερος εν ζωή φιλόσοφος Ζαν Λυκ-Νάνσυ στο Noli me tangere:

«Η αγάπη και η αλήθεια σε αγγίζουν απομακρύνοντάς σε: αναγκάζουν όσους τους πλησιάζουν να υποχωρήσουν, γιατί η ίδια τους η ύπαρξη αποκαλύπτει, στην αφή την ίδια, ότι είναι απρόσιτες... Το Noli me tangere δεν λέει απλά ‘Μη μου άπτου’. Λέει κυριολεκτικά ‘Να μην θέλεις να με αγγίξεις’. Το ρήμα nolo είναι το αρνητικό του volo, σημαίνει ‘Δεν θέλω’. Η λατινική μετάφραση αντικαθιστά το ελληνικό ‘Μη μου Άπτου’, ‘Μη μ’ αγγίξεις’. Noli: μην το θελήσεις, ούτε καν να το σκεφτείς. Όχι μόνο να μην το κάνεις, αλλά ακόμα και αν το κάνεις (και ίσως η Μαρία η Μαγδαληνή το κάνει, ίσως το χέρι της είναι ήδη τοποθετημένο στο χέρι εκείνου που αγαπάει, ή στα ρούχα του ή στο δέρμα του γυμνού σώματος), ξέχασέ το αμέσως. Δεν μπορείς να αγγίξεις ή να κρατήσεις τίποτα, κι αυτό ακριβώς πρέπει να αγαπάς και να γνωρίζεις. Εκεί υπάρχει αλήθεια και αγάπη. Λατρεύω αυτό που ξεφεύγει. Αγάπα αυτό που φεύγει. Αγάπα το ότι φεύγει».

Μη μου Άπτου - Άγγιξε με

Τι σημαίνει μη με αγγίζεις, μη με ακουμπάς, μόνο σ’ αυτό το μη άγγιγμα βρίσκεται η αλήθεια και η αγάπη; Το Θείο κτίζεται καθ’ εικόνα και ομοίωση ενός σώματος που δεν βρίσκεται στον άδειο τάφο. Μόνο μέσα από την αναχώρηση και την απουσία, μόνο αν δεν τον αγγίζουμε, υπάρχει ο Θεός στα εγκόσμια. Δεν βρίσκεται στον τάφο ή τον επιτάφιο, δεν τον φιλάμε στον άδειο σταυρό την Παρασκευή και το πρωί του Σαββάτου, ούτε τον αντικρίζουμε μαζί με τις Μαρίες το βράδυ της Ανάστασης. Ο θεός είναι απών, ήρθε για να μην έρθει, έφυγε, δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε. Δεν μπορούμε να τον κάνουμε κτήμα μας, δεν τον κρατούν τα κεριά, οι σταυροί, τα αφιερώματα και τα λουλούδια. Ας αφήσουμε το νεκρό στους νεκρούς, ας αφήσουμε τον Ιησού στον πατέρα του, αποστασιοποιημένο στο θεϊκό του σπίτι. Δεν πάτησε το θάνατο, ούτε χάρισε ζωή στους νεκρούς. Έφυγε, πήγε στον πατέρα του, αγίασε τον θάνατο. Η ανάσταση ιεροποιεί το θάνατο, θεοποιεί την ανθρώπινη περατότητα. Ανάσταση είναι η κένωση, το άδειασμα του θείου. Η μετά θάνατο δεύτερη ενσωμάτωση του Ιησού ολοκληρώνεται στην αναχώρηση, την απουσία του θεού.

«Μη μου άπτου». Η αφή, το άγγιγμα, η πιο ανθρώπινη αίσθηση. Όταν ακουμπάω το χέρι σου, ξέρω ότι είμαι με τον άλλο, μαζί. Ακουμπώντας, χαϊδεύοντας, φιλώντας, γίνομαι άνθρωπος. Γι’ αυτό ο Ιούδας φίλησε το Χριστό, για να τον κάνει άνθρωπο που πεθαίνει. Αλλά ο αναστημένος Χριστός δεν είναι άνθρωπος. Το σώμα δεν έχει ύλη, δεν μπορείς να το ακουμπήσεις. Μη μου άπτου. Δεν μπορείς να αγγίξεις το Θεό ή την αλήθεια. Μόνο από μακριά, σε σκιές και οράματα, σε θαύματα και παραμύθια. Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις.

Αλλά, για να αγαπήσεις, πρέπει να ακουμπήσεις τον άλλο. Αυτοί που μας λένε σήμερα «Μη μου Άπτου, δεν μας παίρνουν τη θρησκεία, ούτε τις εκκλησίες, αλλά αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Αυτό που θέλει η Μαγδαληνή, η γυναίκα των γυναικών, ο άνθρωπος των ανθρώπων, είναι το άγγιγμα, το σώμα, η σάρκα. Όχι γιατί αμφιβάλλει σαν τον Θωμά και θέλει να βάλει το δάκτυλο στον «τύπον των ήλων», αλλά γιατί το άγγιγμα είναι το ανθρώπινο, η αγάπη, η αλήθεια.

Θα αγγιχτούμε, θα χαϊδέψουμε, θα φιλήσουμε ξανά. Η ζωή εν τάφω θα γίνει η νέα ζωή. Θα ξαναβρούμε την αλήθεια, την αφή της αγάπης. Το «Μη μου Άπτου» του θεού, γίνεται «Ακούμπα με, Φίλα με, Κάνε με άνθρωπο». Το άγγιγμα του άλλου με κάνει αθάνατο στη θνητότητα μου.

 

* Καθηγητής στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.
Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ναι, αλλά ο Τσίπρας έφερε Μνημόνια

Μπορεί τα κανάλια να δοξάζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά στον πραγματικό κόσμο η κατάσταση δεν είναι καθόλου ρόδινη. Υπάρχουν τεράστιες δυσκολίες, το κλίμα κάθε άλλο παρά αισιόδοξο είναι, η πολυδιαφημισμένη ρευστότητα πέφτει με το σταγονόμετρο.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις