Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Το ερώτημα είναι με βάση ποιο πολιτικό σχέδιο θα εργαλειοποιηθεί η 'δημοκρατική παράταξη'"

Συνέντευξη με τον Κώστα Ελευθερίου για τις κυρίαρχες διαχωριστικές γραμμές στη σύγχρονη πολιτική ζωή

 

Ένα από τα μείζονα ερωτήματα της πρακτικής πολιτικής και της πολιτικής επιστήμης είναι αυτό που σχετίζεται με τις κυρίαρχες διαχωριστικές γραμμές εντός του πολιτικού σώματος, οι οποίες χωρίζουν «εμάς» από «αυτούς» και διαμορφώνουν τους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Συζητήσαμε με τον Κώστα Ελευθερίου σχετικά με τις κυρίαρχες διαχωριστικές γραμμές, τόσο διεθνώς όσο και σε εθνικό επίπεδο.

1) Σε πολιτικό επίπεδο οι δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα χαρακτηρίζονται από την κατίσχυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων και των αντιστάσεων σε αυτές. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η βασική διαχωριστική γραμμή είναι μεταξύ των κερδισμένων και των χαμένων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όπως πολλοί πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν;

Σίγουρα, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση επέδρασε στον εσωτερικό καταμερισμό εργασίας στα καπιταλιστικά κράτη, διαμορφώνοντας νέες μορφές εκμετάλλευσης και περιθωριοποίησης. Η κοινωνική θεωρία προηγούμενων δεκαετιών προέβλεψε, είτε μιλώντας για τον μετα-βιομηχανισμό είτε για τον μετα-φορντισμό, τη διαμόρφωση μιας αποδυναμωμένης εργατικής τάξης, η οποία κινείται ανάμεσα στην επισφάλεια και την ανεργία. Η αυξανόμενη αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση ανάμεσα στις εθνικές αγορές, η οποία παγιώθηκε διαμέσου υπερεθνικών ολοκληρώσεων, δημιούργησε δύο ταχύτητες στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, η καθεμία από τις οποίες φανέρωνε και διαφορετικές δυνατότητες (όχι μόνο οικονομικές, αλλά και πολιτισμικές) ένταξης κοινωνικών υποκειμένων στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο. Ταυτόχρονα, η παρείσφρηση μιας αγοραίας λογικής στις κοινωνικές σχέσεις υπονόμευσε τις συλλογικότητες ως μορφή οργάνωσης της κοινωνικής ζωής και η σχετική προ κρίσης ευμάρεια μετέφερε ένα μικρό μέρος του συνολικού πλούτου προς κάποια από τα κατώτερα στρώματα - εξ ου και η μεγάλη διάδοση του αφηγήματος περί μεσαίας τάξης. Η κρίση, φυσικά, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, ανέτρεψε αυτή τη διευθέτηση και όξυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα που αντιστοιχούν στις δύο ταχύτητες. Δυστυχώς, προς το παρόν, η Αριστερά έχει επιδείξει μια μεγάλη αδυναμία να εκφράσει ηγεμονικά τους «χαμένους» της παγκοσμιοποίησης, αφήνοντας χώρο στην Άκρα Δεξιά, η οποία προτείνει την αναβίωση μιας αποκλείουσας εθνικής ταυτότητας, με ξενοφοβικές λογικές και κανένα κοινωνικό περιεχόμενο. Όσο η Αριστερά αναλώνεται σε έναν αντι-εθνικισμό ή εθνο-κεντρισμό χωρίς κάποιον κοινωνικό ορίζοντα τόσο η Άκρα Δεξιά θα εδραιώνει την παρουσία της σε ένα ακροατήριο το οποίο θα έπρεπε να συνιστά την κοινωνική βάση της Αριστεράς.

2) Οι δυνάμεις της Αριστεράς εξακολουθούν να θεωρούν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς εξακολουθεί να είναι πρόσφορη τόσο σε επεξηγηματικό όσο και σε πολιτικό (αξιακό και προγραμματικό) επίπεδο. Ποια είναι η δική σας γνώμη επ’ αυτού;

Η διαίρεση Αριστερά/Δεξιά είναι εγγεγραμμένη στη νεωτερική πολιτική και αυτό το γεγονός ως ένα βαθμό εξηγεί και την ανθεκτικότητά της. Οι θεωρήσεις περί του τέλους της διαίρεσης Αριστερά/Δεξιά πάσχουν από μία ελλιπή κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης. Διότι το περιεχόμενο της διάκρισης, όπως επίσης και το περιεχόμενο της έννοιας της Αριστεράς, βρίσκονται σε μια άμεση συνάφεια με τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο. Και προφανώς το περιεχόμενο της έννοιας σχετίζεται και με τις εκβάσεις των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων. Είναι Αριστερά η μονομερής και αποκλειστική πρόσδεση σε μία ανάγνωση της κοινωνίας με αναφορά στον βιομηχανικό καπιταλισμό του 19ου αιώνα; Φυσικά και όχι. Είναι, από την άλλη, Αριστερά το παρακολούθημα και ο ενθουσιώδης προσεταιρισμός διαφορετικών πλευρών της μεταβιομηχανικής εποχής - βλ. τα δίκτυα - ως δήθεν ανανέωση μιας αριστερής κοινωνικής ευαισθησίας; Ούτε και αυτό. Η κοινωνική ανάλυση, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικός οδηγός, όταν καθοδηγείται από προκαταλήψεις. Πρέπει να καθοδηγείται από συγκεκριμένα ερωτήματα. Ποιες είναι οι μορφές κοινωνικού αποκλεισμού, περιθωριοποίησης και υποτέλειας σήμερα; Πώς αναπαράγεται η ταξική κυριαρχία και ποιες διαιρέσεις διαμορφώνει; Σε τι μεταμορφισμούς υποβάλλεται η εργατική ταυτότητα; Πως μπορεί να συμφιλιωθεί η δυναμική της Αριστεράς ως μιας προωθητικής δύναμης με το γεγονός ότι η οικονομική δυσπραγία σήμερα εμφανίζεται καταρχήν ως κοινωνική μειονεξία; Όλα αυτά δεν ακυρώνουν τη διαίρεση Αριστερά/Δεξιά, αλλά αντίθετα επιβάλλουν την επικαιροποίησή της.

3) Ο ΣΥΡΙΖΑ, στηριζόμενος στο γεγονός ότι η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης αφορά κυρίως τα κατεστημένα κόμματα και το «παλιό», «φθαρμένο» πολιτικό προσωπικό που βαρύνεται με κακοδιαχείριση, πρότεινε ως ανερχόμενη πολιτική δύναμη το δίλημμα «παλιό-νέο» με τρόπο ως φάνηκε επωφελή για τον ίδιο. Τώρα που συγκροτεί τον έναν πόλο του νέου δικομματισμού, πιστεύετε ότι το εν λόγω δίλημμα μπορεί να έχει την ίδια ισχύ;

Το δίλημμα «παλιό/νέο» λειτούργησε υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ σε μια εκλογική συγκυρία όπου ήταν εφικτό να διεκδικηθεί μια κοινωνική υποστήριξη μιας συνολικής απόρριψης του λεγόμενου «παλαιού πολιτικού συστήματος», το οποίο στην περίοδο της κρίσης βίωσε μια βαθιά και πολυεπίπεδη απονομιμοποίηση. Βεβαίως, επρόκειτο για ένα απολίτικο δίλημμα, τουλάχιστον από μια σκοπιά αριστερής στρατηγικής, στο βαθμό που δεν αναδείκνυε ή σε κάποιο βαθμό απέκρυπτε τις κοινωνικο-ταξικές αντιπαραθέσεις της περιόδου της κρίσης. Η αποδοχή του τρίτου μνημονίου ως βασικού πλαισίου πολιτικής από το κόμμα που η εκλογική άνοδός του ήταν το κύριο πολιτικό αποτέλεσμα των κινημάτων αντίστασης ενάντια στη λιτότητα και τις μνημονιακές πολιτικές μετατόπισε εκ των πραγμάτων το κέντρο βάρους του πολιτικού ανταγωνισμού προς μια κατεύθυνση αντιπαράθεσης διαφορετικών μοντέλων διαχείρισης του μνημονίου. Ως εκ τούτου, μόνη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ σε εκείνη τη φάση ήταν να ηθικοποιήσει τον πολιτικό ανταγωνισμό, ηθικοποιώντας κυρίως την αντίθεση παλιό/νέο, αλλά και αξιοποιώντας το γεγονός της απουσίας πρότερης κυβερνητικής εμπειρίας, το οποίο όρισε σαν βάση του λεγόμενου «ηθικού πλεονεκτήματος». Παρά ταύτα, το αποτέλεσμα των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015 κατέδειξε ότι υπήρχε ένα κοινωνικό μπλοκ το οποίο ανταποκρίθηκε έστω και συγκυριακά στην έγκληση «παλιό-νέο». Είναι προφανές ότι μετά από 4 χρόνια κυβερνητικής παρουσίας και εφαρμογής μνημονιακών πολιτικών, το εν λόγω δίλημμα από μόνο του δεν ήταν αρκετό για να λειτουργήσει σαν βάση κινητοποίησης. Και δεν ήταν αρκετό διότι, αν έδειξε κάτι η εκλογική κοινωνιολογία του ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες εκλογές, είναι ότι κοινωνικά εξακολουθεί να εκφράζει κατεξοχήν τις λαϊκές τάξεις και, ως εκ τούτου, δεδομένου και του προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας, θα ήταν ίσως γόνιμο να εργαστεί προς περισσότερο κοινωνικο-ταξικές απευθύνσεις, να εγκαλέσει μια κοινωνική συμμαχία των λαϊκών στρωμάτων, και προφανώς να συγκροτήσει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα. Το «προοδευτικό κέντρο» ως πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο αναφοράς και εν τέλει ως αφήγημα στις σημερινές κοινωνίες είναι μια επικίνδυνη φαντασίωση που βαθαίνει την κρίση της πολιτικής.

4) Στις μέρες μας φαίνεται πως μαίνεται ο πόλεμος μεταξύ σημαινόντων. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να δημιουργήσει τη «μεγάλη δημοκρατική παράταξη» για να κατισχύσει της Δεξιάς, επικαλούμενος σταθερά τη «μάχη της προόδου κατά της συντήρησης». Αυτά τα δίπολα που κανονάρχησαν την πολιτική ζωή της Ελλάδας πριν από δεκαετίες μπορούν να αναβιώσουν;

Το αφήγημα περί «δημοκρατικής παράταξης» είναι μέρος της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας και χαρακτήρισε την ελληνική πολιτική μέχρι πρόσφατα. Άρα μπορεί να εργαλειοποιηθεί και σήμερα. Το ερώτημα, βέβαια, είναι ποιο ακριβώς πολιτικό σχέδιο θα κληθεί να υπηρετήσει. Η «δημοκρατική παράταξη» ως πολιτική ομπρέλα ήταν ένας εύσχημος τρόπος να αναχθεί η αντιδεξιά λογική σε πολιτική ταυτότητα, χωρίς όμως να ορίζεται το περιεχόμενο του μη δεξιού. Σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους, όπως για παράδειγμα τη δεκαετία του 1960, η «δημοκρατική παράταξη» πάλευε για έναν κοινωνικά επιθυμητό εκδημοκρατισμό και άρα είχε ένα σαφές για τα δεδομένα της εποχής περιεχόμενο. Από το 1990 και μετά εργαλειοποιήθηκε από το (δεξιόστροφο πια) ΠΑΣΟΚ αποκλειστικά ως εργαλείο προεκλογικής πόλωσης, χάνοντας την όποια μετασχηματιστική της δυναμική. Άρα το ερώτημα παραμένει: με βάση ποιο πολιτικό σχέδιο θα εργαλειοποιηθεί η «δημοκρατική παράταξη»; Είναι ένα μέσο για εκλογική επιτυχία; Συνιστά μια συγκροτημένη αντίληψη κοινωνικής ή πολιτικής συμμαχίας; Συμπυκνώνει ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα; Το πρόσημό της είναι αριστερό, κεντροαριστερό, κεντρώο ή «προοδευτικό»; Πρόκειται για όρους που στην εποχή της κρίσης της πολιτικής λειτουργούν σαν κενά σημαίνοντα και άρα η σημασιοδότησή τους θα πρέπει να είναι επίδικο πολιτικών αγώνων.

5) Η Δεξιά, από την άλλη, καλεί σε συστράτευση κατά του λαϊκισμού. Μπορεί ένα ηγεμονικό μπλοκ να στηθεί γύρω από αυτό το επίδικο;

Η Ν.Δ. σχηματοποίησε ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ επιχείρημα, το οποίο συγκρότησε με τη βοήθεια αντι-λαϊκιστικών και αντι-αριστερών αξιακών πλαισίων. Και η νομιμοποιητική βάση αυτού του επιχειρήματος είναι το ότι οι «περιστασιακοί ένοικοι της εξουσίας» πρέπει να παραμείνουν περιστασιακοί. Αυτό ήταν ένα ισχυρό επιχείρημα που προσέδωσε συνοχή στη Ν.Δ. και της διασφάλισε μια μεγάλη εκλογική νίκη. Όταν θα αρχίσει να καταφεύγει στον «αντι-λαϊκισμό» σαν κύρια αναφορά της παρέμβασής της και θα τον προβάλλει με ηθικολογικούς όρους, τότε ακριβώς θα μπορούμε να υποψιαστούμε ότι η Ν.Δ. αντιμετωπίζει πολιτικό πρόβλημα. Μέχρι τότε την ηγεμονία θα προσπαθήσει να την επιτύχει με πιο παραδοσιακούς όρους (τάξη και ασφάλεια, λογική της αγοράς, κ.λπ.).

6) Καθώς, όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας είναι αναμφίβολα αυτό της κλιματικής αλλαγής, φαντάζει λογική η προώθηση (προς το παρόν εκ μέρους των οικολόγων) της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ όσων προσπαθούν να αποσοβήσουν την κλιματική κατάρρευση και των αρνητών της κλιματικής αλλαγής. Μπορεί άραγε αυτή η διαχωριστική γραμμή να κατισχύσει των ιστορικά εμπεδωμένων γραμμών ή να τις αφομοιώσει;

Μόνο εάν παραχθούν αποτελέσματα που θα επιδράσουν άμεσα στην καθημερινή ζωή των κοινωνιών. Το αντιφατικό γύρω από τη θεματική της κλιματικής αλλαγής είναι ότι η μάχη δίνεται στο σήμερα για να αποσοβηθεί μια αρνητική έως καταστροφική εξέλιξη στο μέλλον, αλλά, αν δεν υπάρξουν απτά δείγματα αυτής της αρνητικής εξέλιξης σε μαζική κλίμακα, τότε αυτή δεν θα τροφοδοτήσει μια κοινωνική σύγκρουση (ανάμεσα σε αυτούς που θα έχουν μεγαλύτερη και καλύτερη πρόσβαση σε μέσα προστασίας από την κλιματική καταστροφή και σε αυτούς που θα έχουν μικρότερη και χειρότερη) που ως διαιρετική τομή θα τροφοδοτήσει νέους πολιτικούς αγώνες. Είναι σαν τη γλαύκα του Χέγκελ που ανοίγει τα φτερά της, όταν έρχεται το λυκόφως - η πραγματική γνώση του προβλήματος που θα δημιουργήσει μια μαζική κοινωνική και πολιτική συνείδηση δηλαδή θα έρθει εκ των υστέρων. Σε αυτή τη φάση, επομένως, η μάχη ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή πρέπει να συνδυαστεί με τρέχοντα και πιο παραδοσιακά αιτήματα, για παράδειγμα ότι η περιβαλλοντική επιδείνωση θα πλήξει περισσότερο την εργατική τάξη και όχι τα ανώτερα στρώματα, κ.ο.κ. Πρέπει οι περιορισμοί, που παρατηρούνται στη συνειδητοποίηση του προβλήματος από μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων, να μην αποδοθούν με έναν ελιτίστικο τρόπο σε μια διάχυτη άγνοια, αλλά αντίθετα να κατανοηθούν στο πλαίσιο των υπαρχουσών ανισοτήτων, που διαμορφώνουν διαφορετικές ιεραρχήσεις των κοινωνικών υποκειμένων ως προς τις ατομικές και συλλογικές ανάγκες. Διότι και για την αντιμετώπιση της κλιματικής καταστροφής υπάρχουν αντιπαρατιθέμενα πολιτικά σχέδια, που εκφράζουν κοινωνικά συμφέροντα σε σύγκρουση.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Με τη λίστα Πέτσα παρά πόδα

Δεν είναι καλά τα πράγματα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Οι προγνώσεις για την πορεία της οικονομίας και την ανεργία θυμίζουν τις χειρότερες ημέρες των χειρότερων Μνημονίων. Και αυτό είναι κάτι που θα φανεί από το φθινόπωρο, καθώς ο τουρισμός καταρρέει και τα μέτρα για τη στήριξη της οικονομίας έχουν αποτύχει ολοκληρωτικά.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις