Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Υπόθεση «Χρυσή Αυγή»: η ώρα του κινήματος

H δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν ένα έγκλημα που είχε προαναγγελθεί. Η ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής είχε διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι προσβλέπει στη φυσική εξόντωση όχι μόνο των κάθε είδους «υπάνθρωπων», αλλά και των «προδοτών της φυλής», δηλαδή των πολιτικών της αντιπάλων.

του Βασίλη Παπαστεργίου

H δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν ένα έγκλημα που είχε προαναγγελθεί. Η ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής είχε διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι προσβλέπει στη φυσική εξόντωση όχι μόνο των κάθε είδους «υπάνθρωπων», αλλά και των «προδοτών της φυλής», δηλαδή των πολιτικών της αντιπάλων. Οι καθημερινοί τραμπουκισμοί και η ατιμωρησία που απολάμβανε είχαν προδιαγράψει αυτό που, με μαθηματική ακρίβεια, θα συνέβαινε, αργά ή γρήγορα. Από αυτή τη σκοπιά, η θετική εξέλιξη της δικαστικής δίωξης της ηγεσίας της οργάνωσης, δεν αίρει μια διπλή αποτυχία.

Αποτυχία της κυβέρνησης. Όταν πριν από έναν χρόνο, τον Αύγουστο του 2012, ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης απαντούσε, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, ότι στη χώρα μας το έτος 2010 καταγράφηκαν μόλις τρία (3) περιστατικά ρατσιστικής βίας, ήταν φανερό ότι είτε εθελοτυφλούσε είτε --το πιθανότερο-- αδιαφορούσε ή και αποδεχόταν μια ορισμένη «λογική» ποσότητα ρατσιστικής βίας. Ο συγκεκριμένος υπουργός και συνολικά η κυβέρνηση δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να σταματήσει τη διάβρωση των σωμάτων ασφαλείας από τον ναζιστικό ιό. Αντίθετα, φρόντισε να παρεμβαίνει καθησυχαστικά και να διαψεύδει κάθε κατηγορία για την άσκηση ή την ανοχή της ρατσιστικής βίας από την αστυνομία. Ο Υπουργός αδιαφόρησε ακόμα και όταν είδε το φως της δημοσιότητας η έκθεση του Επιτρόπου του Συμβουλίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου της Ευρώπης Νιλς Μουίζνιεκς, που κατήγγειλε βασανισμούς μεταναστών από τη δύναμη του Αστυνομικού Τμήματος του Αγίου Παντελεήμονα. Τώρα --πολύ καθυστερημένα-- προσπαθεί να ξαναβάλει στο κλουβί το τέρας που δραπέτευσε κάτω από τη μύτη του.

Ακόμα, παράγοντες της κυβέρνησης συζητούσαν έως πολύ πρόσφατα το ενδεχόμενο μιας συνεργασίας με τους ναζί. Ενώ η ναζιστική επιθετικότητα αυξανόταν, η κύρια πολιτική στρατηγική της Ν.Δ. του Σαμαρά ήταν η «θεωρία των δύο άκρων». Αμετανόητο το πρωθυπουργικό περιβάλλον, δεν δίστασε να την επαναφέρει ακόμα και την επομένη της δολοφονίας…

Η κυβερνητική αποτυχία εκφράζεται και με την υιοθέτηση της ξενοφοβικής ατζέντας της Χρυσής Αυγής από την πλευρά των κυβερνήσεων των τελευταίων ετών. Επιχειρήσεις όπως ο «Ξένιος Δίας» και μέτρα όπως τα στρατόπεδα μαζικής και μακράς κράτησης μεταναστών δεν αφόπλισαν τη Χρυσή Αυγή, όπως προσδοκούσε μια μάλλον αφελής πολιτική «κατευνασμού» του θηρίου, αλλά έβαλαν την πολιτική της εξαίρεσης στο κέντρο της πολιτικής ζωής. Από αυτή τη σκοπιά, δεν υπάρχει τίποτα πιο άστοχο πολιτικά από την πρόσκληση προς την Αριστερά να προσχωρήσει κι αυτή σε έναν κακώς νοούμενο ρεαλισμό, δηλαδή στην αποδοχή τέτοιου τύπου λύσεων στο όνομα της άμυνας απέναντι στην ακροδεξιά.

Τέλος, μια από τις σημαντικότερες αποτυχίες των κομμάτων της συγκυβέρνησης, με άμεσο αντίχτυπο και στο ζήτημα της αντιμετώπισης του νεοναζισμού, έγκειται στη βαθιά πολιτική και ηθική απαξίωσή τους: στην εκτεταμένη διαφθορά τους, στη δυσφήμηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών, αλλά και στην εμμονή τους σε μια πολιτική που συντρίβει τις βιοτικές προοπτικές των ανθρώπων.

Αποτυχία της δικαιοσύνης. Σε αντίθεση με την εντύπωση που κυριάρχησε, οι 32 δικογραφίες δεν υπήρχαν μόνο στο συρτάρι του κ. Δένδια· ήταν υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη. Αυτό που έκανε (σωστά, αλλά πολύ καθυστερημένα) ο υπουργός ήταν να αναδείξει τη μεταξύ τους σχέση, προκειμένου επί της ουσίας να υποδείξει την οδό της κατηγορίας για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης.

Δεν μπορούσε η δικαιοσύνη να διακρίνει αυτή τη σχέση όλο αυτό τον καιρό; Ήταν αναγκαία η δολοφονία ενός Έλληνα πολίτη για να κινηθεί η ποινική διαδικασία κατά της ηγετικής ομάδας της εγκληματικής συμμορίας; Και χρειαζόταν η κυβερνητική υπόδειξη για να γίνει κατανοητό το προφανές;

Στις δύο αυτές κραυγαλέες αποτυχίες, ας προσθέσουμε και μία, τρίτη, άλλης τάξης βέβαια: τη δική μας αποτυχία να αναχαιτίσουμε το νεοφασιστικό ρεύμα πριν από το τραγικό συμβάν της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Σίγουρα το αντιφασιστικό ρεύμα είχε να αναμετρηθεί με τις βαθιά εγχαραγμένες στην ελληνική κοινωνία αντιλήψεις του ρατσισμού, του εθνικισμού και του σεξισμού, αλλά και με τη βαθιά απελπισία που δημιούργησε η κρίση. Ας θυμόμαστε όμως ότι η Αριστερά απέτυχε, ακόμα και μπροστά στο φάσμα του νεοφασισμού, να ξεπεράσει τη γοητεία του «ναρκισσισμού των μικρών διαφορών». Ταυτόχρονα, έδειχνε συνεχώς να συγχέει την αντιμετώπιση του νεοναζισμού με το –αναγκαίο-- μέτωπο ενάντια στο Μνημόνιο. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις ίσως να έχει γίνει κατανοητό ότι η φασιστική απειλή απαιτεί ευρύτερες συσπειρώσεις, ιδίως στη βάση, στα μικρότερα κύτταρα της κοινωνίας.

Οι συλλήψεις του περασμένου Σαββάτου αντιμετωπίστηκαν με ανακούφιση, αλλά και με δυσπιστία. Μήπως η σύλληψη βουλευτών αποτελέσει κακό προηγούμενο; Μήπως η καμπάνα χτυπήσει και για μας αύριο; Μήπως, ακόμα, η δίωξη με βάση το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα όπως διαμορφώθηκε από τον αντιτρομοκρατικό νόμο του 2001, μας θέτει μπροστά σε ένα σοβαρό ζήτημα παραβίασης ανθρώπινων δικαιωμάτων;

Καμία από τις παραπάνω επιφυλάξεις δεν είναι εντελώς αβάσιμη.

Η στρατηγική της έντασης που έχει επιλέξει το πρωθυπουργικό περιβάλλον δεν αποκλείει να γεννηθεί ο πειρασμός να υπάρξει επίθεση και «στο άλλο άκρο». Όση μισαλλοδοξία ωστόσο κι αν υπάρχει στην ηγεσία της κυβέρνησης --και υπάρχει πολλή-- είναι αδύνατο να υπάρξει αντίστοιχης έντασης επίθεση στην Αριστερά, για λόγους που νομίζω ότι είναι προφανείς. Επιπλέον, η ιδιότυπη ασυλία που απολάμβανε έως χθες ο νεοναζισμός δεν απέτρεψε την εκδήλωση του κρατικού αυταρχισμού προς τα κοινωνικά κινήματα των τελευταίων ετών (π.χ. Σκουριές). Το γεγονός ότι η ασυλία των νεοναζιστών επιτέλους φαίνεται να σταματά δεν μπορεί παρά να είναι ενθαρρυντική.

Οι ανησυχίες για τα ζητήματα παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων κατά τη διαδικασία δίωξης της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής είναι, εκτός από εκδήλωση γενναιοφροσύνης, ζήτημα αρχής: η Αριστερά οφείλει να ενδιαφέρεται για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων όλων, ακόμα και των πολιτικών της εχθρών. Για παράδειγμα, καμία διωκτική σκοπιμότητα δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη δημοσίευση υλικού της δικογραφίας στον Τύπο, ιδίως δε τη δημοσίευση των προϊόντων τηλεφωνικής υποκλοπής.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, η υπαγωγή της δράσης της Χρυσής Αυγής στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα (εγκληματική οργάνωση) είναι απολύτως δικαιολογημένη. Είναι επίσης σημαντικό να θυμόμαστε ότι όταν η Αριστερά (ΚΚΕ, ΣΥΝ) καταψήφιζε τον αντιτρομοκρατικό νόμο στη Βουλή αιτιολογούσε τη στάση της επικαλούμενη τον κίνδυνο ποινικοποίησης του φρονήματος. Με βάση την κοινωνική μας εμπειρία, θεωρούμε ότι αυτό που εν προκειμένω διώκεται στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής είναι το φρόνημα ή η διάπραξη ρατσιστικών εγκλημάτων από μια δομημένη οργάνωση; Και, επιπλέον, έχουμε την εντύπωση ότι οι δεκάδες επιθέσεις των Χρυσαυγιτών ανά την Ελλάδα είναι μη συνδεόμενα μεταξύ τους μεμονωμένα περιστατικά ή ενέργειες που κατευθύνονται από ένα οργανωτικό κέντρο;

Η απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα για τη μη προφυλάκιση Κασιδιάρη, Μίχου και Παναγιώταρου ξένισε και προκάλεσε συζητήσεις περί «συμπαιγνίας». Έχω την εντύπωση ότι η προφυλάκιση Μιχαλολιάκου και Παππά γρήγορα διέψευσε αυτές τις, άγονες έτσι κι αλλιώς, εικασίες. Και λέω άγονες, επειδή, περισσότερο από κάθε υπόθεση για τα σχέδια της κυβέρνησης, σημασία έχει η πολιτική απάντηση της Αριστεράς και των κινημάτων στις νέες συνθήκες.

Δε χωρεί αμφιβολία ότι η Χρυσή Αυγή έχει δεχτεί ένα σημαντικό χτύπημα. Και αυτό είναι ένα εξαιρετικό νέο. Όμως δεν έχουμε τελειώσει ούτε με τη Χρυσή Αυγή ούτε με τον νεοναζισμό. Η διάβρωση τμημάτων του μηχανισμού του κράτους είναι πολύ βαθιά, όπως ήδη αποκαλύπτεται. Επίσης, ένα τμήμα της κοινωνίας, και μάλιστα το πιο απελπισμένο, συνεχίζει να βλέπει με συμπάθεια τους φασίστες, και αυτό δεν θα αλλάξει εύκολα μέσα στη συνθήκη της κρίσης.

Η υπόθεση του αντιφασισμού είναι πολύ σημαντική για να αφεθεί στα χέρια εκείνων που τόσα χρόνια απέτυχαν να δουν και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Είναι υπόθεση των ανθρώπων του αντιφασιστικού κινήματος --όλων των τάσεων-- να οργανωθούν, να συνεννοηθούν, να μην αφήσουν τη Χρυσή Αυγή να ανακάμψει, αλλά και να προσπαθήσουν τώρα να αλλάξουν την ατζέντα, να επιβάλουν θεσμικές και πολιτικές λύσεις για τη λειτουργία τη αστυνομίας, τη νομοθεσία για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας, τη μεταχείριση των μεταναστών/τριών. Για να μην ξαναγυρίσουμε εκεί που ήμασταν στις 17 Σεπτεμβρίου, στην ασυδοσία των τραμπούκων της Χρυσής Αυγής, την προαναγγελία κι άλλων εγκλημάτων.

Ο Βασίλης Παπαστεργίου είναι δικηγόρος.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Προοδευτικές συγκλίσεις: ποιοι και με ποιους

Η ανάγκη μιας εναλλακτικής πρότασης για την Ευρώπη αναδεικνύεται πλέον με ολοένα σαφέστερο πρόσωπο. Το παραδοσιακό σύστημα εξουσίας βαίνει προς εξαφάνιση. Δυνάμεις πανίσχυρες πριν λίγα χρόνια, όπως...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο